8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εξετάσεις

Κάθομαι σε καφέ/εστιατόριο. Δίπλα σε απόσταση αναπνοής κάθεται παρέα. Δυο νεαροί και ένα ζευγάρι. Μετά από ένα μπουκαλάκι ούζο (χωρίς μεζέ), ο ένας νεαρός αρχίζει να διηγείται το πώς τον άφησε η κοπέλα του. Λέει και ξαναλέει τον πόνο του .Οι φίλοι του τον ακούν υπομονετικά χωρίς να τον διακόπτουν. Αναλύει, ρωτάει και απαντάει, επιχειρηματολογεί, διαμαρτύρεται. Είναι στενοχωρημένος και πληγωμένος από τη στάση της. Δεν έχει καταλάβει γιατί του φέρθηκε έτσι. Είναι ήρεμος και ευγενής αλλά αμετακίνητος στο πρόβλημά του. Μετά το δεύτερο μπουκαλάκι ούζο, ανακεφαλαιώνει και πάλι αναρωτιέται γιατί.
Σε μια ώρα έχει πει: Δεν με αγαπάει, δεν αγαπάς, αγαπάω, δεν με αγάπησε, είχα αγαπήσει, αγαπώ, δεν με είχε αγαπήσει.
Είναι χρόνια που έχω να ακούσω τόσες πολλές φορές το ρήμα και από ένα τόσο νέο παιδί.
Έτσι απλά, χωρίς κόμπλεξ, χωρίς κανένα ύφος και δίλημμα.
ἀγαπάω – ἀγαπῶ (συνηρημένο) (α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής και υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα)
Καθόλου SOS ρε γαμώτο στις πανελλήνιες. Ποτέ.
Κανείς δεν περιμένει να πέσει κάτι τόσο απλό.
Απλό; Απλό; ΑΠΛΟ;
Όλοι, σχολείο, φροντιστήριο, καθηγητές, τονίζουν, επιμένουν, απαιτούν, το
ίστημι, τυγχάνω, αφικνούμαι, λανθάνω, εξανδραποδίζομαι, οίομαι και οίμαι, φέρω και άλλα πολλά.
Ο σκληρός δίσκος του μυαλού τους έχει γεμίσει από ρήματα.
Αγαπώ, όμως;
Αγαπώ, όχι.
Αχρείαστο ρήμα. Αχρείαστη γνώση. Αχρείαστη λέξη.
Αχρείαστο αίσθημα.
Αχ, έτσι θα πάνε, απροετοίμαστα…

Πού πας καραβάκι

 

Εκεί στην προβλήτα,

είναι ένα καράβι,

το βλέπω χρόνια.

Γυαλιστερό, καινούριο, έτοιμο.

Είναι έτοιμο για ταξίδια.

Το βλέπω. Το βλέπω πώς κουνιέται ανυπόμονα.

Ακούω πώς θροΐζει η θάλασσα γύρω του, στενάζει απ΄ το βάρος του. Πατάει τον Αρχιμήδη στο λαιμό και δεν νοιάζεται.

Βιάζεται, ανυπομονεί, ξεφυσάει  να οργώσει τις θάλασσες.

Να εξερευνήσει ωκεανούς, να περάσει πορθμούς , να πιάσει λιμάνια , να περάσει κάτω από γέφυρες, να μείνει αρόδο, να σταθεί μεσοπέλαγα, να φουλάρει ολοταχώς .

Χρόνια το βλέπω να ετοιμάζεται.

Βαμμένο, ούτε καλαφάτισμα δεν χρειάζεται, είναι έτοιμο.

Με φωτεινές λιακάδες και νυσταγμένες συννεφιές, με αφρικανικούς   καύσωνες και ανέλπιστες καταιγίδες.

Είναι εκεί, είναι έτοιμο.

Έτοιμο.

Ονειρεύεται.

Θα είναι υπερωκεάνιο, με όλα του τα φουγάρα στο φουλ,

Θα φτάνει στις βόρειες θάλασσες, θα  διασχίζει τον Ατλαντικό,

Θα είναι παγοθραυστικό, θα χορεύει ανάμεσα στους πάγους ανάλαφρα και διόλου δεν θα θυμάται τον τιτανικό,

Θα είναι γκαζάδικο, θα μεταφέρει επικίνδυνα εύφλεκτα φορτία, αλαζονικά σίγουρο για την επιτυχία του και την ασφάλειά του,

Θα είναι φορτηγό, θα μεταφέρει στεγνά φορτία, κερδοφόρα, δεν θα χάνει ναύλο,

Θα είναι ποστάλι, θα πηγαινοφέρνει κόσμο,

Θα είναι κρουαζιερόπλοιο, χορευταράδικο  και πολυτελές,

Θα είναι ιστιοπλοϊκό, αγώνες και παρέες και αναμνήσεις,

Θα είναι ψαράδικο, θα καταψύχει άπονα χιλιάδες ζωντανά ψάρια,

Θα είναι καΐκι, θα αρμενίζει από νησί σε νησάκι, με θαλασσινό αγέρι,

Θα είναι ιστιοφόρο, ανακαλύψεις, νέα ζωή και  κόκκινο αίμα,

Θα είναι ταχύπλοο, θα καλύπτει επείγουσα ζωή,

Θα είναι πολεμικό, φρεγάτα, υποβρύχιο, ναρκαλιευτικό,

Θα είναι…

Θα είναι …

Θα είναι…

Κάθε φορά που περνάω, με το κίτρινο μακρύ αδιάβροχο και τις μαύρες γαλότσες μου,

είναι εκεί , έτοιμο,

το φουγάρο του βγάζει μαύρο καπνό,

οι μηχανές του ακούγονται ρυθμικά,

η σημαία του κυματίζει δυνατά στον αέρα.

Ο ιστός  της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος.

Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα.

Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά.

Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα , να ανεμίζεις.

Η σημαία,

Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα.

Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας.

Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο.

Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και  τις θολές τις ανομολόγητες.

Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες,(κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα  νικηφόρες).

Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης, (ίσα να θάψουμε τα λείψανα  και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και  ιδέες).

Εκεί είναι το πλεούμενο,

το βλέπω, το χαϊδεύω με το βλέμμα, το αποχαιρετώ με συγκίνηση.

Είναι έτοιμο, έτοιμο για φευγιό.

Κάθε φορά που περνώ,

Το βλέπω.

Τελευταία το παρατηρώ προσεκτικά.

Κι αρχίζω να το βλέπω πραγματικά

Άλλοτε είναι πλωτό σπίτι.

Άλλοτε  πλωτό σχολείο.

Άλλοτε  πλωτό νοσοκομείο.

Άλλοτε πλωτό  ρεστοράν.

Και φυλακή ήταν για κάμποσο καιρό. (Εκατό σαράντα έξι βήματα, όλο κι όλο, μέσα κι έξω. Ακριβώς μετρημένο. Ούτε βήμα παραπάνω)

Μια μέρα καθώς περνώ, με το κίτρινο εκτυφλωτικό μου αδιάβροχο, και τις μαύρες γαλότσες, κι ενώ η καταιγίδα μαίνεται,

Σταματάω, γονατίζω, σκύβω και κοιτάζω αδιάντροπα κάτω από την ίσαλο γραμμή.

Και τι βλέπω;

Ρίζες.

Έχει βγάλει ρίζες.

Ρίζες βαθιές και χοντρές.

Δεν είναι λοιπόν ο ντόκος που το κρατάει,

οι ρίζες είναι.

Σηκώνομαι  και κοιτάζω ψηλά.

Λοιπόν έχει βγάλει και κλαδιά. Χοντρά  βαριά κλαδιά.

Έχει γίνει δέντρο.

Στέκεται εκεί ανυπόμονο,  έτοιμο κι ανυπόμονο, ονειρεύεται ταξίδια θαλασσινά, βηματίζει νευρικά πάνω στη θάλασσα

Αλλά, έχει γίνει δέντρο.

Αναρωτιέμαι, πώς να του το πει κανείς;

Πώς θα το πάρει;

Οι ρίζες του μουσκεύουν παράλογα στο θαλασσινό νερό και θεριεύουν κάθε μέρα.

Τα κλαδιά του, με τον θαλασσινό ήλιο, αντί να καίγονται, δένουν όλο και πιο πολύ,

Ένα αλμυρό τσουλούφι  φέρνει ο αέρας στο στόμα του κι αυτό , το μασουλάει αναιδώς και

Κάθε μέρα, ετοιμάζεται για απόπλου.

Μια μέρα  στην καθημερινή μου βόλτα, βλέπω ξυλουργούς και τεχνίτες.

Πριονίζουν με μεγάλα πριόνια τα κλαδιά.

Ιστία, για άλλα ιστιοφόρα, καινούρια, θα φτιάξουν.

Και τα πανιά; Πού θα κρεμαστούν τα πανιά, αναρωτιέμαι.

Πώς θα σαλπάρει χωρίς πανιά;

-Μη σε νοιάζει, έχει τη μηχανή, είναι καλό σκαρί, παλιό αλλά καλό, μου φωνάζει μια Λιάνα από μια  βαρκούλα που πλέει στο Έδεμ των παιδικών χρόνων.

(Δεν σ’ άκουσα, δεν ήμουν καν εδώ εκείνο τον καιρό)

-Άστα τα κλαδιά, επιμένει, δώσ’ τα να γίνουν κατάρτια, δε φοβόμαστε τον καιρό, εδώ αλλά κι άλλα νικήσαμε …

-Μα οι ρίζες;

-Άσε και τις ρίζες, οι ρίζες ήταν για να δίνουν τροφή στα κλαδιά. Το τιμόνι κράτα  εσύ και κοίτα μπροστά.

-Ίσως δεν ήταν φτιαγμένο για ταξίδια… ίσως ήταν μια κιβωτός τολμάω να ψιθυρίσω.

 

-Άλλαξε  κι αυτό,  ο κατακλυσμός τώρα έρχεται  από μέσα πια, η κιβωτός σου, είναι το ταξίδι. (Μου πετάει ένας γερο θαλασσόλυκος ανάμεσα στα δόντια του,- σα βρισιά, σαν απαξίωση-που χρόνια τώρα, τον βλέπω  αμίλητο να καθαρίζει και  να πλένει το διπλανό πλεούμενο).

 

Το riscus, το κιβώτιο, η κιβωτός, η ρίζα, το ριζικό, όλα ένα είναι.

 

-Το τιμόνι, κράτα το τιμόνι και  φύγε μπροστά, μόνο να μη χαθούμε…

 

Ας χανόμαστε συνεχώς ,  μόνο να μη χαθούμε  έχει σημασία.

 

 

Ένα καλοκαίρι…όνειρο.

Έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.
Για χρόνια ολόκληρα, ετοιμάζοντας βαλίτσες για διακοπές, στρίμωχνα με αριστοτεχνική επιδεξιότητα: Ρούχα για τέσσερα και αργότερα για πέντε άτομα. Μακό μπλουζάκια, σορτς, εσώρουχα, πέδιλα, σαγιονάρες, παπούτσια θαλάσσης, παντελόνια τζιν μακριά για τις βραδινές ψύχρες, μακρυμάνικα πουκάμισα ή μπλουζάκια ή και τα δύο, κάλτσες και κλειστά αθλητικά παπούτσια, για τα χαλίκια, τις ορειβασίες! και τα φίδια!, ζακέτες, μπουφάν, μπλουζάκια φούτερ, φούστες, φορέματα, κολάν, πέδιλα, πιζάμες καλοκαιρινές για τις βραδινές υγρασίες αλλά και καμιά μακρυμάνικη και μακροπόδαρη για το μικρότερο παιδί (γυρεύεις καμιά φορά, πόσο μπορεί να χαλάσει ο καιρός μες’ το κατακαλόκαιρο;)
Και βέβαια από μια «φορεσιά», «καλών» ρούχων και παπουτσιών, επί πέντε( Χ 5), διότι όταν πηγαίνεις στο μέρος που έχεις συγγενείς, σίγουρα μες το καλοκαίρι θα υπάρξει ένας ή και δύο γάμοι, ή μια και δύο βαπτίσεις ή και μνημόσυνο! (όπου χρειάζεσαι και σκούρα ανάλογη ενδυμασία, σύμφωνα με ήθη και έθιμα της περιοχής)
Όλα τα παραπάνω ρούχα, αναφέρονται σε δύο ενήλικους και τρία παιδιά διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικού φύλου τα πλησιέστερα σε ηλικία, οπότε το καθένα, χρειαζόταν τα εντελώς δικά του.
(Ας μην πάμε σε πιο παλιές εποχές που χρειάζονταν είδη νηπιακής ηλικίας, ειδικά καθίσματα αυτοκινήτου, εκατομμύρια πλειμομπίλ, τρανφόρμερς, παραμύθια, αργότερα κόμιξ, γκειμ μπόι, τουβλάκια, ζωάκια και πάει λέγοντας!)
Στην τσάντα της θάλασσας στρίμωχνα: Καπέλα, μαγιό, πετσέτες, αντηλιακά, κρέμες για το κάψιμο, στικ με αμμωνία για τα τσιμπήματα, πιο παλιά,, μπρατσάκια, αλλά και παιχνίδια θαλάσσης, ψάθες και βέβαια στο βάθος του πορτμπαγκάζ, ομπρέλα με όλα της τα σχετικά. Στα απαραίτητα, συμπεριλαμβάνονται πάντα εκτός των απαραίτητων καλλυντικών και λουστικών, φάρμακα για πυρετό, πονόδοντο, αλλεργίες, θερμόμετρο, πιστολάκι, βούρτσες, σίδερο (μικρό, εντάξει, ταξιδίου)
Χιλιάδες μικροαντικείμενα, όπως: ανοιχτήρι, ψαλίδι, χανζαπλαστ, ζώνη, κορδόνια, βερνίκι, μαχαίρι, κουτάλι, πηρούνι, είδη ραπτικής, σεικερ, σακούλες για διάφορες χρήσεις. Στο αυτοκίνητο βέβαια, συγκέντρωνα τα απαραίτητα σιντι για τις ατελείωτες διαδρομές, νερά, μπισκότα, κεικ κλπ.ακόμα τεντάκια για τον ήλιο! Κλπ. Έτσι κάπως βγήκαν εκείνα τα θαυμάσια ανέκδοτα που με περίμεναν, όταν έφθανα ασθμαίνοντας τελευταία στο αυτοκίνητο, με μια τελευταία τσάντα που έπρεπε κάπου να χωρέσει και μόλις έλεγα: «Άνοιξέ μου το πορτμπαγκάζ» όλοι μαζί φώναζαν: «΄ΌΟΟχχχιιιι» ¨Η το άλλο το εύστοχο, όπου κάποιος έλεγε σοβαρά σοβαρά: «Όπα, όπα! Πού πάμε;Το ψυγείο ξεχάσαμε!» Και όταν εγώ εκνευριζόμουν, το συνέχιζε: «Μα γιατί; Τέσσερα ροδάκια χρειάζεται τίποτα άλλο!» και όταν εγώ απειλούσα να θυμώσω στα αλήθεια, έλεγε αθώα: «Καλά εντάξει πλάκα κάνω» Και σε ένα λεπτό: «Το πιάνο όμως; Γιατί δεν το παίρνουμε;»
Και χαχανίζανε κι άλλο.
Και το άλλο βέβαια, που υποτίθεται ότι ήταν θετικό σχόλιο: «Εσύ, εσύ και ο στρατός έχετε αυτή την τέλεια οργάνωση!»
Αυτές τις εποχές τις θυμάμαι με αρκετή ικανοποίηση. Αφενός αντιμετώπισα αρκετές έκτακτες καταστάσεις με επάρκεια και ηρεμία και αφετέρου: πάντα ήμουν σίγουρη, ότι όταν αυτό που κάνεις είναι σύμφωνο με τα πιστεύω σου και τις ανάγκες σου, αυτό σε κάνει να νοιώθεις σίγουρος, ήρεμος και να είσαι αποτελεσματικός.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, το άγχος για το αιφνίδιο, που μπορεί να σε βρει απροετοίμαστο, έμαθα σιγά σιγά να το χειρίζομαι(;) ή μήπως να αποδέχομαι, ότι δεν μπορείς να προβλέψεις και να ελέγξεις τα πάντα;
Φτιάχνοντας τώρα τη βαλίτσα, όλο σκέφτομαι, «τα φαρφουρένια πιάτα» του Καζαντζάκη που διάβασα στα δεκαοκτώ. Αυτά τα «φαρφουρένια πιάτα» τα άφησα πίσω μου πια. Τίποτα άλλο λοιπόν, μόνον αυτά.

Τρεις ολόκληρους μήνες θα λείψω. Όσο κρατάει το ελληνικό καλοκαίρι. Μπορεί και τέσσερις.
Θα κλειδώσω το σπίτι και θα αφήσω κλειδωμένα μέσα, όλα τα «γιατί» και τα «διότι» και «τα εξ αιτίας» και τα «φοβάμαι» και «λυπάμαι» και τα «ίσως» και τα «δεν μπορώ» και «δεν γίνεται» κι εκείνα τα «μια άλλη φορά» ή «όταν μπορέσω» ή « όταν έχω τη δυνατότητα». Δεν χρειάζομαι πολλά χρήματα για όλον αυτό τον καιρό. Μόνο για βενζίνη, για πρόχειρο ή σπιτικό φαγητό, φρούτα, εισιτήρια σε καραβάκια και μουσεία.
Τα έξοδα θα είναι πιο πολύ για κλειδαριές και ασφάλειες στο σπίτι, σιχαίνομαι τους απρόσκλητους εισβολείς αλλά και πρέπει να τριπλοκλειδώσω όλα όσα θα θελήσουν κλεφτά και ύπουλα να με ακολουθήσουν και να χαλάσουν το όνειρο.
Α! ναι θα υπάρξουν και κάποια έξοδα υποδομής. Σλίππινγκ μπαγκ και μια εύκολη ελαφριά σκηνή για ελεύθερο κάμπινγκ με λίγα, τα απολύτως απαραίτητα αξεσουάρ.
Θα πάρω το πλοίο. Δεν χρειάζεται καμπίνα, ούτε καν αυτές οι εκνευριστικές θέσεις στους καναπέδες, που δίνεις μάχες για να πείσεις κάποιον ότι τρία άτομα κ τρεις βαλίτσες δεν χρειάζονται τρεις καναπέδες και δυο πολυθρόνες. Ούτε οι αεροπορικές που πιάνεσαι. Ούτε οι θέσεις στο μπαρ που ζαλίζεσαι από τις φωνές και το ατελείωτο πηγαινέλα των πάντων. Κατάστρωμα και αν κουραστώ και νυστάξω, θα βρω μια ήσυχη γωνίτσα και θα κλειστώ στο σλίππινγκ μπαγκ μέχρι την ανατολή.
Όταν κατέβω, το πρόγραμμα θα έχει φαράγγια, άλλα με τα πόδια κι άλλα με τ’ αυτοκίνητο. Και χωριά, καταπράσινα, με νερά και εκκλησιές, που το κερί σου μένει αναμμένο για ώρα και μυρίζει κερί και με καφενεία που μαγειρεύουν γιαγιάδες, τα αβγά της κότας τους, τις ντομάτες τους και τη μυζήθρα και τα χόρτα τα άγρια και πίτες με μέλι θυμαρίσιο πικρούτσικο και θα’χει απαραιτήτως πολύ, πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ, θάλασσα. Άλλες φορές στην καταγάλανη θάλασσα κι άλλες σε κρυστάλλινα καταπράσινα νερά, χωρίς ξαπλώστρες και χωρίς καντίνες. Σίγουρα στο Φραγκοκάστελο και στο ελαφονήσι και στην Παλιόχωρα και στη Σούγια και στην Χώρα Σφακιών.Θα ανέβω στην Ανώπολη.Θα κολυμπήσω στα Φαλάσαρνα. Θα φτάσω στην Αγία Ρουμέλη και στο Λουτρό.
Τι να με βρει πια στο Λουτρό, που πάντα τ’ άφηνα; Για τον εαυτό σου δεν φοβάσαι, κάπως τα βολεύεις με το Θεό ή με το πείσμα σου, με τη δύναμή σου και τη θέληση ή την παραίτησή σου και την μοιρολατρία σου, για τα παιδιά φοβάσαι. Που εκεί δεν χωράει λογαριασμούς και παζαρέματα.
Θα προσκυνήσω άλλη μια φορά τα θύματα της θηριωδίας στην Κάνδανο . Μετά θα προχωρήσω στο Ρέθυμνο. Θα δω τα μικρά μουσεία, τα χωριά και τα νερά της Αργυρούπολης. Και τον Πρέβελη. Τον Πρέβελη κακώς τον άφησα. Τρία παιδιά να κατεβούν τόσα σκαλοπάτια και με τα πράγματα της θάλασσας στο χέρι, στην Ελλάδα είναι λογαριασμός και δείλιασα. Κανένας δεν απλώνει το χέρι του να σε βοηθήσει κακά τα ψέματα, παρά μόνο αν είναι αλλοδαπός! Ας είναι, ήρθε η ώρα του! Ευτυχώς δεν στέρεψε, με περίμενε, γιατί καμιά φορά μέχρι να πάρεις εσύ την απόφαση να κάνεις κάτι,
Δεν γίνεται πια.
Θα κατέβω στον Πλακιά κι αφού δεν έπαθα το έμφραγμα τότε, που ήμουν ανίδεη από την παγωνιά του και την αγριάδα του και με δοκίμασε αν κάνω για εξ αγχιστείας κρητικιά, ε, τώρα πιστεύω πως μπορούμε να τα βρούμε φιλικά.
Το ελεύθερο καμπινγκ θα το κάνω εκεί, στην παραλία του Άγιου Παύλου που χρόνια το ακούω και το ονειρεύομαι. Δεν πειράζει κι αν απαγορεύεται. Ας είναι για μια βραδιά, έτσι για να ξυπνήσουμε από τον παφλασμό της θάλασσας με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Να μπούμε στη θάλασσα και να βγούμε εκατοντάδες φορές, μέχρι να βαρεθούμε και να βάλουμε φωτιά να ψήσουμε κάτι για πρόχειρο φαγητό. Κι αν έλθουν «οι πολισμάνοι», να τους πω πως ήταν τάμα στον Άγιο Παύλο να κοιμηθώ στην αυλή του κι αν τους βαστάει, ας τα βάλουν με τον Άγιο.
Έξω απ το Ηράκλειο, θα ρωτήσω να βρω, αυτόν που έχει το ταβερνείο και στις εφτά το πρωί, σερβίρει σουβλιστό για πρωινό, με κρασί και τυρί και θα διορθώσω την αμαρτία μου που μετανιώνω μια ζωή, όταν προτίμησα το νεσκαφέ με τα Export και τη μαρμελάδα με το ψωμί, αρνούμενη μετά βδελυγμίας, όλο εκείνο το γαστριμαργικό πρωινό όργιο, που φοβήθηκα πως θα με αφομοιώσει και απέρριψα απολύτως.
Στο Ηράκλειο είναι κι η Μαρία που αλληλογραφούσαμε στα δεκαπέντε μας και που αν είχα μια αδελφή, αυτή θα ήταν χωρίς αμφιβολία. Θα τη δω απαραιτήτως θα ακούσω τις σοφίες της με την τραγουδιστή Λασιθιώτικη φωνή της και θα μετρήσω τα χρόνια που περάσανε και δεν χαλάσανε τίποτα απ’ την επαφή μας. Θα δω το μουσείο και θα κολυμπήσω σε γαλάζιες ακρογιαλιές.Θα «γνωρίσω» και τη Λιλή, που παίζαμε μικρές στην Ηλιούπολη και θυμάμαι τα μακριά και αδύνατα δάχτυλά της!
Τέλος θα φτάσουμε στο Λασίθι.Θα πάμε στην Ιεράπετρα και τη Σητεία,στο Βάι και την Αγιά Φωτιά και το Ζάκρο, με τα υφαντά στους δρόμους και τον Άγιο Νικόλαο με τη λίμνη τη βαθειά την άπατη, σαν την άπατη ψυχή του ανθρώπου.
Θα μένουμε σε μικρά δωμάτια, χωρίς πρωινά με ωράριο που χρειάζεται ξυπνητήρι για να τα προλάβεις. Θα κολυμπάμε ατέλειωτα, ώρες άσχετες και ασύμβατες με τους επίσημους τουρίστες, θα ζούμε στα μικρά χωριά και στα κεφαλοχώρια, θα βλέπουμε τις παραστάσεις ή τις μουσικές στις πλατείες και στις αυλές των σχολείων και θα μαζεύουμε κοχύλια, βότσαλα κι ηλιοβασιλέματα. Θα πάμε όπου μπορούμε να δούμε τρύγο και πάτημα σταφυλιών και ό, τι άλλο γνήσιο κάνει ή γιορτάζει ο τόπος.
Στο τέλος του καλοκαιριού, όταν θα αρχίσουν οι μέρες να μικραίνουν, θα λυπηθούμε, αλλά θα κολυμπάμε ακόμα με τα μικρά κύματα και τις συννεφιές και θα μαζεύουμε αέρηδες. Θα βλέπουμε τον ήλιο σιγά σιγά να αλλάζει χρώμα και τον ουρανό άλλοτε να σκουραίνει κι άλλοτε να επιμένει πεισματάρικα στο γαλάζιο. Θα αρχίσουμε να φοράμε πιο συχνά τη ζακέτα τα βράδια και θα πίνουμε λίγο κρασάκι όταν ψυχραίνει.
Αν βρέξει θα περπατάμε στη βροχή, χωρίς ομπρέλα, χωρίς φόβο, χωρίς ενόχληση. Θα μυρίζουμε τη βρεγμένη γη και θα ξεφοβόμαστε το θάνατο.
Θα γυρίσουμε όλα τα ξωκλήσια και θα ανάψουμε όλα τα καντήλια τους κι ας έχει αντίρρηση κι ο Μάρξ κι ο Λένιν κι όλοι οι επίγονοι τους.
Δεν θα κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, έτσι κι αλλιώς αυτοί είμαστε και η ουσία δεν θα κρίνεται, παρά μέσα μας. Σε όσα νοιώθουμε, σε όσα μάθαμε, σε όσα δίνουμε σε όσα χαιρόμαστε σε όσα δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας.
Δεν θα ανεβούμε σε ζυγαριά, η λιτή ζωή και η μη εξάρτηση από την άμετρη κατανάλωση θα δώσουν το σωστό μέτρο και δεν χρειάζεται άλλο μέτρημα.
Δεν θα έχουμε μαζί καλλυντικά, εκτός από αντηλιακό, η ομορφιά θα αναβλύζει από την επαφή μας με τη φύση και την έλλειψη τοξινών.
Δεν θα έχουμε υπολογιστή μαζί, γιατί «το ταξίδι» θα είναι αποτοξίνωση ολοκληρωτική.

Ναι λοιπόν θα λείψω όλο το καλοκαίρι, καθόλου δεν θα λυπηθώ που δεν θα είμαι παρούσα στις εξελίξεις, όλο νοιώθω πια πως δεν επηρεάζονται στο ελάχιστο από κανέναν.
Το ερώτημα είναι επηρεάζονταν ποτέ;
Ναι.
και
Όχι.
Λοιπόν το ταξίδι αυτό που θα το κάνω, Θα είναι ο μήνας του μέλιτος, που δεν έκανα τότε. Που δεν έκανα ποτέ. (Προσαυξημένος με τους απαραίτητους τόκους) Αυτό που δεν έκανα Τότε που έπρεπε {«να βγει» η γιορτή νεολαίας} και δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε στη μοίρα της και να τρέχουμε σε «μήνες του μέλιτος» και άλλα τέτοια μικροαστικά!

Όμως μη βιαστείτε να με μακαρίσετε ούτε να ζηλέψετε.
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα του, ελπίζω πώς θα έρθει, μια και το ονειρεύομαι πολύ και πιστεύω πώς το δικαιούμαι.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς υποχρεώσεις;
Χωρίς πρέπει;
Και πότε νοιώθουμε την έννοια του καθήκοντος;
Πότε; Γεννιόμαστε έτσι;
Την αποκτάμε με τα γεγονότα, ή έρχονται οι μοίρες :

Έτσι μου το’ δωσαν οι μοίρες,
Η μια μετά την άλλη, τρεις φορές.
«Να υπολογίζεις το καθήκον, είπε επίσημα η πρώτη.
Το καθήκον, επανέλαβε η δεύτερη,
«και …να υπολογίζεις το καθήκον σου»,συμπλήρωσε η τρίτη.
Ήταν σαν το «τρις εις θάνατον»
για να μην μπορείς να ξεφύγεις απ΄τη μοίρα σου.
Η διαδρομή είναι πάντα η ίδια.
Δεν ξεφεύγεις ποτέ.

Του χρόνου τέτοιες μέρες θα αρμενίζω στα πέλαγα.
Μπορεί να μην πάω στην Κρήτη.
Μπορεί να πιάσω μια μια τις Κυκλάδες και να τις ξεκοκαλίσω μέχρι το μεδούλι.
Μπορεί τα Δωδεκάνησα!
Μπορεί και να είμαι στην Κούβα! Πριν αλλάξει ολοσχερώς.

Του χρόνου μόλις τελειώσουν οι πανελλήνιες θα έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και θα βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.

Απ’ το στάχυ στο ψωμί.

ψωμί

Μπορείς να είσαι το χώμα, που το πατούν αλλά είναι απαραίτητο κι ανεκτίμητο. Να οργωθείς, να ανακατευτούν και να σπάσουν «τα μέσα σου», για να γίνεις μαλακός, να κατακερματιστεί το όλον σου, κατ’ ανάγκη σε φαρδιές αυλακιές, χωρίς κανείς να σε ρωτήσει.
Μπορείς να είσαι ο σπόρος, που θα μείνεις κρυμμένος στο σκοτάδι, βαθειά στις αυλακιές και για καιρό, να νοιώθεις αλλαγές στη θερμοκρασία, άλλοτε υγρασία άλλοτε ζέστη, και σιωπηλά να ακούς ευχές, αγωνίες ή αγανάκτηση. Για κάποιο διάστημα μπορεί να πέσεις σε λήθαργο και όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, τότε να βλαστήσεις και να γίνεις ένα μικρό πράσινο βλαστάρι με ρίζες, δίνοντας αγαλλίαση σε όσους σε έσπειραν και σε εμπιστεύτηκαν.
Μπορείς να είσαι ο καταπράσινος μίσχος, που σιγά σιγά θα μεγαλώνει, θα ροδίζει, θα είναι φορτωμένος με καρπό και ελπίδες, χωρίς να διαψεύσεις όσους σε φρόντισαν, σε περίμεναν και κρέμασαν σε εσένα το βλέμμα και τις ελπίδες τους.
Μπορείς να είσαι το δρεπάνι που κόβει τα στάχυα, αλλά μπορεί κάποια φορά να γίνεις και το δρεπάνι που κόβει άτεχνα και σκληρά και καταστρέφει ό, τι φύτρωσε.
Μπορείς να είσαι ο άνθρωπος που κρατάει το δρεπάνι και τότε να αποφασίζεις τι κόβεις, πόσο, πότε και πώς…
Μπορείς να είσαι το αλώνι, ο χώρος που θα επιτρέψει, που θα δώσει τη δυνατότητα σε κάποιον, να συγκεντρώσει και να «μαλακώσει» τον καρπό.
Μπορεί να είσαι ένα «ζώο», που υπομονετικά θα κάνει ατελείωτους κουραστικούς γύρους πατώντας πάνω στα συγκεντρωμένα «γεννήματα» που χρειάζονται υπομονή αντοχή και πείρα για να εξομαλυνθούν…
Μπορείς να είσαι ο λιχνιστής. Να πετάς στον αέρα, ανακατεμένα τα πολύτιμα και τα λιγότερο πολύτιμα και να περιμένεις, ο καιρός «ο άνεμος», η φύση, να τα ξεχωρίσει, χαρίζοντάς σου το πολύτιμο, χωρίς να πάρεις εσύ τις δύσκολες αποφάσεις.
Μπορείς να είσαι για κάποιον ή για πολλούς, ο πολύτιμος καρπός, αλλά μπορείς να είσαι και το άχυρο.
(Μπορείς να είσαι η αλωνιστική μηχανή. Να διαλέξεις τα πράγματα να γίνουν μηχανικά, σύγχρονα, γρήγορα, χωρίς να αφιερώσεις χρόνο, χωρίς να κάνεις κόπο, χωρίς να διαθέσεις συναισθήματα και σκέψεις, χωρίς να αφήσεις την ψυχή σου να συμμετέχει.)
Μπορείς να είσαι η μυλόπετρα. Να έχεις σιδερένια αντοχή, πέτρινη καρδιά, επιμονή και υπομονή αιώνια και να αλέθεις λάθη, αδυναμίες, ολιγωρίες, ελαττώματα ,εγωισμούς, μικροθυμίες, κακίες και ελλείψεις, χωρίς να σταματάς, χωρίς να κουράζεσαι ,χωρίς να παραιτείσαι.
Μπορείς να είσαι το υποζύγιο που μεταφέρει τα σακιά με τον πολύτιμο καρπό. Πρέπει να είσαι ήρεμος, υπομονετικός και να βοηθάς «στις ανηφόρες», χωρίς «να μουλαρώνεις!»
Μπορείς να είσαι το αλεύρι. Έχεις περάσει με επιτυχία όλα τα δύσκολα, είσαι κοντά πολύ κοντά στην τελική απολαβή, σε λίγο θα έχεις χειροπιαστό αποτέλεσμα!
Μπορείς να είσαι το νερό, να ρέεις και να ενώνεις. Χωρίς αυτό, το καλύτερο αλεύρι είναι άχρηστο.
Μπορεί όμως να είσαι και το αλάτι. Η μικρή απαραίτητη λεπτομέρεια .
Μπορεί να είσαι το προζύμι. Η πιο χρονοβόρα διαδικασία όλης της τελικής πορείας, μετά την απόκτηση του αλεύρου, για να φτάσεις στο ζητούμενο αποτέλεσμα. Μπορεί να είσαι αυτό το λίγο, το πολύτιμο ελάχιστο, που θα δώσει στη ζωή του άλλου ή πολλών άλλων, όγκο (περιεχόμενο), άρωμα (ιδιαιτερότητα) και γεύση (απόλαυση). Μπορεί να σου προσδώσουν και «ιερές ή αγιασμένες» ιδιότητες και να ασχολούνται διαρκώς μαζί σου για μέρες… (μέρες- χρονικά διαστήματα)
Μπορείς να είσαι το ζυμάρι .Που όπως η ανάμειξη των διαφορετικών υλικών δίνει μια αρμονική, ωριμασμένη, ομοιόμορφη μάζα, έτσι και εσύ με την ανάμειξη πολλών μικρών και μεγάλων, γλυκών και αλμυρών ιδιοτήτων και χαρισμάτων, μπορεί να δίνεις με ηρεμία, χαλάρωση και ικανοποίηση, το πιο σημαντικό στάδιο στη δημιουργία της δυνατής, ώριμης και γεμάτης, πολύτιμης για τη συνέχεια της ζωής τροφής . Απαραίτητα για την επιτυχία, είναι η υπομονή, η επιμονή, η καλή διάθεση, η καθαριότητα της ψυχής σου και των προθέσεών σου και η κατάλληλη θερμοκρασία. Το «πάγωμα» ή «το ζεμάτισμα» μπορούν να καταστρέψουν τα πάντα.
Μπορείς να είσαι ο φούρνος. Χρειάζεσαι μεράκι, υπομονή, και τεχνική που θα αναπτύσσεις σιγά σιγά, χωρίς να απογοητεύεσαι, χωρίς να παραιτείσαι, μέχρι να βρεις τις σωστές αναλογίες για να μην σβήνεις τη φλόγα, ούτε όμως να δημιουργείς μια πυρκαγιά.
Τέλος μετά από όλο αυτόν τον αγώνα ,
Μπορείς να γίνεις ο Άνθρωπος που θα γευτείς το γλυκό ,θρεπτικό, ζεστό, μυρωδάτο, αποτέλεσμα των κόπων σου, γεμάτος ευγνωμοσύνη, καλοσύνη, χαρά,γνώση,προσπάθεια,υπομονή,επιμονή,αλήθεια,ελπίδα,σύνεση,ενσυναίσθηση ,θάρρος και ωριμότητα.
Απαραίτητη προϋπόθεση, είναι να περάσεις από όλους τους ρόλους και να σταθείς για λίγο, περνώντας στον επόμενο.
Γιατί αν μείνεις σε έναν, βολικό, εύκολο, άκοπο και αμέτοχο
και περιμένεις ανυπόμονα και εγωιστικά να γευτείς,
Μπορείς τότε, να είσαι και η τρίχα στο ζυμάρι.