Καλοκαιρινά θαύματα

Όπως το νεογέννητο με κλειστά μάτια σχεδόν, αρχίζει να θηλάζει στον αέρα ψάχνοντας για την πηγή της ζωής,
Έτσι νοιώθεις,
έτσι ξεκινάς.
Να «γεμίσεις» με ανάλαφρη ζωή, με λίγη ξεγνοιασιά, απόσταση και λήθη, διάφανη και λαμπερή/φωτεινή ατμόσφαιρα.
Κάτι σε σπρώχνει να φύγεις, με κάθε θυσία λίγο, για αλλού.
Όχι για ¨διακοπές¨, αλλά να, κάπως νοιώθεις πώς αν «ταπετσάρεις»
με όλα τα μπλε και τα σμαραγδί και τα γαλάζια της θάλασσας, με το βαθύ μπλε του ουρανού, με τα πράσινα και κόκκινα των δένδρων και των λουλουδιών, με το αφρισμένο λευκό του κύματος ,
όλο το μέσα σου,
αν το φωτίσεις με καθαρό και λαμπερό φως,
όταν μπει το νυστέρι,
δεν θα βρει τίποτα κακό.
Μόνο αλμύρα και θαλασσινή αύρα και σμαραγδένιες θάλασσες, εκκλησάκια και άσπρα σπιτάκια, με αυλές και λουλούδια
θα βρει μόνο φωτάκια να φέγγουν στη καλοκαιρινή νύχτα και καφτάνια που φουσκώνουν στις αμμουδιές σαν πανιά σε πλεούμενα που αρμενίζουν
και τον Άγιο στο μοναστήρι, βλοσυρό, να απαγορεύει τις θλιβερές συνέχειες,
και τη Βαγία,
που με το θησαυρό της, θησαύρισε πολλά βράδια κοιμίζοντας παιδικά ματάκια, τότε που τα προβλήματα ήταν εύκολα ,
αλλά κανείς δεν το ήξερε.
Νησάκια του Σαρωνικού.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά…
Θα έπρεπε να τα συνταγογραφούν οι γιατροί.
Rp: «Τρεις τέσσερις μέρες Αίγινα και αν δεν υπάρχει βελτίωση, τρεις μέρες Πόρο»
Σε σοβαρές περιπτώσεις, να συστήνουν Κυκλάδες, ή Δωδεκάνησα και Ικαρία, πάντα λίγο απόμακρα κάπως σιωπηλά, ταπεινά και γαλήνια, όχι τουριστικά.
Εκεί που η ψυχή του ανθρώπου γίνεται ανάλαφρη και μπορεί να ακουμπήσει, σε γλάρους, σε καμπαναριά, σε καΐκια, σε ελιές και φιστικιές, εκεί που η ψυχή ανάλαφρη, μπορεί να ξεχάσει, να κάνει την υπέρβαση και να πιστέψεις έστω για λίγο, ότι τίποτα δεν έγινε, μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή
Εκεί που ο φόβος δεν έχει εισιτήριο, και τον πετάει έξω ο λιμενικός
Δεν επιβιβάζεται στο καράβι μας και δεν μας ακολουθεί
Εκεί που η φύση επιμένει και κυριαρχεί αυτοκρατορικά
Εκεί που όλα δένουν αρμονικά και παύεις να είσαι ένα μοναχικό, αλλότριο.

Και εκεί που αιφνίδια, η φύση και εσύ έχεις αρχίσει μια ακόμα νέα σχέση, άγουρη και σύντομη, εφήμερη
χωρίς να το επιδιώξεις,
αναπάντεχα, έρχεται να σε συναντήσει ο άνθρωπος, ο άνθρωπος που ελεημονεί με την τέχνη!
Σαν να ένοιωσε το σιωπηρό σου κάλεσμα, προτού καν το νοιώσεις εσύ
Αιφνίδια σε δρομάκι με πλήθος μαγαζιών, με ανθρώπους ανθρωπένιους, με αγορά, με «εδώδιμα κι αποικιακά»
Ανοιχτή μια πόρτα, σε καλεί σε προσκαλεί, λίγο ντροπαλά
Σαν να έχει χέρια και σ’ αγκαλιάζει λίγο αδέξια, αλλά θέλει να σου προσφέρει.
«Λαογραφικό μουσείο»
Μια έκθεση ζωγραφικής: Κυριακή Χριστακοπούλου @Kyriaki Christakopoulou
Πώς έρχεται το ίαμα και σε βρίσκει όταν όλο σου το είναι το έχει τόσο ανάγκη…
Πώς τα χρώματα, τα παιδικά πρόσωπα, οι σταυροφόροι, η Περσεφόνη, ο ακροβάτης, «κουμπώνουν» μέσα σου…
Πώς η τέχνη δεν αφορά τους λίγους στις απροσπέλαστες αίθουσες του Κολωνακίου
Πώς κλείνει μέσα σου μια τρύπα που δεν την κάλυψε η θάλασσα και η φύση
γιατί αυτές είναι αιώνιες κι εσύ είσαι θνητή
Πώς έχεις ανάγκη τόσο την ανθρώπινη έκφραση για να νοιώσεις, για να γαληνέψεις, για να ησυχάσεις, για να πάρεις δύναμη και να συνεχίσεις…
Πώς συμβαίνουν τα θαύματα;
Όλα τα θαύματα,
Τα θεϊκά αλλά και τα ανθρώπινα
Όταν τα επιζητάς,
Όταν τα έχεις αδήριτη ανάγκη
Όταν πιστεύεις σ’ αυτά
Και πόσο ανάγκη τα έχουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, κάθε στιγμή
Πίνακες με χρώματα και έννοιες ιαματικές,
Με ιστορία και γνώση, με ελπίδα και αέναη συνέχεια
Με νόημα,
«Το τέλος της αθωότητας»
Πότε τελείωσε η δική σου αθωότητα;
Τελείωσε;
Όχι τότε που νομίζουν οι πολλοί…
Πόνεσε;
Πονάει ακόμα;
Πόσο σου κοστίζει;
Κι όμως, οι πίνακες, σου δίνουν μιαν απάντηση, σου δίνουν «κάτι»
Έχεις την τύχη να «κοινωνήσεις» αυτό το διαχρονικό «κάτι» που έρχεται από μύθους, θρύλους, παραδόσεις, ιστορία, παραμύθια, ιδέες, και απαλύνει τον πόνο και …
Ναι , μπορείς να ελπίζεις, να ταξιδέψεις και να σκεφτείς ότι μπορείς να ζήσεις αθώος,
Μετά το τέλος της Αθωότητας

Στον αφρό και στο βυθό

Σκαρί απ’ τα παλιά
Ξύλινο
Μεσαίο μέγεθος με φαρδύ σκελετό
Εξωτερικά τα’ χει τα χρονάκια του
Και τα δείχνει.
Όταν είναι βαμμένο, γυαλισμένο και μακιγιαρισμένο,
κρύβει κάτι λίγα χρόνια
και κάμποσες τρικυμίες
Εσωτερικά όμως…
αξιόπλοο μέχρι προσφάτως,
με όλα τα απαραίτητα έγγραφα επαρκώς σφραγισμένα
Με τα ημερολόγιο γραμμένο ευκρινώς
Κι αν κάποιες σελίδες είναι λευκές,
δεν είναι άγραφες
Είναι ειδικό μελάνι, για υποψιασμένους και ομοιοπαθείς.
Διαβάζονται με κόλπο.
Τα σχέδια πλεύσης του,
σε γενικές γραμμές ξεκάθαρα.
Με περιθώρια για απρόβλεπτες στάσεις σε ξερονήσια ή σε φιλόξενα νερά
Με πληρωμένες τις ασφάλειες,
πλέει ασταμάτητα για πολλές δεκαετίες συνεχώς
χωρίς ναυάγια,
μόνο κάτι μικρές ανταρσίες, χωρίς συνέχεια
και επισκευές στο λιμάνι, χωρίς κίνδυνο.
Μόνο να, τελευταία, πλέει
σε βαθειά νερά.
Σκοτεινά και θολά
Άλλοτε φουρτουνιασμένα,
απειλητικά, με θεόρατα κύματα,
από κείνα που το καταπίνουν αύτανδρο.
Με μεγάλο κόπο, γυρίζει και αφήνει το «κόντρα στον καιρό»
Τώρα λίγο πιο ήρεμα.
Άλλοτε αφήνει απόνερα
Άλλοτε χάνεται στην καταιγίδα και δεν αφήνει κανένα ίχνος
Άφαντο.
Με αμπάρια πολλά
Γεμάτα ως επάνω
Παλιές εκδρομές και οικογενειακά τραπέζια,
Πρόσωπα που πρόλαβαν και γέρασαν και άλλα πρόωρα γερασμένα
Κατά βάθος μωρουδιακά.
Με ημιτελείς αποφάσεις και ημιτελείς υποσχέσεις
Φωτογραφίες, πολλές
Έγχρωμες και γελαστές χωρίς ρυτίδες
με μάτια που δεν καθρεφτίζουν απώλειες,
χωρίς φόβο,
ανυποψίαστα,
αθώα.
Και άλλες φωτογραφίες
Απούσες.
Κανείς δεν βγάζει φωτογραφίες
Όταν διανύει το θάνατο
ή την αρρώστια
το φόβο ή τον πόνο.
Αυτές είναι πάντα ασπρόμαυρες
Τσαλακωμένες
Δυσανάγνωστες
Αυτές που δεν τυπώθηκαν
Συνημμένες στις λευκές σελίδες
του ημερολογίου.
Και άλλα αμπάρια
Σκοτεινά
Κλειστά
Βαθειά
Ανοιχτά στον πυθμένα της θάλασσας
Από τη μια μεριά
Μπαινοβγαίνουν θεόρατα θαλάσσια τέρατα
Δοκιμάζουν να εισβάλλουν στο πλεούμενο
Από μέσα όμως,
Είναι κλειδωμένα με βαριές αλυσίδες και θεόρατα λουκέτα σκουριασμένα.
Και οι πόρτες ,
Αχ αυτές οι πόρτες, οι ενδιάμεσες
Βαριές, ασήκωτες, σιδερένιες.
Πόση δύναμη για να ανοίξουν
Και πόση κόντρα, για να κρατηθούν ανοιχτές
Εσύ να σπρώχνεις,
από δω
Κι ο αέρας, η θάλασσα, η πίεση,
(η κακιά στιγμή, ο αστάθμητος παράγων, το τυχαίο ),
ο ιανός να σπρώχνει με βία,
από κει
Αχ αυτές οι πόρτες
Που αν κλείσουν με δύναμη
Μπορεί να σου αποκόψουν
Τον μισό εαυτό
Ή και ολόκληρο.
Να σε συνθλίψουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό,
Χωρίς τύψη, απολογία ή αιτιάζοντα λόγο σε κανέναν
Και τα φώτα
Πολλά. Άσπρα, κίτρινα, φώτα,
γιρλάντες φωτεινές.
Φώτα πανηγυρικά, να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα.
Είμαι εδώ!
Πλέω, ταξιδεύω
στο χρόνο,
χορεύω στα κύματα,
τιθασεύω με το εκτόπισμά μου
τα σκοτεινά βάθη
Υπάρχω.
Και άλλες φορές, που το μπλακ αουτ
Του απρόσμενου
Του ανεπιθύμητου
Του φοβερού βήματος,
Δίνει το απόλυτο σκότος.
Και την απόλυτη τυφλή πορεία
Χάνονται οι νόμοι της φυσικής,
της μηχανικής
Χάνονται τα σχέδια πλεύσης
Χάνεται η λειτουργικότητα
Χάνεται ο έλεγχος
Χάνεται η δύναμη του κυβερνήτη.
Ακυβέρνητο σκάφος
Το σκάφος είναι ακυβέρνητο.
Είμαστε Ακυβέρνητοι!
Και άοπλοι.
Είμαστε άοπλοι!
Είμαστε άοπλοι!
Νάτο το νόημα.
Αυτό ήταν λοιπόν το νόημα.
Τώρα μπήκαν όλα σε μια σειρά κατανόησης
Γιατί αλλιώς…
πορείες,
διαμαρτυρίες,
αγώνες
Τόσες συνεδριάσεις
Και ολομέλειες
Και γενικές συνελεύσεις
Συγκεντρώσεις και Πορείες
Και καταλήψεις
πανό,
εφημερίδες,
και ψηφοφορίες
και συνέδρια
(Με γραμμή και χωρίς γραμμή)
Κι όμως
Εντέλει,
είμαστε Άοπλοι
Είμαστε Άοπλοι.
Δεν μπορείς
να καταγγείλεις,
να αντιδράσεις,
να διαμαρτυρηθείς,
να βρεις το δίκιο σου.
Να πεις «διαφωνώ».
Δεν θέλω.
Δεν είναι αυτή η πορεία μου,
Δεν είναι αυτή η δική μου πορεία.
Δεν συμφωνώ, δεν ακολουθώ.
Τίποτα από όλα αυτά δεν σε σώζει πια
Τίποτα δεν δίνει το ζητούμενο φως
Μόνο όσα κουβαλάς στα αμπάρια σου
Αποκτήματα
Όλα όσα απόκτησες,
Με κάθε τρόπο,
Νόμιμο, άνομο, επώδυνο,σκόπιμο,τυχαίο.
Με κόπο
Και η σαβούρα βέβαια.
Όλα δικά σου
Με τον κόπο σου και τον πόνο σου
Και όλα όσα δεν πίστευες.
Χα! Όλα όσα δεν πίστευες!
Αυτά ήρθαν να σε συνδράμουν στα σκοτάδια
Μόνο αυτά, σού στέκονται στο σκοτάδι
Στα σκοτάδια
Οι φάροι
Οι φάροι πάντα σταθεροί
Να δίνουν μιαν ελπίδα
Και ένα όνειρο μεταμεσονύκτιο ασφάλειας
Φάροι,
εκείνα τα χρωματιστά λαμπάκια
Αυτά που έβαζε τελευταία στιγμή, ο πατέρας στο δέντρο.
Εκείνα που φώτιζαν το θαύμα.
Εκείνα φωτίζουν, ακόμα,
το απόλυτο σκότος και μπορεί να φέρουν το θαύμα.
Κι εκείνο το φωτάκι στο χωλ ,
που το άφηναν ανοιχτό για να φωτίζει τη νύχτα,
να διώχνει τα άσχημα όνειρα.
Και το καντήλι, ναι ,ναι, εκείνο που πάντα, σου έφταιγε
Εκείνο φωτίζει τώρα,
επαρκώς,
όλο το εσωτερικό σου!
Και η πορεία σου ως τώρα.
Τα σημειωμένα λιμάνια σου
Και τα μάτια
Τα βλέμματα,
Λάμπουν στο σκοτάδι και βρίσκεις λίγο το δρόμο.
Το πλεούμενο επισκευάζεται, με ισχυρά υλικά
Ξένα προς το γήινο σκαρί.
Και η θάλασσα
Η θάλασσα άλλαξε.
Νέα νερά,
Αλλιώτικα.
Έως κυματώδης
Ποτέ πια τρικυμιώδης.
Νηφάλια
Θάλασσα με γλυφό νερό,
Αβαθής,
Γλυκιά.
Θάλασσα ιαματική
καθημερινά,
πρέπει να την πίνεις με τα μάτια
Με τα αυτιά
Με την όσφρηση
Με τη γεύση
Με το δέρμα.
Σα φάρμακο,
Ίαμα
Συμπληρωματικά,
Αν δεν επαρκεί,
Natrum muriaticum
Επιμένεις
Χαράζεις νέο σχέδιο πλεύσης και ορίζεις νέο καπετάνιο
Πιο συνετό
Και νέα καθήκοντα στο πλήρωμα.
Νέο κουμάντο τώρα.
Και καινούρια αμπάρια, κλειδωμένα γερά,
Αρκετά επικίνδυνα.
Ελπίζω τσιμενταρισμένα γερά,
στον πυρήνα,
για τον φόβο της διαρροής
Και το όνομα
Αλλάζεις το όνομα στο σκαρί
Το όνομά του πια,
Ελπίδα.

Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.

Πού πας καραβάκι

 

Εκεί στην προβλήτα,

είναι ένα καράβι,

το βλέπω χρόνια.

Γυαλιστερό, καινούριο, έτοιμο.

Είναι έτοιμο για ταξίδια.

Το βλέπω. Το βλέπω πώς κουνιέται ανυπόμονα.

Ακούω πώς θροΐζει η θάλασσα γύρω του, στενάζει απ΄ το βάρος του. Πατάει τον Αρχιμήδη στο λαιμό και δεν νοιάζεται.

Βιάζεται, ανυπομονεί, ξεφυσάει  να οργώσει τις θάλασσες.

Να εξερευνήσει ωκεανούς, να περάσει πορθμούς , να πιάσει λιμάνια , να περάσει κάτω από γέφυρες, να μείνει αρόδο, να σταθεί μεσοπέλαγα, να φουλάρει ολοταχώς .

Χρόνια το βλέπω να ετοιμάζεται.

Βαμμένο, ούτε καλαφάτισμα δεν χρειάζεται, είναι έτοιμο.

Με φωτεινές λιακάδες και νυσταγμένες συννεφιές, με αφρικανικούς   καύσωνες και ανέλπιστες καταιγίδες.

Είναι εκεί, είναι έτοιμο.

Έτοιμο.

Ονειρεύεται.

Θα είναι υπερωκεάνιο, με όλα του τα φουγάρα στο φουλ,

Θα φτάνει στις βόρειες θάλασσες, θα  διασχίζει τον Ατλαντικό,

Θα είναι παγοθραυστικό, θα χορεύει ανάμεσα στους πάγους ανάλαφρα και διόλου δεν θα θυμάται τον τιτανικό,

Θα είναι γκαζάδικο, θα μεταφέρει επικίνδυνα εύφλεκτα φορτία, αλαζονικά σίγουρο για την επιτυχία του και την ασφάλειά του,

Θα είναι φορτηγό, θα μεταφέρει στεγνά φορτία, κερδοφόρα, δεν θα χάνει ναύλο,

Θα είναι ποστάλι, θα πηγαινοφέρνει κόσμο,

Θα είναι κρουαζιερόπλοιο, χορευταράδικο  και πολυτελές,

Θα είναι ιστιοπλοϊκό, αγώνες και παρέες και αναμνήσεις,

Θα είναι ψαράδικο, θα καταψύχει άπονα χιλιάδες ζωντανά ψάρια,

Θα είναι καΐκι, θα αρμενίζει από νησί σε νησάκι, με θαλασσινό αγέρι,

Θα είναι ιστιοφόρο, ανακαλύψεις, νέα ζωή και  κόκκινο αίμα,

Θα είναι ταχύπλοο, θα καλύπτει επείγουσα ζωή,

Θα είναι πολεμικό, φρεγάτα, υποβρύχιο, ναρκαλιευτικό,

Θα είναι…

Θα είναι …

Θα είναι…

Κάθε φορά που περνάω, με το κίτρινο μακρύ αδιάβροχο και τις μαύρες γαλότσες μου,

είναι εκεί , έτοιμο,

το φουγάρο του βγάζει μαύρο καπνό,

οι μηχανές του ακούγονται ρυθμικά,

η σημαία του κυματίζει δυνατά στον αέρα.

Ο ιστός  της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος.

Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα.

Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά.

Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα , να ανεμίζεις.

Η σημαία,

Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα.

Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας.

Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο.

Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και  τις θολές τις ανομολόγητες.

Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες,(κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα  νικηφόρες).

Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης, (ίσα να θάψουμε τα λείψανα  και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και  ιδέες).

Εκεί είναι το πλεούμενο,

το βλέπω, το χαϊδεύω με το βλέμμα, το αποχαιρετώ με συγκίνηση.

Είναι έτοιμο, έτοιμο για φευγιό.

Κάθε φορά που περνώ,

Το βλέπω.

Τελευταία το παρατηρώ προσεκτικά.

Κι αρχίζω να το βλέπω πραγματικά

Άλλοτε είναι πλωτό σπίτι.

Άλλοτε  πλωτό σχολείο.

Άλλοτε  πλωτό νοσοκομείο.

Άλλοτε πλωτό  ρεστοράν.

Και φυλακή ήταν για κάμποσο καιρό. (Εκατό σαράντα έξι βήματα, όλο κι όλο, μέσα κι έξω. Ακριβώς μετρημένο. Ούτε βήμα παραπάνω)

Μια μέρα καθώς περνώ, με το κίτρινο εκτυφλωτικό μου αδιάβροχο, και τις μαύρες γαλότσες, κι ενώ η καταιγίδα μαίνεται,

Σταματάω, γονατίζω, σκύβω και κοιτάζω αδιάντροπα κάτω από την ίσαλο γραμμή.

Και τι βλέπω;

Ρίζες.

Έχει βγάλει ρίζες.

Ρίζες βαθιές και χοντρές.

Δεν είναι λοιπόν ο ντόκος που το κρατάει,

οι ρίζες είναι.

Σηκώνομαι  και κοιτάζω ψηλά.

Λοιπόν έχει βγάλει και κλαδιά. Χοντρά  βαριά κλαδιά.

Έχει γίνει δέντρο.

Στέκεται εκεί ανυπόμονο,  έτοιμο κι ανυπόμονο, ονειρεύεται ταξίδια θαλασσινά, βηματίζει νευρικά πάνω στη θάλασσα

Αλλά, έχει γίνει δέντρο.

Αναρωτιέμαι, πώς να του το πει κανείς;

Πώς θα το πάρει;

Οι ρίζες του μουσκεύουν παράλογα στο θαλασσινό νερό και θεριεύουν κάθε μέρα.

Τα κλαδιά του, με τον θαλασσινό ήλιο, αντί να καίγονται, δένουν όλο και πιο πολύ,

Ένα αλμυρό τσουλούφι  φέρνει ο αέρας στο στόμα του κι αυτό , το μασουλάει αναιδώς και

Κάθε μέρα, ετοιμάζεται για απόπλου.

Μια μέρα  στην καθημερινή μου βόλτα, βλέπω ξυλουργούς και τεχνίτες.

Πριονίζουν με μεγάλα πριόνια τα κλαδιά.

Ιστία, για άλλα ιστιοφόρα, καινούρια, θα φτιάξουν.

Και τα πανιά; Πού θα κρεμαστούν τα πανιά, αναρωτιέμαι.

Πώς θα σαλπάρει χωρίς πανιά;

-Μη σε νοιάζει, έχει τη μηχανή, είναι καλό σκαρί, παλιό αλλά καλό, μου φωνάζει μια Λιάνα από μια  βαρκούλα που πλέει στο Έδεμ των παιδικών χρόνων.

(Δεν σ’ άκουσα, δεν ήμουν καν εδώ εκείνο τον καιρό)

-Άστα τα κλαδιά, επιμένει, δώσ’ τα να γίνουν κατάρτια, δε φοβόμαστε τον καιρό, εδώ αλλά κι άλλα νικήσαμε …

-Μα οι ρίζες;

-Άσε και τις ρίζες, οι ρίζες ήταν για να δίνουν τροφή στα κλαδιά. Το τιμόνι κράτα  εσύ και κοίτα μπροστά.

-Ίσως δεν ήταν φτιαγμένο για ταξίδια… ίσως ήταν μια κιβωτός τολμάω να ψιθυρίσω.

 

-Άλλαξε  κι αυτό,  ο κατακλυσμός τώρα έρχεται  από μέσα πια, η κιβωτός σου, είναι το ταξίδι. (Μου πετάει ένας γερο θαλασσόλυκος ανάμεσα στα δόντια του,- σα βρισιά, σαν απαξίωση-που χρόνια τώρα, τον βλέπω  αμίλητο να καθαρίζει και  να πλένει το διπλανό πλεούμενο).

 

Το riscus, το κιβώτιο, η κιβωτός, η ρίζα, το ριζικό, όλα ένα είναι.

 

-Το τιμόνι, κράτα το τιμόνι και  φύγε μπροστά, μόνο να μη χαθούμε…

 

Ας χανόμαστε συνεχώς ,  μόνο να μη χαθούμε  έχει σημασία.

 

 

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. γ΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

Ο Γιάννης ξύπνησε νωρίς όπως τις μέρες που πηγαίνει στη δουλειά,αν και ήταν Σάββατο, αλλά η Δάφνη είναι ήδη ξύπνια.Φοράει το μπουφάν της πάνω απ΄τις πιζάμες και κάθεται όρθια με την πλάτη κολλημένη στο καλοριφέρ στο σαλόνι που έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.
-Κρυώνεις;
-Ναι.
– Έλα εδώ,γιατί σηκώθηκες πρωί-πρωί; Κάτσε στα ζεστά, μη νοιώθεις άσχημα. Έτσι κι αλλιώς ξύπνησα, θα φτιάξω πρωινό.
Η Δάφνη ήρθε σιγά-σιγά και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σφιγμένη πάντα στο μπουφάν της.
Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Το δωμάτιο ζεστάθηκε και ο Γιάννης σηκώθηκε.
-Πάμε στην κουζίνα, έχεις συγκεκριμένο διαιτολόγιο;
-Όχι.
Ο Γιάννης κινείται άνετα σαν να ζούνε μαζί από καιρό ή σαν να είναι με κάποιον πολύ δικό του άνθρωπο. Η Δάφνη κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω.
-Αν θέλεις κάνε μια βόλτα στο σπίτι να δεις τα διάφορα… Δεν είσαι περίεργη;
-Τι σημασία έχει; Τι να δω;
-Δεν ξέρεις ποτέ…
-Σταμάτα να φέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα,με νευριάζεις!
-Ποιος είπε ότι δεν τρέχει τίποτα; Νοιώθω μεγάλη αμηχανία! Σου φαίνομαι τύπος που ψαρεύει μια γυναίκα στο δρόμο και την παίρνει σπίτι του, υπό κανονικές συνθήκες;
-Όχι.
-Σε λίγο θα νοιώσεις καλύτερα. Η νηστεία φέρνει υπογλυκαιμία και άσχημη διάθεση.
-Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Ο Γιάννης την κοίταξε και άρχισε να της μιλάει σοβαρά και ουδέτερα, προσπαθώντας να μη την ταράξει:
-Δάφνη, είναι άσχημο, είναι άδικο,είναι δύσκολο,όμως αυτή είναι η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.
Άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα άδικο, παράλογο ατύχημα,ένα πρωί που φεύγουν απ’ το σπίτι τους και δεν γυρίζουν ποτέ,χωρίς ποτέ να φαντάζονται κάτι τέτοιο… Δεν έχουν καν την ευκαιρία να το διαπραγματευτούν…
Εσύ τουλάχιστον μπορείς να παλέψεις,μπορείς να πιστέψεις ότι θα το νικήσεις,υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τα κατάφεραν,μην παραδοθείς,γίνεται πια και το νικούν τόσοι και τόσοι,θέλεις ενθάρρυνση και βοήθεια και στήριξη.
Θέλεις να σε βοηθήσω εγώ να το παλέψεις; Πρέπει όμως να θέλεις να ζήσεις,να πιστέψεις πως αξίζει τον κόπο,να αγωνιστείς… Δεν γίνεται να το θέλει ο γιατρός, ή εγώ πιο πολύ από σένα! Δεν πιάνει τότε.
-Εσύ γιατί να το θέλεις;Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα;
Ε; Με ήξερες κι εχτές ή θα με ξέρεις και αύριο; Τι σε νοιάζει αν πεθάνω; Τι σε νοιάζει αν ζήσω;
-Σε ξέρω μιάμιση βδομάδα κι είναι σαν να σε ξέρω πολύ καιρό… και θέλω να σε μάθω… και αύριο και μεθαύριο και μετά από πολλά χρόνια!
Η Δάφνη σφίχτηκε στο μπουφάν της.
-Κρυώνεις;
-Ναι..
-Δεν σε ξέρω, όταν συμβαίνει κάτι που σχετίζεται με την αρρώστια θέλω να μου το λες, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί κρυώνεις;
-Αυτά που λες με κάνουν και ανατριχιάζω δεν είναι απ’ την αρρώστια.
-Γιατί;
– Με αναγκάζεις να κοιτάζω το φως κατάματα και με τυφλώνει, με ζαλίζει… δεν έχω μάθει να ζω έτσι, με ενοχλούν όλα αυτά…
Ο Γιάννης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Άρχισε να βγάζει σκεύη και υλικά από τα ντουλάπια και το ψυγείο και να ετοιμάζει πρωινό.
Η Δάφνη στην αρχή κάθισε απόμακρα.Άκουγε τους θορύβους στην κουζίνα και μύριζε τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του φρυγανισμένου ψωμιού, χωρίς να σκέφτεται και χωρίς να κάνει κάτι. Καθόταν ακίνητη στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να έχει στο μυαλό της την επόμενή της κίνηση.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν και ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα.
-Πρωινό !Ανήγγειλε.
– Έλα, και όταν την είδε διστακτική και αβέβαιη, πήγε κοντά της και προσπάθησε να την οδηγήσει στην κουζίνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και άλλαξε εντελώς την ήρεμη ατμόσφαιρα.
-Φεύγω.Έχω καρκίνο! Καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι.Πεθαίνω να πάρει ο διάβολος !Π Ε Θ Α Ι Ν Ω Ω Ω. Έχω καρκίνο και πεθαίνω! Κι εσύ παίζεις! Τι νομίζεις ότι κάνεις; Παίζουμε το ζευγάρι;
Η Δάφνη ούρλιαζε.Ήταν εκτός εαυτού και ενώ φώναζε, πήγε στο σαλόνι πήρε το βαλιτσάκι της,άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα.
Ο Γιάννης δεν κουνήθηκε.
Είχε δίκιο.
Πράγματι ήταν παράλογο. Δεν χωρούσε στη λογική της. Σε ποιανού τη λογική εξ άλλου θα χωρούσε;
Ποιος μπορεί να συμπαρασταθεί,να βοηθήσει,να συν- αισθανθεί κάποιον που δεν είναι συγγενής του, σύντροφός του, φίλος του ή έστω απλά γνωστός του;
Σήμερα; Στη σημερινή εποχή; Και χωρίς να έχει κανένα συμφέρον, κανένα όφελος, καμία άμεση ή έστω έμμεση απολαβή;
Παράλογο.
Αδιανόητο.
Ύποπτο!

Ακόμα και η μάνα του δεν θα ήταν ανεκτική όπως τότε με τα γατάκια.
-«Πού πας να μπλέξεις παιδάκι μου;» – Θα του έλεγε. Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ανθρώπους να τον συντρέξουνε, κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και μακριά από σένα τέτοια βάσανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

Έχουν περάσει τρεις μέρες.
Τώρα η Δάφνη θα έχει χειρουργηθεί,όλα θα έχουν τελειώσει. Θα είναι άραγε πιο ήρεμη; Θα είναι πιο αποφασισμένη να το παλέψει; Θα έχει κάποιο φίλο ή συγγενή ή θα πορεύεται μόνη της;
Στο τηλέφωνο του νοσοκομείου του απήντησαν: «Δεν δίνουμε πληροφορίες από το τηλέφωνο»
Όταν έφθασε στο νοσοκομείο με την πολύχρωμη ανθοδέσμη του την άλλη μέρα, τον ρώτησαν στην είσοδο αν είναι συγγενής και ποιος είναι, κι όταν εκείνος ανυποψίαστος απάντησε:
«Φίλος της είμαι», η υπάλληλος στην ρεσεψιόν κοιτώντας σε μια οθόνη, δεν βρήκε το όνομά του και του δήλωσε τυπικά και ανέκφραστα ότι κατόπιν επιθυμίας της ασθενούς
«Μόνο στενοί συγγενείς μπορούν να την επισκεφτούν».

Ο Γιάννης γύρισε στο γραφείο του και ως αργά το βράδυ δούλεψε εντατικά. Το κινητό του ήταν επάνω στο γραφείο. Κάθε τόσο χτυπούσε. Τηλέφωνα υπηρεσιακά και προσωπικά.
Η Δάφνη όμως, όχι, δεν πήρε.

Όταν έφυγε από το κτίριο της εταιρείας, η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ο φύλακας τον χαιρέτησε στην πόρτα και κλείδωσε πίσω του.
Οδηγούσε αφηρημένος και σκεφτόταν: «Οι άνθρωποι…, ο καθένας είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιόρρυθμος, τόσο απόλυτα άλλος… και τόσο μόνος… πόσο πιο εύκολο έχει γίνει να είσαι μόνος …
…Ούτε μπορείς να δρομολογήσεις, τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους, όπως στη δουλειά σου που εσύ ελέγχεις σε μεγάλο βαθμό τους παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα…»

Άλλες κουρασμένες σκέψεις και νυχτερινές φιλοσοφίες, έρχονται στο μυαλό του, χωρίς να προσφέρουν τίποτα, οδηγεί και πελαγοδρομεί.
Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του πιάνει μια κίνηση στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πριν το ερέθισμα κάνει τη διαδρομή ως τον εγκέφαλο,
πριν καν η αντίληψη μορφοποιήσει τη σκέψη στο μυαλό, κανείς δεν ξέρει… πώς;
Ποια παλιά μνήμη; Ποια αυθόρμητη κίνηση; Ποια αυτοματοποιημένη αντίδραση;
Πώς; Πώς δουλεύει επιτέλους αυτό το μοναδικό μυαλό μας;

Έκανε απότομα μια γρήγορη αναστροφή, παράνομα και επικίνδυνα, βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και φρέναρε στο πεζοδρόμιο.
Οι νεαροί άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα μεταξύ τους. Φώναξε με δύναμη προς το μέρος τους κι ευτυχώς, η έρημη λεωφόρος, βοήθησε τη φωνή του να ακουστεί:
«Για παραγγελιά σάς θέλω, μη φεύγετε!» στάθηκε ακίνητος και κοίταζε προς το μέρος τους.
Ο τελευταίος, που καθυστέρησε περισσότερο στο δημιούργημά του απ τους άλλους και δεν είχε χαθεί στο σκοτεινό στενό, του φώναξε: «Τι θέλεις;»
«Δυό λέξεις στον τοίχο με σπρέι. Πληρώνω γι αυτό» Απάντησε ο Γιάννης.
Ο νεαρός σφύριξε δυνατά και άλλοι τρεις εμφανίστηκαν προσεκτικά από το σκοτεινό στενό. Προχώρησαν όλοι σιγά σιγά προς το μέρος του, ο Γιάννης περίμενε ακίνητος.
Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν. Φαίνονταν δεκαέξι δεκαεφτά χρονών, όχι μεγαλύτεροι, είχαν μακριά μαλλιά και στα χέρια κρατούσαν δυο σακούλες μεγάλες με υλικά.
Όταν έφτασαν κοντά του, τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και ο νεαρός που του είχε μιλήσει νωρίτερα και μάλλον ήταν αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα προχώρησε, έφτασε δίπλα του και είπε:
-Τι ρόλο παίζεις;
-Θέλω ένα κείμενο, μάλλον ένα μήνυμα, να γράψετε για μένα σε ένα τοίχο, θα σας πληρώσω, γίνεται;
-Τι θες να λέει; Ρώτησε ο νεαρός ξερά και απότομα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Σε ένα τοίχο απέναντι στο ΑΙΓΛΗ το θεραπευτήριο, με κόκκινο χτυπητό σπρέι, και να ζωγραφίσεις ένα πράσινο φύλλο δάφνης, γίνεται;
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος και άφωνος να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε έναν εξωγήινο που μόλις προσγειώθηκε και κατεβαίνει από το φωτεινό και τεράστιο ιπτάμενο δίσκο του.
-Τριακόσια ευρώ, τι λες; Επέμεινε ο Γιάννης.
Ο νεαρός πήγε δυο μέτρα πίσω που είχαν σταθεί οι υπόλοιποι, είπε στα γρήγορα δυο κουβέντες που ακούστηκαν σαν ερώτηση με κατάφαση και οι υπόλοιποι φάνηκε να συμφώνησαν, μετά γύρισε στο Γιάννη και του είπε:
-Εμείς κάνουμε μόνο γκράφιτι, αλλά εσύ είσαι ειδική περίπτωση και θα το κάνουμε.
Δεν θέλουμε λεφτά, θα πληρώσεις μόνο τα σπρέι. Πότε το θέλεις;
-Τώρα, σήμερα τη νύχτα, για να προλάβουμε, είπε ο Γιάννης εντελώς ακατανόητα. Οι πιτσιρικάδες όμως κατάλαβαν.
-Έγινε, θα πάμε τώρα.
Πρότεινε στο Γιάννη ένα χαρτί που από τη μια μεριά είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο και του είπε:
-Γράψε από την άλλη μεριά το μήνυμα, όπως το θέλεις και ζωγράφισε και το φύλλο της δάφνης, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ, -τόνισε- το θέλεις και γράψε δίπλα τα χρώματα.
Δώσε και εξήντα ευρώ και αύριο πέρνα να το δεις !
Ο Γιάννης άρχισε να γράφει, όταν τελείωσε του έδωσε εκατό ευρώ και το χαρτί και του είπε:
-Σου έγραψα και το τηλέφωνό μου αν θέλεις τίποτα …
-Δεν θέλω, ο νεαρός έσκισε το κομματάκι με το τηλέφωνο και το έδωσε στον έκπληκτο Γιάννη.
-Εξήντα σου είπα και πολλά είναι, συμπλήρωσε και άρχισαν όλοι να ψάχνουν τις τσέπες τους.
-Γεια, ευχαριστώ είπε ο Γιάννης, μπήκε γρήγορα στο αμάξι του και ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Ο Γιάννης είχε φτάσει στο γραφείο του σήμερα από τις επτάμισι.Περνώντας έξω από το θεραπευτήριο ΑΙΓΛΗ, έμεινε ώρα, να κοιτάζει και ο ίδιος κατάπληκτος τη δύναμη που ανέδυε το μήνυμά του!
Ένας άχρωμος τοίχος απέναντι στα παράθυρα των δωματίων,είχε αποκτήσει ζωή! και μετέδιδε ζωή, δύναμη, κέφι και διάθεση για μάχη!
Ένα τεράστιο δαφνόφυλλο καταπράσινο και μετά με διπλά, σκιασμένα, χονδρά και χαρούμενα κατακόκκινα γράμματα:
ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ,
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Από κάτω είχε ένα περίεργο σύμπλεγμα με λουλούδια, σε πολλά χρώματα, εντυπωσιακό και μεγάλο που σου δημιουργούσε την αίσθηση, της έκρηξης, της αναγέννησης, των φωτεινών πυροτεχνημάτων… δεν μπορούσε να αποφασίσει τι του θύμιζε.
Ο Γιάννης ήταν εντυπωσιασμένος.Ο νεαρός είχε προσθέσει ένα «σε»!

«Όταν εμείς γράφαμε συνθήματα άραγε, τότε, είχαν τόση δύναμη; Είχαν τόση αξία για κάποιον, για κάποιους; Δίναμε κάποια ελπίδα, ή υπόσχεση για να είναι νικηφόρα η μάχη;»
Παλιές ιστορίες, αναπάντητες.

Η μέρα ξεκίνησε με δουλειά και συναντήσεις.
Το τηλέφωνό του είναι πάνω στο γραφείο και το κοιτάζει συνεχώς μήπως χτύπησε και δεν το άκουσε.
Γύρω στις έντεκα,το τηλέφωνο χτύπησε με άγνωστο αριθμό.
-Ναι.
Όλο το νοσοκομείο σήμερα, γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περνάει τη μέρα του στα παράθυρα και χαμογελάει…
-Ελπίζω κι εσύ…
-Έλα αν θέλεις να δεις τον τοίχο πώς φαίνεται απ’ το δωμάτιό μου!
-Δώσε το όνομά μου στην είσοδο: Γιάννης Καλογιάννης.

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο αέρας παράσερνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του, ξερά φύλλα και κλαδάκια, χαρτιά που βρέθηκαν στο δρόμο και διάφορα άλλα σκουπιδάκια. Στο κάθε φύσημά του τα στροβίλιζε μια δυο φορές και μετά τα εναπόθετε κόντρα σε κάποιο εμπόδιο. Συνήθως σε κάποιο τοιχάκι ή στα πλαϊνά του στέγαστρου της στάσης ή απλώς στο σκαλοπάτι του πεζοδρομίου μέχρι το επόμενο δυνατό φύσημα, που θα τα έπαιρνε και θα τα πήγαινε πιο πέρα.
Η Δάφνη περπατούσε με βιασύνη χωρίς να υπολογίζει και χωρίς να προσέχει τίποτα από όλα αυτά.
Βάδιζε και βάδιζε και βάδιζε. Βιαστικά και οργισμένα. Ο αέρας έφερνε τα μαλλιά της μπροστά στα μάτια της,ανέμιζε το κασκόλ της και έσπρωχνε όλο της το σώμα, λες και συμφωνούσε κι αυτός με τη βιασύνη της.
Ήλιος πουθενά. Σύννεφα και κρύο. Πού και πού έριχνε καμιά χοντρή ψιχάλα, άστραφτε και βροντούσε κάπου μακριά αλλά τελικά δεν το αποφάσιζε να ξεσπάσει. Μέσα Νοέμβρη, αλλά χειμώνας, έστω ανεπίσημος.
Η θάλασσα γκρίζα και φουρτουνιασμένη, έσκαζε κάθε τόσο, άφριζε και ξανάφευγε για να σκάσει πάλι με την ίδια ορμή και την ίδια κακιά διάθεση.
Η Δάφνη συνέχισε να βαδίζει. Δίπλα στη θάλασσα. Χωρίς να κοιτάζει πουθενά. Είχε φθάσει σχεδόν στο Καλαμάκι. Εκεί λίγο έχασε την επαφή με τη θάλασσα και περπατούσε σύριζα στο δρόμο, μέχρι να τελειώσουν τα παρκινγκ και οι διάφορες άλλες διευθετήσεις της λεωφόρου.
Το αυτοκίνητο πήγαινε σταθερά στη δεξιά λωρίδα του δρόμου από το ύψος του Τροκαντερό. Κυλούσε σιγά- σιγά και άφηνε να το προσπερνούν. Στα φανάρια αργοπορούσε κι έμενε πίσω. Μια- δυο φορές, σταμάτησε και λίγο στο πεζοδρόμιο, έτσι σιγά και σταθερά ακολουθούσε τη Δάφνη να περπατάει γοργά και θυμωμένα.
Η ώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι,αλλά η ατμόσφαιρα έμοιαζε σαν ένα χειμωνιάτικο βαρύ δειλινό στην έρημη παραλία,έτσι,η βιαστική δρομέας με τον σταθερό και έντονο ρυθμό, τράβηξε απ την αρχή την προσοχή του βαριεστημένου οδηγού.
Είχε προφανώς ένα σκοπό στη ζωή της και πήγαινε με βιασύνη και νεύρο σε αυτόν. Χωρίς να σπαταλάει το παραμικρό δευτερόλεπτο, χωρίς να ρίχνει το βλέμμα της πουθενά, χωρίς να χάνει καθόλου το στόχο της. Αυτό,τον είχε εντυπωσιάσει και τον είχε ωθήσει να την ακολουθεί.
Τι άνθρωποι υπάρχουν αλήθεια, που είναι τόσο προσηλωμένοι ,τόσο ευσεβείς, τόσο συνεπείς και ακριβείς στο στόχο τους! Στον προορισμό τους!
Και τι προορισμός, τι στόχος θα είναι αυτός, για να ασκεί αυτή την έλξη πάνω τους!
Ολόκληρη η γη γυρίζει, τα πάνω κάτω έρχονται κι όμως αυτοί εκεί, αδιατάρακτοι, έχουν μια εσωτερική πυξίδα, που δείχνει σταθερά το στόχο, χωρίς καμία ταλάντευση!

Ενώ αυτός,έτσι,σκότωνε την ώρα του.Σήμερα είχε παντού απεργία. Απεργούσε λοιπόν; Μπα, απλώς δεν πήγε στη δουλειά. Τι απεργία να κάνει αυτός, αυτός είχε ταυτιστεί με την εργοδοσία.Όταν έλεγε:«Εμείς, η εταιρεία» στην αρχή του φαινόταν γελοίο,στην αρχή όμως, γιατί τώρα τα τελευταία χρόνια,το έλεγε και το ένοιωθε.
Μια μέρα απεργία λοιπόν,έτσι εν ονόματι του ενδόξου φοιτητικού παρελθόντος.Κόντρα σε οποιαδήποτε λογική.Σαν μνημόσυνο, στις μέρες που περπατούσε με υψωμένη τη γροθιά, ακούγοντας την καρδιά του να χτυπάει βροντερά, μαζί με τα συνθήματα που φώναζε με αγωνιστικότητα, ορμή, ελπίδα και περηφάνια.
Σήμερα δε δούλευε,χωρίς να περιμένει ή να πιστεύει ή να επιδιώκει να αλλάξει κάτι. Ούτε πίστευε σε τίποτα,ούτε περίμενε τίποτα.Ούτε είπε σε κανέναν ότι «ακολουθεί»την απεργία,(όχι ότι συμμετέχει αλλά ότι ακολουθεί).Πήρε απλώς ένα τηλέφωνο στο γραφείο και είπε ότι έχει τρομερή κίνηση και δεν θα κατέβει για να μη χάσει τις ώρες του, θα δουλέψει απ’ το σπίτι.Και βέβαια,τον πίστεψαν! Αυτό έλειπε να τον αμφισβητήσουν! Αφού αυτός ήταν «Η Εταιρεία!».
Στο κέντρο είχε μεγάλη λαϊκή και φοιτητική συγκέντρωση.Ούτε στη συγκέντρωση πήγε.Δεν ένοιωθε τίποτα και δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να συμμετέχει.
Ούτε για καφέ είχε βγει στην παραλία.Καφέ ήπιε σπίτι του.Ούτε καν κοιμήθηκε περισσότερο το πρωί.Το ρολόι χτύπησε την ίδια ώρα κι εκείνος ξύπνησε και σηκώθηκε αμέσως,σαν να επρόκειτο να πάει στη δουλειά.
Όταν πέρασε η ώρα και δεν είχε τίποτα να κάνει και κανέναν να δει, πήρε το αυτοκίνητο και κύλησε αφηρημένα και χωρίς σκοπό στην παραλιακή.Τότε τράβηξε την προσοχή του η Δάφνη,που περπατούσε σε αυτή την ιδιόρρυθμη μοναχική παρέλαση,χωρίς σταματημό.
Έξι,επτά ίσως και οκτώ στάσεις έχει σχεδόν περπατήσει η ανεμοδαρμένη γυναίκα.
Ο Γιάννης άρχισε να αναρωτιέται,τι πάει στραβά σ’ αυτήν την βιαστική μαραθώνια πορεία.
Πλεύρισε το πεζοδρόμιο,κόρναρε ελαφρά και φρέναρε μαλακά.Χαμήλωσε το δεξιό τζάμι και της φώναξε:
-Θέλετε να σας πάω κάπου;
Η ανεμοδαρμένη γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και χωρίς να κόψει ταχύτητα,φώναξε,
– Άιντε στο διάολο! Παράτα με!
Ο Γιάννης έμεινε άναυδος και το αυτοκίνητο έσβησε από το σάστισμά του.Ξανάβαλε εμπρός και κύλησε λίγα μέτρα δίπλα της.
-Να βοηθήσω ήθελα… συνέχισε.
Η γυναίκα σταμάτησε,πλησίασε το αυτοκίνητο, έβαλε το κεφάλι της μέσα, τον κοίταξε κατάματα που του είπε φωνάζοντας:
-Δεν θες να βοηθήσεις,να ψαρέψεις μια γκόμενα απ’ το δρόμο θέλεις,αλλά δεν είμαι η περίπτωσή σου!
και δυναμώνοντας τη φωνή της ούρλιαξε:
-ΕΧΩ ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΩ!
Μετά γύρισε στο πεζοδρόμιο και απομακρύνθηκε περπατώντας οργισμένα.
Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος για ένα λεπτό.
_Με πέρασε για κάποιον που ψάχνει για γυναίκα στο δρόμο και πάει να με τρομάξει_ σκέφτηκε. Όμως και μια ώρα, μοναχικό και βίαιο περπάτημα στο δρόμο,τι μπορεί να σημαίνει;
Την ξαναπλεύρισε και σκύβοντας πάλι της φώναξε:
-Ελάτε να σας πάω πιο κάτω…
Η γυναίκα σταμάτησε να περπατάει,γύρισε,πλησίασε το αυτοκίνητο και άρχισε να το κλωτσάει με μανία.
Ο Γιάννης νευρίασε.Σταμάτησε,τράβηξε το χειρόφρενο,άνοιξε την πόρτα και ετοιμάστηκε να την αντιμετωπίσει από κοντά.Η γυναίκα δεν κουνήθηκε,έμεινε εκεί περιμένοντας κανείς δεν ξέρει τι.Όταν ο Γιάννης έφτασε δίπλα της,τότε είδε το πρόσωπό της.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα,μαύρες γραμμές από τα βαμμένα μάτια της κυλούσαν στα μάγουλά της και το βλέμμα της χανόταν στο κενό, χωρίς να νοιάζεται για το τι θα επακολουθούσε.
Τότε της είπε αναπάντεχα:
-Πάμε να φάμε;
-Έχω καρκίνο,θα πεθάνω,το χωράει ο νους σου;
Άρχισε να κλαίει δυνατά,το σώμα της τρανταζόταν ολόκληρο κι ο Γιάννης χωρίς να το σκεφτεί καν,άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε.Αυτό αντί να την ηρεμίσει, την τάραξε περισσότερο και άρχισε ένα αναφιλητό με λυγμούς που δεν σταματούσε.

Εκείνος την κρατούσε σταθερά και υπομονετικά.Δεν είχε κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά του κάποιον που έκλαιγε και πολύ περισσότερο δεν είχε παρηγορήσει ποτέ κανέναν για τίποτα και αυτές οι ηλίθιες διαπιστώσεις, περνούσαν εκείνη τη στιγμή από το μυαλό του,αλλά προς μεγάλη του έκπληξη δεν ένοιωθε άσχημα,ούτε άχαρα,ούτε ήθελε να φύγει γρήγορα και να ξεμπλέξει.
Η κοπέλα κουράστηκε,κόπασαν λίγο τα αναφιλητά της,τότε της είπε σιγανά:
-Πάμε κάπου να καθίσουμε, να μιλήσουμε…
-Έχω καρκίνο,το καταλαβαίνεις; Επανέλαβε πάλι πιο ήσυχα.
Δεν μιλούσε στο Γιάννη κι ας έδειχνε ότι σ’ αυτόν απευθύνεται,το επαναλάμβανε υστερικά στον εαυτό της για να το ακούει και να το χωνεύει.
Ο Γιάννης την απομάκρυνε από πάνω του χωρίς να την αφήσει και κοιτώντας την κατάματα, άλλαξε ύφος και της είπε με παράταιρα ανάλαφρη αυστηρότητα :
-Ποιος είπε ότι όποιος έχει καρκίνο δεν τρώει;
Η κοπέλα σταμάτησε να κλαίει, τον κοίταξε μέσα απ ’τα δάκρυά της αλλά δε θύμωσε. Δεν είχε άλλη δύναμη μάλλον για να θυμώσει.
-Πόσο καιρό το ξέρεις; Τόλμησε ο Γιάννης.
-Σήμερα το πρωί πήρα τ’ αποτελέσματα.
-Κι από κείνη την ώρα τι κάνεις;
-Περπατάω…
-Πάμε να φάμε,κουράστηκες πια να τρέχεις …πάμε κάπου να κάτσουμε να ξεκουραστείς.
Εκείνη καθόταν στα χέρια του σαν ένα σπασμένο κλαρί και κάποια στιγμή νόμισε ότι θα γυρίσει και θα φύγει, αλλά έμεινε ήσυχος κι ανέκφραστος και την περίμενε να αποφασίσει να μπει με τη θέλησή της στο αυτοκίνητο. Όταν αυτή προχώρησε και μπήκε,έκανε κι αυτός το γύρο του αυτοκινήτου,μπήκε κι έβαλε εμπρός.
-Πάμε στο «Ζήθο» στη Βάρκιζα να φάμε σουβλάκια; Θέλεις;
-Σουβλάκια! Στη Βάρκιζα! Σαν κανονικοί άνθρωποι,σαν να μη συμβαίνει τίποτα ε; Κάγχασε.
Ο Γιάννης ξεκίνησε χωρίς να της απαντήσει.
Σ’ όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Η Δάφνη ήταν κατάκοπη,δεν είχε δύναμη ούτε να μιλήσει κι ο Γιάννης την άφησε να ανασυγκροτηθεί και να συνέλθει.
Όταν πάρκαρε έξω απ’ το «Ζήθο»,της έδωσε το κουτί με τα χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι και της είπε:
-Καθάρισε το πρόσωπό σου και έλα,σε περιμένω έξω.
Μετά βγήκε και βάλθηκε να εξετάζει το αυτοκίνητο στο σημείο που το κλώτσαγε η Δάφνη.
Όταν εκείνη βγήκε και ήρθε προς το μέρος του,στάθηκε δίπλα του χωρίς να μιλάει και περίμενε.
-Όταν θα γίνεις καλά, θα μου το φτιάξεις,ως τότε δεν το φτιάχνω το βούλιαγμα. Της είπε με σοβαρό ύφος κι εκείνη:
-Μάλλον άφτιαχτο θα μείνει… για πάντα
Ο Γιάννης την κοίταξε και το ύφος του ήταν πάλι παράταιρα ανάλαφρο σε σχέση με τη σοβαρότητα της κατάστασης.
-Θα περιμένω όσο χρειαστεί… να ξέρεις μου το χρωστάς.
Μετά την έπιασε απ’ το χέρι προχώρησε και μπήκε στο μαγαζί, βρήκε ένα τραπέζι και την περίμενε να καθίσει.
Αφού παρήγγειλε και για τους δύο, βάλθηκε να την κοιτάζει.

Πόσο μπορεί να τσακίσει τον άνθρωπο ο φόβος;
Μια ωραία γυναίκα που δεν μπορούσε να σκεφτεί, να επικοινωνήσει, να μιλήσει, να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, από το φόβο της.

-Λοιπόν;
-Δεν έχει λοιπόν για μένα… Εσύ ποιος είσαι;
-Ένας άνθρωπος.
-Τι σόι άνθρωπος;
-Λίγο λοξός.Λίγο δύσκολος.Λίγο μοναχικός.Σαν το λύκο.
-Εσύ; Τι άνθρωπος είσαι;
-Εγώ, Εγώ Έχω καρκίνο, τα υπόλοιπα δεν έχουν καμιά σημασία πια!
Εκείνη την ώρα ήρθε η παραγγελία.
Ο Γιάννης της έβαλε λίγο φαγητό στο πιάτο της και πριν αρχίσει να τρώει,- λες και ήθελε να το κλείσει το θέμα, για να προχωρήσουν στα άλλα τα σοβαρά,- της είπε:
Ο καρκίνος! Τι νομίζεις ότι είναι; Ένα κύτταρο που τρελάθηκε και πολλαπλασιάζεται άναρχα και τρελά στον οργανισμό σου,με σκοπό να σε τρελάνει κι εσένα, θα το αφήσεις να σε πεθάνει; Θα παραδοθείς σαν να ’σουν καμιά αδύναμη γιαγιά ή δεν έχεις τίποτα να χάσεις σ’ αυτόν τον κόσμο και θα περιμένεις να σε καταπιεί;
Η Δάφνη έμεινε αποσβολωμένη να τον κοιτάζει και άρχισε αφηρημένα να τσιμπάει κάτι απ’ το πιάτο της.
Στην συνέχεια έκανε πέρα το πιάτο της και του είπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Τις πιστεύεις αυτές τις μαλακίες που λες; Νομίζεις ότι έχεις δύναμη να παλέψεις; Νομίζεις ότι μπορείς;
Η απάντηση ήρθε κοφτή και απότομη, χωρίς ίχνος λύπησης.
-Να μπορέσεις.Είναι μονόδρομος.Δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις.
-Εσύ, αν σου τύχει θα παλέψεις; Ωραία τα λες! Του πέταξε με κακία.
Μετά από δύο ώρες ήταν ακόμα μαζί στη Βάρκιζα.
Περπατούσαν στην παραλία,ο καθένας σφιγμένος στο επανωφόρι του και στον εαυτό του. Μιλούσαν λίγο που και που,χωρίς χρονική συνέχεια και χωρίς ειρμό.Δυο άγνωστοι, μοναχικοί άνθρωποι,που δεν ήξεραν και δεν έψαχναν τι τους ένωνε αυτή τη στιγμή.
Χωρίς να προσπαθούν να γνωριστούν,έτσι,αδιάφορα,η Δάφνη ρώτησε:
-Με ποιόν ζεις;
-Μόνος μου.
-Ζεις καλά;
-Αδιάφορα.
-Γιατί δεν αλλάζεις ζωή;
-Δεν ξέρω πώς αλλάζει κανείς τη ζωή του…
Τι δουλειά κάνεις;
-Μια δουλειά που δεν τη αγαπώ και δεν μ’αγαπάει.
-Εσύ με ποιόν ζεις;
-Μόνη μου.
-Εσύ τι ζωή ζεις;
Ο Γιάννης δεν πήρε καμία απάντηση και συνέχισε.
-Έχεις φίλους;
-Κανέναν άνθρωπο που να θέλω να μοιραστώ κάτι τέτοιο…
Κανείς δεν με ξέρει όπως είμαι…
-Πώς είσαι δηλαδή;
-Δύσκολη. Άγρια,ανυπόμονη και εγωίστρια.Δεν θέλω να ’χω την ανάγκη κανενός.
-Οι άλλοι πώς σε ξέρουν;
-Καλή,συνεργάσιμη,υπομονετική γεμάτη κατανόηση!
Περπάτησαν κι άλλο,σιωπηλοί κι απόμακροι.
-Είσαι λοιπόν μια στριμμένη κακιά …
-Ναι.
Κι άλλη σιωπή κι άλλη απόσταση. Μετά ο Γιάννης περισσότερο σαν να μονολογεί παρά να κουβεντιάζει,άρχισε να λέει:
-Κι εγώ,είμαι παράξενος δεν ανέχομαι εύκολα τους άλλους,δεν κάνω χάρες,ούτε θέλω χάρες… στη δουλειά… είμαι σκληρός,δουλεύω για να δουλεύω… τέλος πάντων.
Σταμάτησε να μονολογεί και στράφηκε στη Δάφνη:
-Λοιπόν εγώ σε ξέρω όπως είσαι τώρα,κακιά στριμμένη και με τον καρκίνο,δεν χρειάζεται να κάνεις καμιά προσπάθεια!
Περπατώντας έφτασαν έξω από ένα μέτριο σε μέγεθος συνοικιακό λούνα-Παρκ. Ο Γιάννης την έπιασε απ’ το χέρι,προχώρησε και μπήκαν μέσα. Μια και μοναδική παρέα νεαρών, έσπαγε με τα γέλια της και τις φωνές της την χειμωνιάτικη ερημιά. Ήταν πέντε-έξι ζευγάρια που στριφογύριζαν και ανεβοκατέβαιναν σε διάφορα παιχνίδια αγκαλιασμένοι και στρίγγλιζαν κάθε φορά που ο φόβος ή η αγωνία τους έκοβε την ανάσα.
-Πάντα είχα μανία να μπω σε όλα αυτά και ποτέ δεν τα κατάφερα, εσύ έχεις μπει; Την κοίταξε και περίμενε την απάντηση.
-Όχι δεν έχω μπει.
-Θα μπούμε;
-Ναι.
Ο Γιάννης έβγαλε διάφορα εισιτήρια,για τρενάκια που ανεβοκατέβαιναν απότομα, συγκρουόμενα αυτοκινητάκια και μύλους που ανέβαιναν και στριφογύριζαν στον αέρα με θέσεις στο φουστάνι μιας μπαλαρίνας όπου καθόσουν διπλοκλειδωμένος όση ώρα διαρκούσε ο τρελός χορός της και καταχτυπούσε το φουστάνι της σε σημείο που νόμιζες ότι θα εκτοξευτείς και θα γίνεις κομματάκια στο έδαφος.
Μπήκαν σε όλα. Ο Γιάννης την κράταγε σφιχτά και στρίγγλιζαν και οι δυο κάθε φορά που ένοιωθαν να είναι «στην κόψη του ξυραφιού».
Όταν τελείωσαν τα εισιτήρια για τα παιχνίδια του Λούνα Παρκ και κατέβηκαν στη γη, ο Γιάννης τη ρώτησε αν νοιώθει λίγο καλύτερα.
-Νοιώθω κάπως,σαν να «άδειασε» λίγο η αγωνία μου,είπε σιγά η Δάφνη.
-Πάμε κάπου να νοιώσεις πόσο γλυκιά είναι η ζωή! είπε ο Γιάννης κι εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη.
Πέρασαν απέναντι τη λεωφόρο και την οδήγησε σε μια ζεστή καφετέρια.
Κάθισε μαζί της στριμωχτά σε ένα διθέσιο καναπέ και παρήγγειλε καφέ και λουκουμάδες.
Η Δάφνη καθόταν αμέτοχη,σαν να έβλεπε μια ταινία,όπου παρακολουθούσε χωρίς ενθουσιασμό,τη ζωή κάποιων άλλων.
Η σπίθα που άστραψε για λίγο στο βλέμμα της στο λούνα Παρκ έσβησε πάλι.
Ο Γιάννης χωρίς να της μιλάει άρχισε να της ταΐζει μικρά κομματάκια από τους λουκουμάδες βουτηγμένα στο μέλι.
Στην αρχή έκλεινε πεισματικά το στόμα της,μετά όταν εκείνος επέμενε,άρχισε να τρώει.
Κάθισαν περίπου μια ώρα εκεί χωρίς να συζητήσουν τίποτα για τον καρκίνο. Ο Γιάννης συνέχεια οδηγούσε τη συζήτηση στα παιδικά τους χρόνια.
Τη ρωτούσε συνέχεια διάφορες λεπτομέρειες και της έλεγε κι αυτός διάφορα περιστατικά από την παιδική του ηλικία.
Όταν τους έβλεπες από μακριά,έμοιαζαν σαν ένα οποιοδήποτε ζευγάρι που πέρναγε ένα ξέγνοιαστο χαλαρό απόγευμα.
Ποτέ δεν θα μπορούσες να πιστέψεις,ότι ήταν δυο άγνωστοι,που ο ένας είχε παραιτηθεί και είχε αρχίσει κιόλας «να φεύγει» για πάντα κι ο άλλος τον τράβαγε επίμονα και πεισματικά πίσω στη ζωή.
Η Δάφνη σηκώθηκε απότομα.
-Θέλω να φύγω.
Ο Γιάννης σηκώθηκε κι έκανε νόημα στο γκαρσόνι να πληρώσει.
– Θα φύγουμε μαζί, είπε.
Βγήκαν και περπάτησαν μέχρι το αυτοκίνητο.
Η Δάφνη είναι «πολύ μακριά». Κλείστηκε πάλι στον εαυτό της.Πριν ξεκινήσουν για την επιστροφή,ο Γιάννης άρχισε να της μιλάει ήσυχα και ήρεμα.Την κοιτάζει στα μάτια και την αναγκάζει να τον κοιτάζει κι αυτή.
-Νομίζω πως δεν έχεις πολλές επιλογές.
Θα κάνεις ό,τι σου πούνε οι γιατροί σου και θα τα δεις ψύχραιμα τα πράγματα. Τόσοι και τόσοι άνθρωποι έχουν καρκίνο… εξ’άλλου παίζει ρόλο και τι καρκίνος είναι… Πού τον έχεις;
-Στο στήθος.
-Η μητέρα σου ζει;
-Ναι, είναι μεγάλη και ζει στο χωριό.
-Με ποιον θα πας στο νοσοκομείο;
-Μόνη μου.
-Σε ποιο νοσοκομείο θα πας;
-Σ’ αυτό που πάνε οι καρκινοπαθείς!
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν αργά-αργά για την Αθήνα.
Σ’ όλο το δρόμο δεν μιλούσαν.Όταν έφθασαν κοντά στο σημείο που συναντηθήκαν,ο Γιάννης έκανε ακόμα μια ερώτηση:
-Πού δουλεύεις;
-Σ’ ένα υπουργείο…
-Σε ποιο;
-Όλα ίδια είναι…
-Και πού μένεις;
-Εδώ!
-Δώσε μου το τηλέφωνό σου.
-Όχι, δεν θέλω.
-Κάνε μου μια αναπάντητη, 69 τα κινητά,36 το κέντρο της Αθήνας,1821 η ελληνική επανάσταση και 31 για γούρι την πρωτοχρονιά!
Η Δάφνη δεν έκανε καμιά κίνηση και δεν μίλησε καθόλου.
Ξαφνικά, ανέβασε τη μπλούζα της μαζί με το σουτιέν, ψηλά, μέχρι το λαιμό, γύρισε προς το μέρος του και είπε:
-Έτσι είμαι,έτσι να με θυμάσαι!
Μετά κατέβασε τα ρούχα της και στο πρώτο φανάρι άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω, πριν προλάβει ο Γιάννης να πει λέξη.Η κίνηση,το σούρουπο,οι ψιχάλες είχαν κάνει το δρόμο αδιάβατο.Την παρακολούθησε με το βλέμμα καθώς πέρναγε σβέλτα ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα και χάθηκε μες’ τα στενά του Φαλήρου,χωρίς να γυρίσει καν να τον κοιτάξει και αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα.
Μια ανεμοδαρμένη γυναίκα που εμφανίστηκε απ’ το πουθενά,πονεμένη και φοβισμένη έμεινε μαζί του τρεις – τέσσερις ώρες και εξαφανίστηκε, χωρίς να μάθει ούτε τ’ όνομά της.

ΣYNEXIZETAI

Ένα με τη φύση.

θαλασσα

Αναρωτιέμαι πάντα πώς γίνεται, όταν είσαι στην εξοχή στην ύπαιθρο στην περιφέρεια, όπως κι αν το πεις, εκτός Αθήνας τέλος πάντων, Ο ουρανός να κατεβαίνει τόσο χαμηλά, να σε αγγίζει φιλικά στον ώμο και να σε τραβάει ψηλότερα απ’ το μπόι σου. Τα δέντρα να καταλαμβάνουν το είναι σου, να νοιώθεις τις ρίζες τους να σε συνδέουν γερά και αιώνια με τη γη, Τη θάλασσα να εισβάλει εντός σου και να εισπνέεις,να γεύεσαι την αλμύρα της σαν να είναι δική σου ανάσα Το πράσινο να φυτρώνει στη σκέψη σου και να μπουμπουκιάζει τη διάθεσή σου

Ο αέρας να φυσάει στο μυαλό σου και να καθαρίζει τη σκέψη σου… Πώς γίνεται  τόσο εύκολα κάθε φορά,να γίνεσαι μέρος της φύσης φεύγοντας απ’ την Αττική.