ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΚΟΥΣ

(Αλληγορικό παραμύθι για μικρομέγαλους).

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα
Την χώρα αυτή διαφέντευε ένας μπλε, ψωμωμένος, γυαλιστερός φοβερός δράκος.
Ήταν άγριος και ανελέητος.
Η χώρα έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος και οι πληγές της ήταν όλες ανοιχτές. Ερείπια σπιτιών και ανθρώπων, προσπαθούσαν να ανασυσταθούν, να ορθώσουν το ανάστημά τους, να σταθούν στα πόδια τους και να λογιστούν για χώρα, έθνος, κράτος.
Κάποια από τα ανθρώπινα συντρίμμια, μερικοί άλλοι, παγκόσμιοι δράκοι, αποφάσισαν να τα μαρκάρουν με μια σφραγίδα στο μέτωπο.
«Εχθρός του έθνους» έλεγε η σφραγίδα και ο μπλε δράκος, ως αρμόδιος και ειδήμων στην ασφάλεια και την οργάνωση των ερειπίων, αποφάσισε να τα βασανίσει, να τα εξορίσει, να τα φυλακίσει ή να τα εξοντώσει φυσικά ή ψυχολογικά.
Έτσι εδραίωσε την παρουσία του όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά ανέπτυξε μια παντοκρατορία εξουσίας στον τόπο, για χρόνους είκοσι.

Τότε ένας μαύρος δράκος, ανδρώθηκε και ήρθε στα πράματα. Κανείς δεν κατάλαβε τότε, πώς και γιατί, εδραιώθηκε και με μεθόδους αυταρχικές και βασανιστικές, επιβλήθηκε στη χώρα. Υπήρχε τότε, και πέρα απ’ τη χώρα η άποψη, πώς ο μπλε δράκος είχε κάποιες ρωγμές, επικίνδυνες για την ζωή του, έτσι ο μαύρος δράκος, ανέλαβε να γιατρέψει τις ρωγμές, από τις οποίες μπορούσε να δημιουργηθεί διαφυγή του λαού προς ατραπούς επικίνδυνες και με τη γνωστή μέθοδο του γύψου, για χρόνους εφτά, εγκαταστάθηκε στη χώρα, πετώντας φλόγες από το στόμα και τα μάτια του, τρομάζοντας και τρώγοντας τους ανθρώπους που έβγαιναν από τη φωλιά τους.

Και μετά, μετά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Κάποιοι βγήκαν πιο έξω, προς το φως, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Με την αψάδα της νιότης ή με την απελπισία της νιότης, ή με το φλερτ με τον κίνδυνο, με την ανάγκη για ελευθερία και την ορμή για σύγκρουση. Έτσι, τραβώντας ένα κομμάτι του ντόμινο, διαλύθηκε το οικοδόμημα και ο μαύρος δράκος ξεκουμπίστηκε.

Ο μπλε δράκος ανέλαβε το ρόλο του Άη Γιώργη και όλοι κατ’ αρχήν λάτρεψαν και προσκύνησαν γονυπετείς.

Ο μπλε δράκος ήταν τώρα πιο ανοιχτός… Ανοιχτός στο χρώμα βέβαια, πού αλλού; Γαλάζιος. Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια και τόσες παγκόσμιες αλλαγές, δεν βασάνιζε, δεν εξόριζε, δεν εκτόπιζε, δεν ασκούσε ανοιχτή βία.
Περιθωριοποιούσε . Απέκλειε. Προωθούσε μόνο όσους λάτρευαν τον μπλε δράκο. Όσους ανήκαν στον μπλε δράκο, όσους ορκίζονταν πίστη στο όνομά του και στο έμβλημά του. Όσους δεν φυσούσαν τον πυρσό του να σβήσει.
Ο μπλε δράκος εδραιώθηκε με το νέο του πρόσωπο ,το εκσυγχρονιστικό, στη χώρα για χρόνους επτά.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως και ένας νέος δράκος άρχισε να εκτρέφεται.
Ο λαός κουράστηκε, βαρέθηκε, αγανάκτησε, να περιμένει να πέσουν λίγα ψίχουλα από το τραπέζι του μπλε δράκου και των συνδαιτυμόνων του και αποφάσισε: ΩΣ ΕΔΩ. ΦΤΑΝΕΙ! ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ θα εκθρέψει ένα δικό του δράκο.
Έναν δράκο που θα ανοίξει όλες τις κλειστές πόρτες και θα μοιράσει την πίτα δίκαια σε όλους.
Έτσι ένας ολοκαίνουργιος, λαμπερός σαν ήλιος, δράκος ξεπρόβαλε.
Ένας πράσινος, ελπιδοφόρος δράκος.

Πράγματι αυτός ήταν λεπτός, άφθαρτος, ευκίνητος και λαοπρόβλητος. Άνοιξε όλες τις φυλακές και έβγαλε έξω στην ελευθερία, όλους όσους χρόνια κοιτούσαν τη ζωή με λαίμαργα μάτια από την απομόνωση.
Νέους απ’ την επαρχία της χώρας αλλά κι απ’ τα προάστια, παιδιά ανθρώπων που πολέμησαν το μπλε δράκο, γυναίκες, που ως τότε ήταν του πατρός και του ανδρός τους, ηλικιωμένους που ως τότε, ήταν στα αζήτητα.
Επέτρεψε στους ανθρώπους της υπαίθρου να πάψουν να είναι ένα με τα υποζύγιά τους, και έδωσε μια σημαία στους άσημους, μικρούς, απαίδευτους αλλά παιδεμένους, στους εργάτες και τους υπαλλήλους, να νοιώσουν ότι αξίζουν να είναι σημαιοφόροι.
Ο πράσινος δράκος λατρεύτηκε σαν τον βασιλιά ήλιο. Και φώτισε τις ζωές των ανθρώπων σαν τον ήλιο. Και έλαμψε σαν τον ήλιο.
Τους πρώτους οκτώ χρόνους.
Μετά έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Όμως δεν γεννήθηκε.
Ο πράσινος δράκος άρχισε να μοιράζει φτερά στους ανθρώπους και να τους τάζει ότι θα πετάξουν σαν τον Δαίδαλο. Δεν θέλει φαντασία να καταλάβει κανείς πόσοι Ίκαροι προέκυψαν. Τότε ο δράκος άρχισε να χάνει τη λαμπρότητά του, θάμπωσε. Μπορεί και να σκούριασε, οξειδώθηκε.
Κάποιοι βάλθηκαν να τον γυαλίσουν. Να γίνει πάλι ολόλαμπρος ,φωτεινός και ζωογόνος για τη χώρα.
Όμως η γυαλάδα έπιανε μόνο την ουρά. Το κεφάλι. Το κεφάλι έπασχε. Είχε χοντρύνει, είχε πάθει υδροκεφαλισμό. Έτσι επηρεαζόταν όλο το σώμα. Όλο το πράσινο σώμα, παντού. Το καταπράσινο ελπιδοφόρο ζωντανό σώμα, είχε πνιγεί μέσα στα τετραπλά αυτοκίνητα ανά σπίτι, στα πολυτελή εξοχικά, στους πάσης φύσεως εργάτες για κάθε εξωτερική και εσωτερική δουλειά, στα επιδόματα και τις πιστωτικές κάρτες που άνοιγαν κάθε θεμιτή και αθέμιτη ευτυχία, κάθε παράδεισο αλλά και κάθε κολάσιμη ενέργεια.
Τότε έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Και πάλι δεν γεννήθηκε. Κακή σπορά, κακή χρονιά, κακή στιγμή, κακή συγκυρία, τι να πεις.
Το γεγονός είναι ότι ο πράσινος δράκος, άλλοτε σαν κένταυρος, άλλοτε σαν μανδαρίνος, μετέτρεψε τους πάντες σε ρινόκερους. Έπρεπε ή να είσαι ρινόκερος ή να βλέπεις παντού ρινόκερους .Πολλοί έγιναν ρινόκεροι. Πολλοί δεν τα κατάφεραν.
Και άλλοι αρνήθηκαν.
Είκοσι δύο χρόνους άντεξε συνολικά ο πράσινος δράκος και στα τελευταία του, εκεί στα λοίσθια, είχε κακά στερνά. Κι αυτός και η χώρα που τον λάτρεψε.
Και τότε όπως λέει ο λαός επειδή: «Καλά στερνά, όλα καλά, Κακά στερνά όλα κακά».
Έτσι ό, τι καλό έκανε, τα κακά στερνά, το διασκόρπισαν, το αμαύρωσαν, το έστειλαν στη λήθη ,στην μήνιν και στο ανάθεμα.

Κάποιες απόπειρες να κυβερνηθεί η χώρα συντελέστηκαν.
Τα αποτελέσματα τα μετρούν, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι. Οι ιστορικοί θα αποφανθούν πολύ αργότερα.

Και τότε εμφανίστηκε από την αγανάκτηση, τη διαμαρτυρία και την «δυναμική του τριγώνου των Βερμούδων» ένας νέος δράκος.

Ένας ροζέ δράκος.
Δεν ήταν κόκκινος, γιατί κόκκινος υπήρχε δράκος. Αλλά ήταν ένας δράκος με αγωνιστικό παρελθόν, όμως ήσυχος, ακίνδυνος, σιωπηλός, ιδιόρρυθμος στο παρόν, που είχε καπαρώσει το χρώμα και του ανήκε στο διηνεκές.
Ύστερα, κόκκινος δεν ήθελε να’ναι ο καινούργιος, γιατί το κόκκινο ζητάει αίμα και πόλεμο, μπορεί και έρωτα και άλλα άλικα και οργιώδη και κόκκινες φλόγες που βγαίνουν απ’ τα μάτια κι απ’ το στόμα και κατατρώνε ό, τι παλιό και σάπιο βρεθεί στο δρόμο τους. Αλλά κυρίως το κόκκινο, ζητάει σαφήνεια. Πολύ συγκεκριμένα και πολύ έντονα πράγματα.
Ενώ εδώ είχαμε έναν δράκο βουτηγμένο στη ροζέ , ομιχλώδη και ασαφή ατμόσφαιρα του αγανακτισμένου. Με πράσινα δρακόφτερα/ παγωνόφτερα στην ουρά του και κόκκινες ανταύγειες στο κεφάλι και βαθιές γαλαζωπές αποχρώσεις, από μπλε ψαρίσιο δράκο ,σε μορφή σούσι, για να μην αναγνωρίζεται εύκολα.

Κι ο λαός του Διονύσιου Σολωμού, αυτός ο λαός, ήθελε έναν νέο δράκο και πίστεψε σε αυτόν. Στον ροζέ δράκο που τράφηκε από την αγανάκτηση, από την έλλειψη, από τη στέρηση απ’την ανέχεια, από την ανάγκη για φτερά.
Και έμεινε ο ροζέ δράκος χρόνους… κανείς δεν ξέρει πόσους

Στη χώρα οι συνθήκες πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Οι οικονομικοί δείκτες περιγράφουν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, ανθρωπιστικό, διεθνές προφίλ της χώρας.
Συνακόλουθα το κοινωνικό κράτος υποχώρησε ολοσχερώς και οι υψηλές φορολογίες ολοκλήρωσαν την εικόνα της κρίσης.
Η νεολαία άρχισε να μεταναστεύει.
Στην αρχή διερευνητικά, μετά πιο αποφασιστικά και τελικά με μαζικούς ρυθμούς και αριθμούς οι πόλεις, τα χωριά, οι πρωτεύουσες και η πρωτεύουσα της χώρας άδειασαν.
Η σύνθεση του πληθυσμού είχε από χρόνια μια πτωτική πορεία, αλλά τώρα πια ραγδαία, μετακύλησε σταθερά σε μια χώρα ηλικιωμένων, συνταξιούχων και ανήμπορων ανθρώπων.
Η σύνθεση του πληθυσμού επηρέασε περαιτέρω επί το αρνητικότερο ,την πολιτική κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας.
Η χώρα μαστίζεται από ύφεση, εγκατάλειψη, πολυποίκιλη αποσάθρωση, μελαγχολία και κατάθλιψη.
Η νεολαία δεν πήρε μαζί της μόνο την παραγωγική και επιστημονική επάρκεια και συνέχεια της χώρας ,αλλά και την διάθεση και την δυνατότητα των υπολοίπων πολιτών, για οποιαδήποτε δυναμική έστω και καθημερινή δραστηριότητα.
Απλές γραφειοκρατικές ενέργειες, όπως η κατάθεση της φορολογικής δήλωσης, η απόκτηση κάποιου δικαιολογητικού ώστε να συμμετέχει κάποιος σε μικρές πενιχρές παροχές, ή η εκ νέου συγκέντρωση δικαιολογητικών για την παροχή σύνταξης κλπ, καθυστερούν χρονικά, αδικαιολόγητα, και οδηγούν σε παραπέρα μαρασμό της κοινωνικής οργάνωσης των πολιτών.
Η αναγκαιότητα να χρησιμοποιηθεί από τους ηλικιωμένους η ηλεκτρονική διαδικασία, συμμετοχής, κατάθεσης, ταχυδρομείου ,πληρωμών κλπ., είναι δύσκολη έως αδύνατη και η απαιτούμενη ανάγκη να χρησιμοποιηθεί κάποιος επαγγελματίας, που θα πρέπει να αμειφθεί, πχ, λογιστής, φοροτεχνικός κλπ, καθιστά την όλη διαδικασία απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Η λειτουργία μικροσυσκευών στο σπίτι, που απαιτούν, κάποιες γνώσεις, ή πληροφορίες γύρω από τις νέες τεχνολογίες και τη χρήση τους, (κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές, αποκωδικοποιητές τηλεοράσεων κλπ), ελλείψει των νεαρών μελών της οικογένειας, που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει ή θα αποκτούσαν, εύκολα και γρήγορα, εξοικείωση με αυτόν τον τομέα, οδηγούν τους μεσήλικες στην παραίτηση της χρήσης τους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ξαναγυρίζουν σε παραδοσιακές πρακτικές, οι οποίες είναι χρονοβόρες, μη αποτελεσματικές αλλά κυρίως μη συμβατές και αποδεκτές από την πολιτεία και τους μηχανισμούς της, οι οποίοι είχαν εν μέρει προ της κρίσης, εγκατασταθεί και με τους οποίους συνεχίζει να λειτουργεί , αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της σε διεθνή και άλλα επίπεδα.
Οι διάφορες λειτουργίες της κοινωνικής οργάνωσης, (συγκοινωνίες, ηλεκτρονικά εισιτήρια, ηλεκτρονικές κάρτες, κάρτες τράπεζας, ερωτηματολόγια παντός τύπου και διαδικασίες που απαιτούν κάποιο βαθμό σύγχρονης εκπαίδευση, αντίληψης ή εξοικείωσης, είναι δυσλειτουργικές για τον μεσήλικο και υπερήλικο πληθυσμό και όλα δυσπραγούν, δυσλειτουργούν και επαυξάνουν την κοινωνική αποσύνθεση.
Η δυσθυμία, η αναποτελεσματικότητα και η αδυναμία του πληθυσμού συνεχώς διογκώνεται.

Οι οικογένειες απαρτίζονται από δύο ή ένα μεσήλικο/υπερήλικο άτομο.
Η ψυχολογική τους κατάσταση είναι επιβαρυμένη.
Δεν υπάρχει ενθουσιασμός, όνειρα, σχέδια για το μέλλον. Δεν υπάρχει ανανέωση των ενδιαφερόντων, δεν υπάρχει δημιουργία νέων οικογενειών. Δεν υπάρχει η ζωογόνα αλληλεπίδραση των γενεών και δεν επιτυγχάνεται το ξανάνιωμα των ανθρώπων τρίτης ηλικίας με την επαφή τους με τα εγγόνια.
Δεν υπάρχει συχνή επικοινωνία με τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει δυνατότητα εύκολης μετακίνησης προς αυτά, ούτε οικονομικές δυνατότητες, ούτε εμπειρία ταξιδιών, ούτε ανάλογη αντοχή και υγεία.
Δεν γίνονται επισκευές στα σπίτια και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία.
Δεν υπάρχουν οικονομικές συναλλαγές. Χρήμα δεν αποστέλλεται ούτε προς τους γονείς ούτε βέβαια από τους γονείς.
Η αποξένωση είναι δυναμικά παρούσα: Στο τοπίο, στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στη χώρα.
Η συρρίκνωση είναι παρούσα και στις κοινωνικές δομές.
Σχολεία χωρίς παιδιά κλείνουν.
Υπηρεσίες χωρίς εξυπηρετούμενους πολίτες μεταφέρονται και ενοποιούνται.
Σπίτια ερειπώνουν.
Χωράφια και εκτάσεις ερημώνονται.
Καταστήματα κλείνουν.
Αυτοκίνητα ακινητοποιούνται
Συγκοινωνίες συρρικνώνονται.

ΟΙ άνθρωποι αρχίζουν να επικοινωνούν λιγότερο.
Ο έρωτας απουσιάζει.
Μια νέα «επιδημία» εμφανίζεται. Οι άνθρωποι παύουν να επιθυμούν και να επιδιώκουν να μακρύνουν την διάρκεια ζωής τους.
«Η εποχή των παγετώνων της κοινωνίας» έχει αρχίσει και επεκτείνεται.
Οι άνθρωποι στην αρχή χαίρονται, γιατί τα παιδιά τους θα έχουν μια καλύτερη ζωή και δεν θα τα αγγίξει η κρίση της γενέτειρας χώρας τους.
Όσοι είναι ακόμα νέοι, είναι ακόμα σε κατάσταση να σχεδιάζουν, να ταξιδεύουν, να κάνουν πράγματα που τους ευχαριστούν, να κινούνται και να «κινούνται» γενικώς, πιστεύουν ότι όλη αυτή η μετακίνηση του νεαρού πληθυσμού , δεν θα τους αγγίξει δυσάρεστα, ούτε θα παίξει ρόλο στη ζωή τους.
Τα χρόνια όμως περνούν, το νέο αίμα δεν υπάρχει για να τροφοδοτεί τον παλμό της χώρας και όσο έμεινε πίσω ,μαραζώνει.
Οι παλιοί δράκοι, προσπαθούν, να εκσυγχρονιστούν; Να αναπαλαιωθούν; Να ανακαινιστούν;
Χωρίς πειστικά αποτελέσματα.
«Παλιός δράκος ,καινούργια περπατησιά;»
Κανείς νέος δράκος δεν έχει γεννηθεί για να κυβερνήσει διαφορετικά.
Αλλά και κανείς άνθρωπος .
Κανένας άνθρωπος.

Εμφανίζεται ένας εμπορικός αντιπρόσωπος ο οποίος πουλάει ρομπότ.
Τα ρομπότ είναι εισαγόμενα και έχουν σήμα τους έναν Κίτρινο δράκο.
Το ρομπότ έχει ύψος περίπου εξήντα πόντους. Έχει περιορισμένη ανθρωπόμορφη εμφάνιση. Θυμίζει μικρές στρογγυλές σόμπες υγραερίου. Οι είκοσι τελευταίοι πόντοι, μετρώντας από το δάπεδο, είναι ένα στρογγυλό τύπου κεφάλι, με μάτια, δυο φωτάκια που όταν το ρομπότ, δέχεται μια εντολή, δηλαδή «ακούει», και είναι «σε στάση», είναι κόκκινα, όταν αρχίζει να εκτελεί την εντολή, γίνονται πράσινα.
Δεν διαθέτει πόδια αλλά ροδάκια. Κινείται εύκολα αλλά όχι εξαιρετικά γρήγορα.
Δίνει την εντύπωση μιας εύχρηστης, εύκολα ελεγχόμενης συσκευής, φιλικά προσκείμενης στον άνθρωπο.
Δεν έχει δυνατούς θορύβους, ούτε δυνατά φώτα, ούτε μεγάλες ταχύτητες, ούτε πολλά και σύνθετα κουμπιά λειτουργίας.
Είναι σχετικά φθηνή η αγορά του. Λειτουργεί με ηλεκτρισμό.
Ο πρώτος που το απέκτησε, είναι ένας μεσήλικας, συνταξιούχος πιλότος, ο οποίος μένει σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας, η οποία έχει σχεδόν εκατό τοις εκατό μετανάστευση των νέων.
Ένα βράδυ έφερε μαζί του το ρομπότ και το έβαλε σε λειτουργία στο καφενείο ,που είναι το μόνο κατάστημα που ανοίγει συστηματικά.
Ο κίτρινος δράκος μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ανθρώπων.
Ο πιλότος εξήγησε σε όλους ότι η χρησιμοποίηση του ρομπότ είναι δοκιμαστική, χωρίς την υποχρέωση πληρωμής. Τους πληροφόρησε ότι τα συγκεκριμένα ρομπότ κατασκευάστηκαν στην Κίνα. Λέγονται «Παλληκάρια» και σχεδιάστηκαν ειδικά για να βοηθούν ανθρώπους και οικογένειες σε κοινωνίες που οι νέοι τους μετανάστευσαν και δυσκολεύονται να ζήσουν στη σύγχρονη ζωή μόνοι τους.
Ο αντιπρόσωπος είναι κάποιος που τα εισάγει από την Κίνα. Του είπε ότι έχουν δοκιμαστεί και σε άλλες χώρες και έχουν βοηθήσει πολύ τους ανθρώπους. Ο αντιπρόσωπος μένει σε ένα ξενοδοχείο στην περιοχή τους. Εκείνος τον πλησίασε στην πλατεία χθες και του ζήτησε να συζητήσουν.
Ο πιλότος έχει δύο γιούς που λείπουν εδώ και πέντε χρόνια και οι πιθανότητες να γυρίσουν στη χώρα τους, είναι μηδαμινές. Ο ίδιος έχει και μια ελαφρά αναπηρία στο ένα πόδι και ζει αρκετά δύσκολα με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του.
Μετά από τις πληροφορίες που πήρε από τον αντιπρόσωπο, δέχθηκε να κρατήσει το ρομπότ για ένα μήνα δοκιμαστικά και να ενημερώσει τους συμπολίτες του για την λειτουργία του, τη χρησιμότητά του και σε περίπτωση ενδιαφέροντος, την ακόλουθη παραγγελία ρομπότ.
Η διαδικασία είναι ασφαλής, δωρεάν και διαφημιστική. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το αγοράσει, αν διαπιστώσει ότι δεν τον εξυπηρετεί.
Ο αντιπρόσωπος του εξήγησε αναλυτικά τις δυνατότητες του ρομπότ και αυτός μεταβιβάζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες στους συγχωριανούς του, που τον παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ρομπότ, μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με έγγραφα, συνταγές, πιστοποιητικά, λογαριασμούς, φορολογικές δηλώσεις, απαλλαγές, βιβλιάρια ασθενείας, φάρμακα, αναλήψεις ή καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει μέσω σκαιπ ή άλλου συστήματος με άτομα στο εξωτερικό ή το εσωτερικό, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις σύνθετες ενέργειες, μόνο με φωνητική εντολή σου. Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει με γιατρό, νοσοκομείο ,κλπ, και να κλείσει ραντεβού για εξετάσεις με όποιον χρειάζεσαι.
Τα στοιχεία που του «πέρασε» ο αντιπρόσωπος, τα έδωσε ο πιλότος οικειοθελώς, αφού ο αντιπρόσωπος τον διαβεβαίωσε ότι σε πρώτη φάση, θα του δώσει μόνο κάποια ανώδυνα, όπως ονόματα γιατρών, δικηγόρων ,λογιστών κλπ και όταν το ρομπότ γίνει δικό του, θα περαστούν και άλλα στοιχεία πιο προσωπικά και απόρρητα. Τότε θα υπογραφεί συμφωνία ότι τα στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα και δεν θα διαρρεύσουν προς καμία κατεύθυνση.
Οι συμπολίτες άκουγαν σκεπτικοί. Στην συζήτηση για τους γιατρούς, τις επείγουσες καταστάσεις και τα ραντεβού στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες και ζήτησαν να γίνει ένα ραντεβού εκεί μπροστά τους για να δουν.
Το ρομπότ περίμενε υπομονετικά στην πρίζα και όταν ο πιλότος είπε ότι δεν γίνεται αυτό, διότι είναι βράδυ και δεν κλείνονται ραντεβού, υπήρξε από τους ανθρώπους απογοήτευση.
Κανένας όμως δεν έφυγε παρότι η ώρα περνούσε.
Τότε ο πιλότος είπε, ότι ο αντιπρόσωπος μέσω του ρομπότ, πήρε τον γιό του στην Αυστραλία τηλέφωνο, εύκολα και γρήγορα και τότε η κουβέντα και το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε.
Εκείνο το βράδυ όλοι έφυγαν σκεπτικοί.
Ο πιλότος, από εκείνη την ημέρα και για ένα μήνα, έγινε το σημαίνον πρόσωπο της πόλης.
Και το ρομπότ βέβαια. Το κοίταξαν, το ψαχούλεψαν το άκουσαν, πάτησαν το κουμπί έναρξης και είδαν το μπροστινό του μέρος να ανοίγει σαν τα ατομικά τραπεζάκια στα αεροπλάνα και να βγαίνει ένα λαπ τοπ το οποίο λειτουργούσε αυτόματα, χωρίς να ανακατεύεται καθόλου ο πιλότος, μόνο με μια εντολή, μονολεκτικά κάθε φορά.
«ΔΕΗ» έλεγε ο πιλότος και μετά: «ΠΛΗΡΩΜΗ» και αμέσως ο υπολογιστής έμπαινε στο λογαριασμό του και μετέφερε το ποσόν που του διάβαζε ο πιλότος, στο λογαριασμό της ΔΕΗ. Οι λειτουργίες ήταν απλές και εύκολες, οι άνθρωποι ένοιωθαν σαν να συνεργάζονταν με έναν άνθρωπο και έκαναν τις δουλειές τους.
Όλο το χωριό τις επόμενες μέρες πέρασε από το σπίτι του. Όλες τις ώρες της ημέρας. Παρακολούθησαν λογαριασμούς να πληρώνονται, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το σπίτι του ο πιλότος, κλείστηκαν, ραντεβού για νοσοκομεία και εξετάσεις, κατατέθηκαν φορολογικές δηλώσεις και μίλησε και με τα δυό του αγόρια στην Αυστραλία.
Οι λειτουργίες όμως του ρομπότ ήταν για ένα άτομο. Ο κωδικός ήταν ένας, και τα προσωπικά δεδομένα ατομικά. Το λογισμικό του ήταν προορισμένο να «σηκώσει» τη ζωή, το πολύ, ενός ζευγαριού .
Μετά από ένα μήνα, όχι μόνο είχαν πειστεί αρκετοί, άλλα συζητούσαν πώς θα πείσουν και άλλους. Το ρομπότ με τα φωτάκια του ήταν και μια παρέα, ένας φύλακας στις κρύες μοναχικές νύχτες του χειμώνα.
Ο αντιπρόσωπος ήλθε έγινε μεγάλη συγκέντρωση στο καφενείο και μετά από πολλές ερωτήσεις και απαντήσεις, οι παραγγελίες έπεσαν βροχή.
Σιγά σιγά σε όλη την κωμόπολη, είχε πειστεί και ο πιο δύσπιστος.
Σε λίγο το κάθε σπίτι διέθετε το δικό του ρομπότ.
Σε δύο χρόνια περίπου, τα ρομπότ είχαν γίνει μέρος του εξοπλισμού όλων των σπιτιών της Βόρειας Ελλάδας και κατέβαιναν προς τις νότιες περιοχές.
Ο αντιπρόσωπος πήγαινε ο ίδιος στην Κίνα και έφερνε τις παραγγελίες. Βλάβες δεν παρουσίασε κανένα, ούτε κανένα άλλο πρόβλημα.
Η ζωή των ανθρώπων δεν είχε αλλάξει σημαντικά, αλλά είχε κάπως βελτιωθεί στις διάφορες διαδικασίες και ενέργειες που έπρεπε να γίνουν.
Σιγά σιγά τα ρομπότ συνηθίστηκαν όπως οι κουζίνες ή τα τηλέφωνα και κανείς δεν μιλούσε πια για αυτά. Έγιναν μέρος του σπιτιού και της ζωής των ανθρώπων.
Ο κίτρινος δράκος ήταν παντού. Φιλικός, εξυπηρετικός, ανέξοδος, εύκολος σύμμαχος και χωρίς να δημιουργεί προβλήματα για τους κατόχους του.
Όταν έρχονταν καμιά φορά τα παιδιά κάποιου από το εξωτερικό, το ρομπότ, έβγαινε από την πρίζα και πήγαινε σε καμιά αποθήκη ή καμιά ντουλάπα και αμέσως οι σχέσεις γονιών με τα παιδιά τους επανέρχονταν εκεί που ήταν πριν από 2,4,ή 7 χρόνια.

Σε τρία χρόνια, ο αντιπρόσωπος εμφανίστηκε και τους είπε ότι θα πρέπει να κάνει αναβάθμιση. «Σέρβις», τους εξήγησε και όλοι δέχθηκαν χωρίς πρόβλημα. αποφάνθηκαν οι περισσότεροι. Το κόστος ήταν ελάχιστο και όλοι μπήκαν στην σειρά, για σέρβις.
Όταν ο αντιπρόσωπος έφυγε, τα ρομπότ, είχαν αντικατασταθεί από άλλα, ψηλότερα που μιλούσαν!!
Το ύψος τους τώρα ήταν περίπου ενάμιση μέτρο!
Ο κίτρινος δράκος ήταν τώρα χρυσός και μεγαλύτερος. Κυριαρχούσε στην πλάτη του ρομπότ. Νέα μοντέλα τους εξήγησε ο αντιπρόσωπος.
Τα ρομπότ έπαψαν να θυμίζουν στρογγυλές σόμπες υγραερίου και έμοιαζαν σαν έναν μικρό ανθρωπάκο!
Μιλούσαν με χαμηλή φιλική φωνή. Αρκεί να πατούσες ένα κουμπί και να έλεγες: «ΣΥΖΉΤΗΣΗ»
Τότε τα μάτια του άλλαζαν χρώμα και γίνονταν γαλάζια. Επιπλέον ένα κόκκινο φωτάκι άναβε στην περιοχή του στόματος.
Τότε έπρεπε να πεις: «ΠΡΟΒΛΗΜΑ» και να αρχίσεις να μιλάς με λίγες λέξεις για το πρόβλημά σου.
Π.χ έπρεπε να πεις: «Πρέπει να κάνω εγχείριση στο γόνατο, αλλά φοβάμαι»
Τότε το ρομπότ, άνοιγε τον υπολογιστή, έψαχνε σε διάφορες σελίδες και σου έλεγε απλά και κατανοητά, τι θα πάθαινες αν δεν έκανες εγχείριση και τι περίπου, ήταν μια τέτοια εγχείριση.
Επίσης μπορούσε σαν πεις: «πρόβλημα» και να αρχίσεις να περιγράφεις ένα πρόβλημα σχετικό με μια απόφαση οικονομική που πρέπει να πάρεις.
Π.χ. «Δεν μπορώ πια να δουλεύω, στην περιουσία μου Πώς να έχω εισόδημα;»
Στα τέσσερα χρόνια, ο πρώτος κάτοικος στο χωριό, πούλησε μια μεγάλη έκταση σε κάποιον ξένο αγοραστή.
Με τα χρήματα άρχισε να ζει πιο άνετα. Στην έκταση εμφανίστηκαν πολλά πανομοιότυπα σπίτια. Ένας οικισμός ξεπήδησε και σε λίγο εμφανίστηκαν οι κάτοικοί του. Ήταν κινέζοι. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν γιατροί, άλλοι οδοντίατροι, άλλοι μηχανικοί, άλλοι λογιστές. Γρήγορα άρχισε να αλλάζει το τοπίο. Καταστήματα και εργοστάσιο άνοιξαν.
Οι άνθρωποι του τόπου συνέχισαν να πουλούν εκτάσεις ακαλλιέργητες και αφημένες στην τύχη τους. Σιγά σιγά γερνούσαν και με τα χρήματα από τις πωλήσεις τους, των χωραφιών τους, πλήρωναν και τους φρόντιζαν. Τα χρόνια περνούσαν, σιγά σιγά πέθαιναν και η περιοχή άλλαζε χέρια.
Άλλαζε και φυσιογνωμία, γλώσσα και ύφος. Σε είκοσι χρόνια, ολόκληρη η χώρα σχεδόν ήταν κινεζική. Με νομιμότητα και χωρίς καμία πράξη επιβολής . Όλη την δουλειά την ολοκλήρωσαν τα ρομπότ. Η Κίνα επεκτεινόταν χωρίς να ανοίξει μύτη και χωρίς να ξεκινήσει κανένας πόλεμος.
Οι χώρες του νότου η μια μετά την άλλη κινεζοποιήθηκαν και σε εξήντα χρόνια, η Κίνα , ήταν η πρώτη δύναμη στον κόσμο, σε πληθυσμό, σε πλούτο, σε τεχνολογία, σε έκταση και σε παραγωγή.
Ήταν η εποχή του χρυσού δράκου.
Κανείς δεν ξέρει πόσο κράτησε.
Νομίζω ότι κρατάει ακόμα και επεκτείνεται…

Advertisements

Η αποξένωση.

Παρακολουθείς την ταινία “Time out of mind”.

Ελληνικός τίτλος: «Η αποξένωση»

Μια ταινία σιγανή, χαμηλόφωνη, αργόσυρτη. Κυλάει στην οθόνη σου, σαν ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος πέταξε κάτω και ο αέρας το πάει από δω κι από κει…

Συνεχώς είσαι σε μια κατάσταση αναμονής, περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει αυτή η μουρμουριστή, ανεπαίσθητη,  εσωτερική/εξωτερική καταγραφή και θα αρχίσει η ταινία! Νομίζεις ότι παρακολουθείς ένα πρόλογο !

Κάποιες στιγμές, νομίζεις ότι έχει πρόβλημα ο ήχος της δικής σου συσκευής … και δοκιμάζεις να αυξήσεις την ένταση.

Αργείς να μπεις στο κλίμα. Δεν έχεις διαβάσει τι πρόκειται να δεις και δεν είσαι προετοιμασμένος. Δεν είσαι σε αίθουσα κινηματογράφου που συντονίζεσαι με τις ανάσες των άλλων θεατών, που παίρνεις  «το βήμα» και «ζυγίζεσαι» σε μια  «ομαδική οπτική», με αυστηρά προσωπική όμως αποδοχή μηνυμάτων.

Παρακολουθείς λοιπόν με ανάμεικτα αισθήματα και δεν ξέρεις τι σου φταίει. Δεν μπορείς να βυθιστείς και να ταυτιστείς. Γιατί ο άστεγος είναι άστεγος. Τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο. Είναι κάτι που δεν έχεις υπάρξει και δεν έχεις ούτε καν κάποια έμμεση εμπειρία, κάποια  προσέγγιση από φίλο ή συγγενή, για να ανασύρεις.

Δεν ξέρεις τι είναι αυτό που σε πονάει καθώς η ταινία συνεχίζει να σέρνεται , στην οθόνη σου, αλλάζοντας συνεχώς κατευθύνσεις και καταλήγοντας πάντα σε αδιέξοδο. Δεν ξεκολλάς όμως καθόλου, ούτε για νερό, ούτε για τουαλέτα, ούτε για το ψυγείο.

Είσαι εκεί κολλημένος στην οθόνη σου και παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον μια ταινία που δεν έχει ανατροπές/δράση/ταχύτητα/διαλόγους/εμφανή ένταση. Παρακολουθείς κατά πόδας αυτό το σκουλήκι που σέρνεται στην οθόνη σου και κατατρώει τα πάντα.

Την παρακολουθείς ως το τέλος.

Εκεί όταν οι τίτλοι πέφτουν, δεν σηκώνεσαι από τη θέση σου, μένεις έκπληκτος γιατί σιγά σιγά διαπιστώνεις μέσα σου, ανομολόγητα, Τι είδες εσύ, σε αυτήν την ταινία!

Τι έβλεπες τόση ώρα. Γιατί παρακολουθούσες χωρίς να κουνηθείς, κάτι τόσο άγνωστο και μακρινό, κάτι που δεν έχει συμβεί και πιστεύεις ότι δεν θα σου συμβεί. Κάτι  που δεν βλέπεις ούτε στον  χειρότερο εφιάλτη σου.

Έβλεπες τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου και μαζί πολλούς, άλλους, «Πολιτικά Άστεγους».

Αυτό  δεν είναι ύβρις και ειρωνεία για τους πραγματικά άστεγους.

Η τραγικότητα της πραγματικότητας δεν αναιρείται με όσες προβολές κι αν κάνει κάποιος. Απλώς ο καθένας βλέπει σε μια ταινία, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, ένα ποίημα, σε ένα έργο κάτι άλλο.

Δεν με αφορούν οι επαγγελματίες πολιτικοί ή «οι περί την πολιτικήν ασχολούμενοι» οι οποίοι περιφέρονται από πολιτικό χώρο σε πολιτικό  χώρο/κόμμα/παράταξη/συνασπισμό κομμάτων κλπ., για κάποιο χρονικό διάστημα, κάνουν διάφορες δηλώσεις, δίνουν συνεντεύξεις, πολλοί εκλέγονται και μετά αποχωρούν, εξηγούν πάλι τους λόγους της αποχώρησής τους και συνεχίζουν για νέες δημοσιότητες.

Αναφέρομαι στους πολλούς αξιόλογους ανθρώπους οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια ουσιαστικά είναι Πολιτικά Άστεγοι.

Είναι αυτοί που έχουν φύγει, « …τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι…»

Γι αυτό, αυτός ο πόνος σε όλη την διάρκεια της ταινίας.

Έβλεπα ανθρώπους που έζησαν μια ζωή, που έκαναν λάθη, που εθίστηκαν σε πολλά και κάποια στιγμή, βρέθηκαν «χωρίς στέγη» χωρίς έναν πολιτικό φορέα, στον οποίο να νοιώθουν ότι ανήκουν, με την έννοια ότι εκφράζονται μέσα από τις θέσεις του και τις πολιτικές πράξεις του, ως πολίτες.  Ότι νοιώθουν ασφαλείς και σωστοί  μέσα σε αυτόν. Βρέθηκαν άστεγοι και έγιναν ανύπαρκτοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ότι ανήκουν πουθενά. Έπαψαν να εκφράζονται, να συμμετέχουν, να αγωνίζονται, να έχουν διάθεση και σθένος για τα κοινά. Η ζωή συνεχίζεται και κυλάει  χωρίς να τους περιλαμβάνει. Μιλούν χαμηλόφωνα, δεν ελπίζουν, δεν πιστεύουν, δεν περιμένουν. Δοκιμάζουν δειλά να πιστέψουν σιωπηλά κάπου,  αλλά οι συνθήκες είναι διαφορετικές από αυτές που αντέχουν. Στους φορείς που θα ήθελαν να  συμμετέχουν/περιληφθούν/εκφραστούν,  το πολιτικό παιχνίδι παίζεται, με όρους που έχουν προαποφασιστεί εδώ και δεκαετίες , αφορούν πάντα τους αρχηγούς  και τους επικεφαλής  κι όχι τους συμμετέχοντες. Και δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον να αλλάξουν  οι συνθήκες σε βάθος.

Οι πολιτικά άστεγοι, είναι απομονωμένοι στην απογοήτευσή τους,  και στις προσωπικές τους διεξόδους . Είναι χαμένοι, στις σκέψεις τους, στο παρόν που είναι όλο και πιο δύσκολο και αβάσταχτο και στο μέλλον που δεν διαφαίνεται, που δεν έρχεται. Εκτονώνονται  στο διαδίκτυο ενώ στην πραγματική ζωή, το σύστημα, τους  καταργεί ως άτομα/οντότητες/πολίτες/ και τους μαζοποιεί σε ομάδες: απογοητευμένων, δυσαρεστημένων, διαμαρτυρημένων ή απλώς αναποφάσιστων.

Οι πολιτικά άστεγοι,  είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, απαιτητικοί και νοήμονες, νοιώθουν ότι η ζωή  κυλάει ερήμην τους και οι επιλογές  λαμβάνονται και αφορούν την ύπαρξή τους με τους ίδιους  απόντες και  τις ανάγκες τους,- οικονομικές, μορφωτικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, οικολογικές , αναπτυξιακές,- ουσιαστικά  αγνοημένες. Τριγυρίζουν,  μιλώντας στον εαυτό τους και παρακολουθούν αμέτοχοι και μη ικανοί να παρέμβουν στη ζωή της χώρας τους, σιγά σιγά αποθαρρυνόμενο και απομακρυσμένοι, απλώς μεγαλώνοντας.

Οι πολιτικά άστεγοι, περιμένουν, αναζητούν, προσδοκούν, επιδιώκουν, ζητούν  και δείχνουν με κάθε τρόπο, ότι θέλουν μια πολιτική στέγη η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Τα πολιτικά κόμματα ακόμα παίζουν τον ίδιο παλιό σκοπό και ουδόλως βλέπουν τι πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία.

Κι αν στην τελευταία σκηνή της ταινίας αχνοφαίνεται ή υπονοείται μια λύση για την αποξένωση, εδώ δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται με πάντα πολλαπλάσιες και σκοτεινές συνέπειες για όλους.

Αχ Ελλάδα, σ’αγαπώ;

Φέτος όλα είναι κάπως. Θα μου πείτε όλα, πάντοτε κάπως ήταν. Πάντα κάτι συνέβαινε, πάντα κάτι συμβαίνει.. Κάτι δύσκολο κάτι βαρύ, που προσπαθείς να το χειριστείς και να μη σε «πάρει από κάτω» να μη σε ισοπεδώσει, να μη σε αφανίσει. Κάτι καινούριο και άγνωστο που προσπαθείς, να το χειριστείς για «να το φέρεις στα μέτρα σου», να το μάθεις. Κάτι πιο μεγάλο, πιο «προχωρημένο» απ’ τη μέχρι τώρα ζωή σου, που πρέπει να το χειριστείς, να το εντάξεις , να το υποτάξεις, ώστε να κυριαρχήσεις πάλι και να μπορέσεις να συνεχίσεις.
Όσα χρόνια πίσω κι αν γυρίσεις και σκεφτείς, θα δεις ότι πάντα έτσι ήταν.
Πάντα συμβαίνει η ζωή. Αυτό είναι η ζωή.
Πάντα ήταν η ζωή.
Και στις γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα, πάντα υπήρχε ένα μήνυμα διάχυτο, μια ατμόσφαιρα, που έλεγε:
«Αφήστε τα όλα για λίγες μέρες, ρίξτε αλλού την προσοχή σας, χαλαρώστε από τη ζωή, πάρτε μια ανάσα.
Έπειτα θα μπορέσετε να συνεχίσετε πίσω, λίγο πιο ξεκούραστοι, λίγο πιο ήρεμοι, λίγο πιο αγαπημένοι, λίγο πιο δυναμωμένοι, λίγο λιγότερο στρεσαρισμένοι.
Πάντα έτσι ήταν.
Και είναι καλοδεχούμενη, πολύτιμη και ζωογόνος αυτή η γιορτινή επικέντρωση. Δρα θεραπευτικά, διότι αφήνεσαι. Τραβάς χειρόφρενο για δυο τρεις μέρες και αφήνεσαι στα γέλια, στα χρώματα, στις μυρωδιές, στα στολίδια, στη γιορτή. Τη ζωή σου, την αφήνεις στο πλάι , την ξεχνάς για λίγο.

Φέτος λοιπόν, πάλι όλα είναι κάπως. Πώς κάπως; Κάπως λαθραία. Όλα γίνονται στα μουγκά, στο ελάχιστο, στο αθόρυβο.Σαν να μη γίνονται. Σαν να μην υπάρχουν.
Δεν πρέπει ν ακούγονται φωνές, ούτε ομιλίες. Δεν πρέπει να μυρίζουν γαργαλιστικές μυρωδιές, (ούτε λόγος για ζυμώματα, για κουλούρια και τσουρέκια). Δεν πρέπει να μπαινοβγαίνει κόσμος, ακόμα και τα απαραίτητα ψώνια πρέπει να έλθουν αθόρυβα και να εξυπηρετούν την αναγκαιότητα. Δεν πρέπει να χτυπούν τηλέφωνα, όσα χτυπήσουν, θα ακούσουν ευχές χαμηλόφωνες.
Τα πάντα θα γίνουν σαν να μην έγιναν.
Η παράκληση έχει διατυπωθεί: «Δεν θέλω ν αλλάζω παραστάσεις, πρέπει να είμαι εκεί, χωμένος, να μη φεύγει το μυαλό μου»
Ακόμα και ο πηγαιμός στην εκκλησία, στις πατροπαράδοτες στιγμές, (Επιτάφιος, Ανάσταση) είναι ανεπιθύμητος. Κι αυτό ακόμα,  αποπροσανατολίζει. Δείχνει πώς περνούν οι άνθρωποι αυτές τις μέρες. Με χαλάρωση, άδειασμα από καθημερινότητα, κάποια κατάνυξη, υπέρβαση.
Όλα  αυτά είναι: Ανεπιθύμητα. Ξεμυαλιστικά. Καταστροφικά.
Δεν θέλει να χαλαρώσει, δεν θέλει, να αφεθεί, δεν θέλει ν αγναντέψει από μακριά τη ζωή του.
Μην ξεγελιέστε, δεν είναι από ιερή προσήλωση στη γνώση, ούτε από μανιακή επιμονή στην τρανταχτή επιτυχία.
Φοβάται, φοβάται να σκεφτεί. Δεν θέλει να σκεφτεί. Τι συμβαίνει και τι σημαίνει.
Δεν θέλει να εννοήσει και να συνειδητοποιήσει.
Μια τέτοια ισοπέδωση, σαν τις πανελλήνιες,  δεν μπορείς να την χειριστείς, ούτε να την εντάξεις, ούτε να την υποτάξεις, ούτε να «την φέρεις στα μέτρα σου» και να κυριαρχήσεις, σε αυτήν.
Δεν πρέπει να σκέφτεσαι, ούτε να συνειδητοποιείς.
Παίζεις το παιχνίδι με τους όρους που υπάρχουν, χωρίς σχόλια, χωρίς ηρεμία και χωρίς χαλαρότητα.
Όσο για την εκκλησία, είναι πολύ αθώος ακόμα και δεν έχει μπει στο παιχνίδι των ανταλλαγών με το Θεό.
Το Πάσχα βέβαια σημαίνει πέρασμα. Αυτό το Πάσχα, είναι όντως ένα πέρασμα. Είναι το πέρασμα από τη μαθητική, ανήλικη ζωή, στην ενήλικη άγνωστη πραγματικότητα.

Ούτε κι αυτό έχει μείνει χρόνος διάθεση για να συνειδητοποιηθεί.
Είναι οι πρώτες σχολικές διακοπές που δεν έχουν ξενοιασιά, ατελείωτο ύπνο μετά από ατελείωτα ξενύχτια σε ατελείωτες (προσωπικής επιλογής) δραστηριότητες: παιχνίδια, έργα, βιβλία, τηλεφωνήματα, σινεμά , βόλτες και συζητήσεις, ατελείωτες συζητήσεις.
Είναι οι πρώτες διακοπές μετά από δώδεκα χρόνια που είναι μοναχικές, βασανιστικές, γεμάτες άγχος, κούραση, αγωνία, κρυφούς υπολογισμούς μονάδων, και απουσία.

Αποχή και απουσία.

Από εκδηλώσεις,ανθρώπους, σκέψεις,συναισθήματα,γεγονότα,εξελίξεις, από τη ζωή γενικώς.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς καταφέρνει ένας υποψήφιος και απομονώνεται από τα πάντα. Μπαίνει σε μια κάψουλα και δεν θέλει να χωράει εκεί οτιδήποτε άλλο, εκτός από βιβλία, σημειώσεις, τετράδια, στυλό, νερό και γλυκά. Οτιδήποτε σοκολατένιο. (Αν είχε λίγη έμπνευση και λίγη δημιουργικότητα το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- θα έβαζε σπόνσορα στις πανελλήνιες, διάφορες σοκολατοβιομηχανίες)
Δεν είναι ηρωισμός ούτε επιμέλεια, ούτε ένδειξη καλού και χρηστού χαρακτήρα, ούτε στοχοθεσία και υπεύθυνη στάση.
Είναι μονόδρομος.
Άλλοι το ξέρουν από την αρχή, άλλοι το ανακαλύπτουν στην πορεία, άλλοι δεν το ανακαλύπτουν ποτέ.
Δεν πίστεψα ποτέ στην θεωρία των καλών, των υπεύθυνων και συγκεντρωμένων μαθητών και των παραλιακών , ανεύθυνων  ή άσχετων που «δεν τραβάνε» στα μαθήματα.
Οι πάντες, με την κατάλληλη υποστήριξη, μαθησιακή και ψυχολογική, με την κατάλληλη ενίσχυση, σε ό, τι αφορά την ωριμότητα και την συγκρότηση της μαθησιακής τους προσωπικότητας, με την διερεύνηση των ικανοτήτων, ενδιαφερόντων και δυνατοτήτων του καθενός, όλα τα παιδιά, μπορούν να βρουν έναν τομέα της επιστήμης, της τέχνης, της τεχνικής ή της έρευνας ,στον οποίο θα απέδιδαν και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επαγγελματικό και προσωπικό, ωφέλιμο για την κοινωνία, μέλλον.
Όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- περί άλλα τυρβάζει.(Δεκάδες συστήματα άλλων χωρών,πιο ουσιαστικά και πιο αποτελεσματικά, εμείς δεν θέλουμε/μπορούμε/ασχολούμαστε/ενδιαφερόμαστε, να τα υιοθετήσουμε.

Γιατί;

Φοβόμαστε μήπως  μας διαβρώσουν τον πολιτισμό; ή απλώς δεν έχουμε την ικανότητα και τη θέληση να προσαρμόσουμε στην Ελληνική πραγματικότητα την θετική εμπειρία άλλων χωρών στον τομέα της εκπαίδευσης;

Μάλλον είμαστε πολύ απασχολημένοι με άλλα πολιτικά ζητήματα και δεν μπορούμε να διαθέτουμε τον πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης για την παιδεία.Ούτε και μας νοιάζει. Στο κάτω κάτω μήπως η ζωή θα συνεχιστεί και μετά την δική μας διακυβέρνηση;

Αν ναι, ακόμα καλύτερα! Μέχρι να ξεμπλέξουν οι επόμενοι τα χάλια αυτά, θα περάσει μιαμιση τετραετία και θα αρχίσουνμε να ετοιμαζόμαστε να αναλάβουμε.
Ο υποψήφιος είναι μόνος. Παλεύει με ένα παράλογο σύστημα που σε μια μέρα θα καθορίσει εν πολλοίς τη ζωή του.
Δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης και μάθησης! στην θαυμαστή Ελλάδα!! τον οδήγησαν φέτος, σε ένα δωμάτιο με ντάνες θεωρητικά ή θετικά βιβλία, (αναλόγως κατεύθυνσης), με μερική ή και ολική αποχή από κάθε φυσιολογική δραστηριότητα, με μάτια γυάλινα, που όταν βγαίνει από το δωμάτιο για να κάνει το τρίγωνο, ψυγείο, τουαλέτα, δωμάτιο,
Σε κοιτάζουν με αγωνία, και λίγη παραφροσύνη και σε ρωτούν:
«Όλα είναι όπως πριν;»
«Έγινε τίποτα φοβερό;»
«Μήπως χρεοκοπήσαμε;»
«Θα γίνουν όλα κανονικά; Οι πανελλήνιες;»
Μιλάμε ψιθυριστά,
Δεν κάνουμε τίποτα,
περπατάμε και βγάζουμε φωτογραφίες,
καθόμαστε ώρες και ώρες στις οθόνες,
περιμένουμε,
αθόρυβα, με συμπαράσταση, με οργή,
ανυπεράσπιστοι
και το μόνο που μπορούμε πια να προσφέρουμε στη νέα γενιά,
είναι μια σοκολάτα.

Πλουραλισμός;

Μόνον εγώ, ενευρίζομαι/θυμώνω/στενοχωριέμαι/απογοητεύομαι/προβληματίζομαι/ενοχλούμαι/ανησυχώ/βλέπω αδιέξοδα/μένω ασυγκίνητη/αδιαφορώ, όσο βλέπω ότι κάθε ένας και κάθε μια,που έχει χρηματίσει υπουργός, υφυπουργός,πρόεδρος,βουλευτής κλπ,

δεν δύναται,(διάβαζε δεν διατίθεται) να χωρέσει πουθενά τον προβληματισμό του/της και τις θετικές ιδέες του/της, για την πολιτική/κοινωνική/οικονομική ανάπτυξη/ανόρθωση/σωτηρία, της Ελλάδας, παρά μόνον σε ένα κόμμα,όμιλο,δίκτυο κλπ,κλπ, που θα ιδρύσει ο/η ίδιος/α;
Μόνον εγώ σκέπτομαι ότι όσο καταστροφικό είναι, το «όλοι οι καλοί χωράνε» (αρκεί να είναι σιωπηλοί και πειθαρχημένοι) και το οποίο οδηγεί στα τεράστια κόμματα, που περιέχουν δεκάδες και εκατοντάδες ετερόκλητα άτομα, που έχουν άλλη αφετηρία,αλλά κάνουν και συνειδητά «άλλη διαδρομή» και επιδιώκουν να μην έχουν ποτέ, ποτέ όμως, ένα τέρμα, με τον γνωστό διπολισμό και την εναλλαγή τους στην εξουσία,

άλλο τόσο διαλυτικό και αναποτελεσματικό για την οργάνωση και την διακυβέρνηση μιας χώρας , είναι και αυτό:

«Είμαι ο/η τάδε, έχω τις απόψεις μου,οι οποίες είναι αλάθητες, σε αυτές  είμαι ανυποχώρητος, και δημιουργώ πολιτικό σχηματισμό, στον οποίο σας καλώ να στοιχηθείτε»Είμαι ο πρόεδρος και βεβαίως, καταγράφω τους οπαδούς/ακόλουθους/φίλους/υποψήφιους ψηφοφόρους και διαπραγματεύομαι ανάλογα;

Κόμματα, κομματίδια, κομματάκια,κομμάτια και θρύψαλα.

 

 

Μια απορία.

T3
T3

Και η αντανάκλαση του αιωνίου φωτός, πού είναι;
γιατί στέκεται τόσο ψηλά,
μα τόσο ψηλά,
ώστε να φωτίζει τον αττικό και ελληνικό ουρανό μέρα και νύχτα, την καλοκαιρινή φύση, τα νερά όπου κι αν ρέουν ή αναβλύζουν, τα αρχαία μάρμαρα, και κάποτε τις σύγχρονες καλλιτεχνικές δημιουργίες,
αλλά δεν κατεβαίνει να φωτίσει τους ανθρώπους, τους σύγχρονους καθημερινούς νεοέλληνες;
Με απασχολεί πού πάει όλο αυτό «το φως της Ελλάδας»; Γιατί στέκεται τόσο ψηλά και φωτίζει ουρανό, θάλασσα, δάση, αρχαίους ναούς και άλλα μνημεία
και δεν καταφέρνει να μπει στους ανθρώπους και να τους κάνει φωτεινούς

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. γ΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

Ο Γιάννης ξύπνησε νωρίς όπως τις μέρες που πηγαίνει στη δουλειά,αν και ήταν Σάββατο, αλλά η Δάφνη είναι ήδη ξύπνια.Φοράει το μπουφάν της πάνω απ΄τις πιζάμες και κάθεται όρθια με την πλάτη κολλημένη στο καλοριφέρ στο σαλόνι που έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.
-Κρυώνεις;
-Ναι.
– Έλα εδώ,γιατί σηκώθηκες πρωί-πρωί; Κάτσε στα ζεστά, μη νοιώθεις άσχημα. Έτσι κι αλλιώς ξύπνησα, θα φτιάξω πρωινό.
Η Δάφνη ήρθε σιγά-σιγά και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σφιγμένη πάντα στο μπουφάν της.
Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Το δωμάτιο ζεστάθηκε και ο Γιάννης σηκώθηκε.
-Πάμε στην κουζίνα, έχεις συγκεκριμένο διαιτολόγιο;
-Όχι.
Ο Γιάννης κινείται άνετα σαν να ζούνε μαζί από καιρό ή σαν να είναι με κάποιον πολύ δικό του άνθρωπο. Η Δάφνη κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω.
-Αν θέλεις κάνε μια βόλτα στο σπίτι να δεις τα διάφορα… Δεν είσαι περίεργη;
-Τι σημασία έχει; Τι να δω;
-Δεν ξέρεις ποτέ…
-Σταμάτα να φέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα,με νευριάζεις!
-Ποιος είπε ότι δεν τρέχει τίποτα; Νοιώθω μεγάλη αμηχανία! Σου φαίνομαι τύπος που ψαρεύει μια γυναίκα στο δρόμο και την παίρνει σπίτι του, υπό κανονικές συνθήκες;
-Όχι.
-Σε λίγο θα νοιώσεις καλύτερα. Η νηστεία φέρνει υπογλυκαιμία και άσχημη διάθεση.
-Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Ο Γιάννης την κοίταξε και άρχισε να της μιλάει σοβαρά και ουδέτερα, προσπαθώντας να μη την ταράξει:
-Δάφνη, είναι άσχημο, είναι άδικο,είναι δύσκολο,όμως αυτή είναι η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.
Άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα άδικο, παράλογο ατύχημα,ένα πρωί που φεύγουν απ’ το σπίτι τους και δεν γυρίζουν ποτέ,χωρίς ποτέ να φαντάζονται κάτι τέτοιο… Δεν έχουν καν την ευκαιρία να το διαπραγματευτούν…
Εσύ τουλάχιστον μπορείς να παλέψεις,μπορείς να πιστέψεις ότι θα το νικήσεις,υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τα κατάφεραν,μην παραδοθείς,γίνεται πια και το νικούν τόσοι και τόσοι,θέλεις ενθάρρυνση και βοήθεια και στήριξη.
Θέλεις να σε βοηθήσω εγώ να το παλέψεις; Πρέπει όμως να θέλεις να ζήσεις,να πιστέψεις πως αξίζει τον κόπο,να αγωνιστείς… Δεν γίνεται να το θέλει ο γιατρός, ή εγώ πιο πολύ από σένα! Δεν πιάνει τότε.
-Εσύ γιατί να το θέλεις;Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα;
Ε; Με ήξερες κι εχτές ή θα με ξέρεις και αύριο; Τι σε νοιάζει αν πεθάνω; Τι σε νοιάζει αν ζήσω;
-Σε ξέρω μιάμιση βδομάδα κι είναι σαν να σε ξέρω πολύ καιρό… και θέλω να σε μάθω… και αύριο και μεθαύριο και μετά από πολλά χρόνια!
Η Δάφνη σφίχτηκε στο μπουφάν της.
-Κρυώνεις;
-Ναι..
-Δεν σε ξέρω, όταν συμβαίνει κάτι που σχετίζεται με την αρρώστια θέλω να μου το λες, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί κρυώνεις;
-Αυτά που λες με κάνουν και ανατριχιάζω δεν είναι απ’ την αρρώστια.
-Γιατί;
– Με αναγκάζεις να κοιτάζω το φως κατάματα και με τυφλώνει, με ζαλίζει… δεν έχω μάθει να ζω έτσι, με ενοχλούν όλα αυτά…
Ο Γιάννης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Άρχισε να βγάζει σκεύη και υλικά από τα ντουλάπια και το ψυγείο και να ετοιμάζει πρωινό.
Η Δάφνη στην αρχή κάθισε απόμακρα.Άκουγε τους θορύβους στην κουζίνα και μύριζε τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του φρυγανισμένου ψωμιού, χωρίς να σκέφτεται και χωρίς να κάνει κάτι. Καθόταν ακίνητη στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να έχει στο μυαλό της την επόμενή της κίνηση.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν και ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα.
-Πρωινό !Ανήγγειλε.
– Έλα, και όταν την είδε διστακτική και αβέβαιη, πήγε κοντά της και προσπάθησε να την οδηγήσει στην κουζίνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και άλλαξε εντελώς την ήρεμη ατμόσφαιρα.
-Φεύγω.Έχω καρκίνο! Καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι.Πεθαίνω να πάρει ο διάβολος !Π Ε Θ Α Ι Ν Ω Ω Ω. Έχω καρκίνο και πεθαίνω! Κι εσύ παίζεις! Τι νομίζεις ότι κάνεις; Παίζουμε το ζευγάρι;
Η Δάφνη ούρλιαζε.Ήταν εκτός εαυτού και ενώ φώναζε, πήγε στο σαλόνι πήρε το βαλιτσάκι της,άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα.
Ο Γιάννης δεν κουνήθηκε.
Είχε δίκιο.
Πράγματι ήταν παράλογο. Δεν χωρούσε στη λογική της. Σε ποιανού τη λογική εξ άλλου θα χωρούσε;
Ποιος μπορεί να συμπαρασταθεί,να βοηθήσει,να συν- αισθανθεί κάποιον που δεν είναι συγγενής του, σύντροφός του, φίλος του ή έστω απλά γνωστός του;
Σήμερα; Στη σημερινή εποχή; Και χωρίς να έχει κανένα συμφέρον, κανένα όφελος, καμία άμεση ή έστω έμμεση απολαβή;
Παράλογο.
Αδιανόητο.
Ύποπτο!

Ακόμα και η μάνα του δεν θα ήταν ανεκτική όπως τότε με τα γατάκια.
-«Πού πας να μπλέξεις παιδάκι μου;» – Θα του έλεγε. Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ανθρώπους να τον συντρέξουνε, κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και μακριά από σένα τέτοια βάσανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

Έχουν περάσει τρεις μέρες.
Τώρα η Δάφνη θα έχει χειρουργηθεί,όλα θα έχουν τελειώσει. Θα είναι άραγε πιο ήρεμη; Θα είναι πιο αποφασισμένη να το παλέψει; Θα έχει κάποιο φίλο ή συγγενή ή θα πορεύεται μόνη της;
Στο τηλέφωνο του νοσοκομείου του απήντησαν: «Δεν δίνουμε πληροφορίες από το τηλέφωνο»
Όταν έφθασε στο νοσοκομείο με την πολύχρωμη ανθοδέσμη του την άλλη μέρα, τον ρώτησαν στην είσοδο αν είναι συγγενής και ποιος είναι, κι όταν εκείνος ανυποψίαστος απάντησε:
«Φίλος της είμαι», η υπάλληλος στην ρεσεψιόν κοιτώντας σε μια οθόνη, δεν βρήκε το όνομά του και του δήλωσε τυπικά και ανέκφραστα ότι κατόπιν επιθυμίας της ασθενούς
«Μόνο στενοί συγγενείς μπορούν να την επισκεφτούν».

Ο Γιάννης γύρισε στο γραφείο του και ως αργά το βράδυ δούλεψε εντατικά. Το κινητό του ήταν επάνω στο γραφείο. Κάθε τόσο χτυπούσε. Τηλέφωνα υπηρεσιακά και προσωπικά.
Η Δάφνη όμως, όχι, δεν πήρε.

Όταν έφυγε από το κτίριο της εταιρείας, η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ο φύλακας τον χαιρέτησε στην πόρτα και κλείδωσε πίσω του.
Οδηγούσε αφηρημένος και σκεφτόταν: «Οι άνθρωποι…, ο καθένας είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιόρρυθμος, τόσο απόλυτα άλλος… και τόσο μόνος… πόσο πιο εύκολο έχει γίνει να είσαι μόνος …
…Ούτε μπορείς να δρομολογήσεις, τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους, όπως στη δουλειά σου που εσύ ελέγχεις σε μεγάλο βαθμό τους παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα…»

Άλλες κουρασμένες σκέψεις και νυχτερινές φιλοσοφίες, έρχονται στο μυαλό του, χωρίς να προσφέρουν τίποτα, οδηγεί και πελαγοδρομεί.
Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του πιάνει μια κίνηση στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πριν το ερέθισμα κάνει τη διαδρομή ως τον εγκέφαλο,
πριν καν η αντίληψη μορφοποιήσει τη σκέψη στο μυαλό, κανείς δεν ξέρει… πώς;
Ποια παλιά μνήμη; Ποια αυθόρμητη κίνηση; Ποια αυτοματοποιημένη αντίδραση;
Πώς; Πώς δουλεύει επιτέλους αυτό το μοναδικό μυαλό μας;

Έκανε απότομα μια γρήγορη αναστροφή, παράνομα και επικίνδυνα, βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και φρέναρε στο πεζοδρόμιο.
Οι νεαροί άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα μεταξύ τους. Φώναξε με δύναμη προς το μέρος τους κι ευτυχώς, η έρημη λεωφόρος, βοήθησε τη φωνή του να ακουστεί:
«Για παραγγελιά σάς θέλω, μη φεύγετε!» στάθηκε ακίνητος και κοίταζε προς το μέρος τους.
Ο τελευταίος, που καθυστέρησε περισσότερο στο δημιούργημά του απ τους άλλους και δεν είχε χαθεί στο σκοτεινό στενό, του φώναξε: «Τι θέλεις;»
«Δυό λέξεις στον τοίχο με σπρέι. Πληρώνω γι αυτό» Απάντησε ο Γιάννης.
Ο νεαρός σφύριξε δυνατά και άλλοι τρεις εμφανίστηκαν προσεκτικά από το σκοτεινό στενό. Προχώρησαν όλοι σιγά σιγά προς το μέρος του, ο Γιάννης περίμενε ακίνητος.
Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν. Φαίνονταν δεκαέξι δεκαεφτά χρονών, όχι μεγαλύτεροι, είχαν μακριά μαλλιά και στα χέρια κρατούσαν δυο σακούλες μεγάλες με υλικά.
Όταν έφτασαν κοντά του, τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και ο νεαρός που του είχε μιλήσει νωρίτερα και μάλλον ήταν αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα προχώρησε, έφτασε δίπλα του και είπε:
-Τι ρόλο παίζεις;
-Θέλω ένα κείμενο, μάλλον ένα μήνυμα, να γράψετε για μένα σε ένα τοίχο, θα σας πληρώσω, γίνεται;
-Τι θες να λέει; Ρώτησε ο νεαρός ξερά και απότομα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Σε ένα τοίχο απέναντι στο ΑΙΓΛΗ το θεραπευτήριο, με κόκκινο χτυπητό σπρέι, και να ζωγραφίσεις ένα πράσινο φύλλο δάφνης, γίνεται;
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος και άφωνος να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε έναν εξωγήινο που μόλις προσγειώθηκε και κατεβαίνει από το φωτεινό και τεράστιο ιπτάμενο δίσκο του.
-Τριακόσια ευρώ, τι λες; Επέμεινε ο Γιάννης.
Ο νεαρός πήγε δυο μέτρα πίσω που είχαν σταθεί οι υπόλοιποι, είπε στα γρήγορα δυο κουβέντες που ακούστηκαν σαν ερώτηση με κατάφαση και οι υπόλοιποι φάνηκε να συμφώνησαν, μετά γύρισε στο Γιάννη και του είπε:
-Εμείς κάνουμε μόνο γκράφιτι, αλλά εσύ είσαι ειδική περίπτωση και θα το κάνουμε.
Δεν θέλουμε λεφτά, θα πληρώσεις μόνο τα σπρέι. Πότε το θέλεις;
-Τώρα, σήμερα τη νύχτα, για να προλάβουμε, είπε ο Γιάννης εντελώς ακατανόητα. Οι πιτσιρικάδες όμως κατάλαβαν.
-Έγινε, θα πάμε τώρα.
Πρότεινε στο Γιάννη ένα χαρτί που από τη μια μεριά είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο και του είπε:
-Γράψε από την άλλη μεριά το μήνυμα, όπως το θέλεις και ζωγράφισε και το φύλλο της δάφνης, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ, -τόνισε- το θέλεις και γράψε δίπλα τα χρώματα.
Δώσε και εξήντα ευρώ και αύριο πέρνα να το δεις !
Ο Γιάννης άρχισε να γράφει, όταν τελείωσε του έδωσε εκατό ευρώ και το χαρτί και του είπε:
-Σου έγραψα και το τηλέφωνό μου αν θέλεις τίποτα …
-Δεν θέλω, ο νεαρός έσκισε το κομματάκι με το τηλέφωνο και το έδωσε στον έκπληκτο Γιάννη.
-Εξήντα σου είπα και πολλά είναι, συμπλήρωσε και άρχισαν όλοι να ψάχνουν τις τσέπες τους.
-Γεια, ευχαριστώ είπε ο Γιάννης, μπήκε γρήγορα στο αμάξι του και ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Ο Γιάννης είχε φτάσει στο γραφείο του σήμερα από τις επτάμισι.Περνώντας έξω από το θεραπευτήριο ΑΙΓΛΗ, έμεινε ώρα, να κοιτάζει και ο ίδιος κατάπληκτος τη δύναμη που ανέδυε το μήνυμά του!
Ένας άχρωμος τοίχος απέναντι στα παράθυρα των δωματίων,είχε αποκτήσει ζωή! και μετέδιδε ζωή, δύναμη, κέφι και διάθεση για μάχη!
Ένα τεράστιο δαφνόφυλλο καταπράσινο και μετά με διπλά, σκιασμένα, χονδρά και χαρούμενα κατακόκκινα γράμματα:
ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ,
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Από κάτω είχε ένα περίεργο σύμπλεγμα με λουλούδια, σε πολλά χρώματα, εντυπωσιακό και μεγάλο που σου δημιουργούσε την αίσθηση, της έκρηξης, της αναγέννησης, των φωτεινών πυροτεχνημάτων… δεν μπορούσε να αποφασίσει τι του θύμιζε.
Ο Γιάννης ήταν εντυπωσιασμένος.Ο νεαρός είχε προσθέσει ένα «σε»!

«Όταν εμείς γράφαμε συνθήματα άραγε, τότε, είχαν τόση δύναμη; Είχαν τόση αξία για κάποιον, για κάποιους; Δίναμε κάποια ελπίδα, ή υπόσχεση για να είναι νικηφόρα η μάχη;»
Παλιές ιστορίες, αναπάντητες.

Η μέρα ξεκίνησε με δουλειά και συναντήσεις.
Το τηλέφωνό του είναι πάνω στο γραφείο και το κοιτάζει συνεχώς μήπως χτύπησε και δεν το άκουσε.
Γύρω στις έντεκα,το τηλέφωνο χτύπησε με άγνωστο αριθμό.
-Ναι.
Όλο το νοσοκομείο σήμερα, γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περνάει τη μέρα του στα παράθυρα και χαμογελάει…
-Ελπίζω κι εσύ…
-Έλα αν θέλεις να δεις τον τοίχο πώς φαίνεται απ’ το δωμάτιό μου!
-Δώσε το όνομά μου στην είσοδο: Γιάννης Καλογιάννης.

Ένα καλοκαίρι…όνειρο.

Έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.
Για χρόνια ολόκληρα, ετοιμάζοντας βαλίτσες για διακοπές, στρίμωχνα με αριστοτεχνική επιδεξιότητα: Ρούχα για τέσσερα και αργότερα για πέντε άτομα. Μακό μπλουζάκια, σορτς, εσώρουχα, πέδιλα, σαγιονάρες, παπούτσια θαλάσσης, παντελόνια τζιν μακριά για τις βραδινές ψύχρες, μακρυμάνικα πουκάμισα ή μπλουζάκια ή και τα δύο, κάλτσες και κλειστά αθλητικά παπούτσια, για τα χαλίκια, τις ορειβασίες! και τα φίδια!, ζακέτες, μπουφάν, μπλουζάκια φούτερ, φούστες, φορέματα, κολάν, πέδιλα, πιζάμες καλοκαιρινές για τις βραδινές υγρασίες αλλά και καμιά μακρυμάνικη και μακροπόδαρη για το μικρότερο παιδί (γυρεύεις καμιά φορά, πόσο μπορεί να χαλάσει ο καιρός μες’ το κατακαλόκαιρο;)
Και βέβαια από μια «φορεσιά», «καλών» ρούχων και παπουτσιών, επί πέντε( Χ 5), διότι όταν πηγαίνεις στο μέρος που έχεις συγγενείς, σίγουρα μες το καλοκαίρι θα υπάρξει ένας ή και δύο γάμοι, ή μια και δύο βαπτίσεις ή και μνημόσυνο! (όπου χρειάζεσαι και σκούρα ανάλογη ενδυμασία, σύμφωνα με ήθη και έθιμα της περιοχής)
Όλα τα παραπάνω ρούχα, αναφέρονται σε δύο ενήλικους και τρία παιδιά διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικού φύλου τα πλησιέστερα σε ηλικία, οπότε το καθένα, χρειαζόταν τα εντελώς δικά του.
(Ας μην πάμε σε πιο παλιές εποχές που χρειάζονταν είδη νηπιακής ηλικίας, ειδικά καθίσματα αυτοκινήτου, εκατομμύρια πλειμομπίλ, τρανφόρμερς, παραμύθια, αργότερα κόμιξ, γκειμ μπόι, τουβλάκια, ζωάκια και πάει λέγοντας!)
Στην τσάντα της θάλασσας στρίμωχνα: Καπέλα, μαγιό, πετσέτες, αντηλιακά, κρέμες για το κάψιμο, στικ με αμμωνία για τα τσιμπήματα, πιο παλιά,, μπρατσάκια, αλλά και παιχνίδια θαλάσσης, ψάθες και βέβαια στο βάθος του πορτμπαγκάζ, ομπρέλα με όλα της τα σχετικά. Στα απαραίτητα, συμπεριλαμβάνονται πάντα εκτός των απαραίτητων καλλυντικών και λουστικών, φάρμακα για πυρετό, πονόδοντο, αλλεργίες, θερμόμετρο, πιστολάκι, βούρτσες, σίδερο (μικρό, εντάξει, ταξιδίου)
Χιλιάδες μικροαντικείμενα, όπως: ανοιχτήρι, ψαλίδι, χανζαπλαστ, ζώνη, κορδόνια, βερνίκι, μαχαίρι, κουτάλι, πηρούνι, είδη ραπτικής, σεικερ, σακούλες για διάφορες χρήσεις. Στο αυτοκίνητο βέβαια, συγκέντρωνα τα απαραίτητα σιντι για τις ατελείωτες διαδρομές, νερά, μπισκότα, κεικ κλπ.ακόμα τεντάκια για τον ήλιο! Κλπ. Έτσι κάπως βγήκαν εκείνα τα θαυμάσια ανέκδοτα που με περίμεναν, όταν έφθανα ασθμαίνοντας τελευταία στο αυτοκίνητο, με μια τελευταία τσάντα που έπρεπε κάπου να χωρέσει και μόλις έλεγα: «Άνοιξέ μου το πορτμπαγκάζ» όλοι μαζί φώναζαν: «΄ΌΟΟχχχιιιι» ¨Η το άλλο το εύστοχο, όπου κάποιος έλεγε σοβαρά σοβαρά: «Όπα, όπα! Πού πάμε;Το ψυγείο ξεχάσαμε!» Και όταν εγώ εκνευριζόμουν, το συνέχιζε: «Μα γιατί; Τέσσερα ροδάκια χρειάζεται τίποτα άλλο!» και όταν εγώ απειλούσα να θυμώσω στα αλήθεια, έλεγε αθώα: «Καλά εντάξει πλάκα κάνω» Και σε ένα λεπτό: «Το πιάνο όμως; Γιατί δεν το παίρνουμε;»
Και χαχανίζανε κι άλλο.
Και το άλλο βέβαια, που υποτίθεται ότι ήταν θετικό σχόλιο: «Εσύ, εσύ και ο στρατός έχετε αυτή την τέλεια οργάνωση!»
Αυτές τις εποχές τις θυμάμαι με αρκετή ικανοποίηση. Αφενός αντιμετώπισα αρκετές έκτακτες καταστάσεις με επάρκεια και ηρεμία και αφετέρου: πάντα ήμουν σίγουρη, ότι όταν αυτό που κάνεις είναι σύμφωνο με τα πιστεύω σου και τις ανάγκες σου, αυτό σε κάνει να νοιώθεις σίγουρος, ήρεμος και να είσαι αποτελεσματικός.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, το άγχος για το αιφνίδιο, που μπορεί να σε βρει απροετοίμαστο, έμαθα σιγά σιγά να το χειρίζομαι(;) ή μήπως να αποδέχομαι, ότι δεν μπορείς να προβλέψεις και να ελέγξεις τα πάντα;
Φτιάχνοντας τώρα τη βαλίτσα, όλο σκέφτομαι, «τα φαρφουρένια πιάτα» του Καζαντζάκη που διάβασα στα δεκαοκτώ. Αυτά τα «φαρφουρένια πιάτα» τα άφησα πίσω μου πια. Τίποτα άλλο λοιπόν, μόνον αυτά.

Τρεις ολόκληρους μήνες θα λείψω. Όσο κρατάει το ελληνικό καλοκαίρι. Μπορεί και τέσσερις.
Θα κλειδώσω το σπίτι και θα αφήσω κλειδωμένα μέσα, όλα τα «γιατί» και τα «διότι» και «τα εξ αιτίας» και τα «φοβάμαι» και «λυπάμαι» και τα «ίσως» και τα «δεν μπορώ» και «δεν γίνεται» κι εκείνα τα «μια άλλη φορά» ή «όταν μπορέσω» ή « όταν έχω τη δυνατότητα». Δεν χρειάζομαι πολλά χρήματα για όλον αυτό τον καιρό. Μόνο για βενζίνη, για πρόχειρο ή σπιτικό φαγητό, φρούτα, εισιτήρια σε καραβάκια και μουσεία.
Τα έξοδα θα είναι πιο πολύ για κλειδαριές και ασφάλειες στο σπίτι, σιχαίνομαι τους απρόσκλητους εισβολείς αλλά και πρέπει να τριπλοκλειδώσω όλα όσα θα θελήσουν κλεφτά και ύπουλα να με ακολουθήσουν και να χαλάσουν το όνειρο.
Α! ναι θα υπάρξουν και κάποια έξοδα υποδομής. Σλίππινγκ μπαγκ και μια εύκολη ελαφριά σκηνή για ελεύθερο κάμπινγκ με λίγα, τα απολύτως απαραίτητα αξεσουάρ.
Θα πάρω το πλοίο. Δεν χρειάζεται καμπίνα, ούτε καν αυτές οι εκνευριστικές θέσεις στους καναπέδες, που δίνεις μάχες για να πείσεις κάποιον ότι τρία άτομα κ τρεις βαλίτσες δεν χρειάζονται τρεις καναπέδες και δυο πολυθρόνες. Ούτε οι αεροπορικές που πιάνεσαι. Ούτε οι θέσεις στο μπαρ που ζαλίζεσαι από τις φωνές και το ατελείωτο πηγαινέλα των πάντων. Κατάστρωμα και αν κουραστώ και νυστάξω, θα βρω μια ήσυχη γωνίτσα και θα κλειστώ στο σλίππινγκ μπαγκ μέχρι την ανατολή.
Όταν κατέβω, το πρόγραμμα θα έχει φαράγγια, άλλα με τα πόδια κι άλλα με τ’ αυτοκίνητο. Και χωριά, καταπράσινα, με νερά και εκκλησιές, που το κερί σου μένει αναμμένο για ώρα και μυρίζει κερί και με καφενεία που μαγειρεύουν γιαγιάδες, τα αβγά της κότας τους, τις ντομάτες τους και τη μυζήθρα και τα χόρτα τα άγρια και πίτες με μέλι θυμαρίσιο πικρούτσικο και θα’χει απαραιτήτως πολύ, πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ, θάλασσα. Άλλες φορές στην καταγάλανη θάλασσα κι άλλες σε κρυστάλλινα καταπράσινα νερά, χωρίς ξαπλώστρες και χωρίς καντίνες. Σίγουρα στο Φραγκοκάστελο και στο ελαφονήσι και στην Παλιόχωρα και στη Σούγια και στην Χώρα Σφακιών.Θα ανέβω στην Ανώπολη.Θα κολυμπήσω στα Φαλάσαρνα. Θα φτάσω στην Αγία Ρουμέλη και στο Λουτρό.
Τι να με βρει πια στο Λουτρό, που πάντα τ’ άφηνα; Για τον εαυτό σου δεν φοβάσαι, κάπως τα βολεύεις με το Θεό ή με το πείσμα σου, με τη δύναμή σου και τη θέληση ή την παραίτησή σου και την μοιρολατρία σου, για τα παιδιά φοβάσαι. Που εκεί δεν χωράει λογαριασμούς και παζαρέματα.
Θα προσκυνήσω άλλη μια φορά τα θύματα της θηριωδίας στην Κάνδανο . Μετά θα προχωρήσω στο Ρέθυμνο. Θα δω τα μικρά μουσεία, τα χωριά και τα νερά της Αργυρούπολης. Και τον Πρέβελη. Τον Πρέβελη κακώς τον άφησα. Τρία παιδιά να κατεβούν τόσα σκαλοπάτια και με τα πράγματα της θάλασσας στο χέρι, στην Ελλάδα είναι λογαριασμός και δείλιασα. Κανένας δεν απλώνει το χέρι του να σε βοηθήσει κακά τα ψέματα, παρά μόνο αν είναι αλλοδαπός! Ας είναι, ήρθε η ώρα του! Ευτυχώς δεν στέρεψε, με περίμενε, γιατί καμιά φορά μέχρι να πάρεις εσύ την απόφαση να κάνεις κάτι,
Δεν γίνεται πια.
Θα κατέβω στον Πλακιά κι αφού δεν έπαθα το έμφραγμα τότε, που ήμουν ανίδεη από την παγωνιά του και την αγριάδα του και με δοκίμασε αν κάνω για εξ αγχιστείας κρητικιά, ε, τώρα πιστεύω πως μπορούμε να τα βρούμε φιλικά.
Το ελεύθερο καμπινγκ θα το κάνω εκεί, στην παραλία του Άγιου Παύλου που χρόνια το ακούω και το ονειρεύομαι. Δεν πειράζει κι αν απαγορεύεται. Ας είναι για μια βραδιά, έτσι για να ξυπνήσουμε από τον παφλασμό της θάλασσας με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Να μπούμε στη θάλασσα και να βγούμε εκατοντάδες φορές, μέχρι να βαρεθούμε και να βάλουμε φωτιά να ψήσουμε κάτι για πρόχειρο φαγητό. Κι αν έλθουν «οι πολισμάνοι», να τους πω πως ήταν τάμα στον Άγιο Παύλο να κοιμηθώ στην αυλή του κι αν τους βαστάει, ας τα βάλουν με τον Άγιο.
Έξω απ το Ηράκλειο, θα ρωτήσω να βρω, αυτόν που έχει το ταβερνείο και στις εφτά το πρωί, σερβίρει σουβλιστό για πρωινό, με κρασί και τυρί και θα διορθώσω την αμαρτία μου που μετανιώνω μια ζωή, όταν προτίμησα το νεσκαφέ με τα Export και τη μαρμελάδα με το ψωμί, αρνούμενη μετά βδελυγμίας, όλο εκείνο το γαστριμαργικό πρωινό όργιο, που φοβήθηκα πως θα με αφομοιώσει και απέρριψα απολύτως.
Στο Ηράκλειο είναι κι η Μαρία που αλληλογραφούσαμε στα δεκαπέντε μας και που αν είχα μια αδελφή, αυτή θα ήταν χωρίς αμφιβολία. Θα τη δω απαραιτήτως θα ακούσω τις σοφίες της με την τραγουδιστή Λασιθιώτικη φωνή της και θα μετρήσω τα χρόνια που περάσανε και δεν χαλάσανε τίποτα απ’ την επαφή μας. Θα δω το μουσείο και θα κολυμπήσω σε γαλάζιες ακρογιαλιές.Θα «γνωρίσω» και τη Λιλή, που παίζαμε μικρές στην Ηλιούπολη και θυμάμαι τα μακριά και αδύνατα δάχτυλά της!
Τέλος θα φτάσουμε στο Λασίθι.Θα πάμε στην Ιεράπετρα και τη Σητεία,στο Βάι και την Αγιά Φωτιά και το Ζάκρο, με τα υφαντά στους δρόμους και τον Άγιο Νικόλαο με τη λίμνη τη βαθειά την άπατη, σαν την άπατη ψυχή του ανθρώπου.
Θα μένουμε σε μικρά δωμάτια, χωρίς πρωινά με ωράριο που χρειάζεται ξυπνητήρι για να τα προλάβεις. Θα κολυμπάμε ατέλειωτα, ώρες άσχετες και ασύμβατες με τους επίσημους τουρίστες, θα ζούμε στα μικρά χωριά και στα κεφαλοχώρια, θα βλέπουμε τις παραστάσεις ή τις μουσικές στις πλατείες και στις αυλές των σχολείων και θα μαζεύουμε κοχύλια, βότσαλα κι ηλιοβασιλέματα. Θα πάμε όπου μπορούμε να δούμε τρύγο και πάτημα σταφυλιών και ό, τι άλλο γνήσιο κάνει ή γιορτάζει ο τόπος.
Στο τέλος του καλοκαιριού, όταν θα αρχίσουν οι μέρες να μικραίνουν, θα λυπηθούμε, αλλά θα κολυμπάμε ακόμα με τα μικρά κύματα και τις συννεφιές και θα μαζεύουμε αέρηδες. Θα βλέπουμε τον ήλιο σιγά σιγά να αλλάζει χρώμα και τον ουρανό άλλοτε να σκουραίνει κι άλλοτε να επιμένει πεισματάρικα στο γαλάζιο. Θα αρχίσουμε να φοράμε πιο συχνά τη ζακέτα τα βράδια και θα πίνουμε λίγο κρασάκι όταν ψυχραίνει.
Αν βρέξει θα περπατάμε στη βροχή, χωρίς ομπρέλα, χωρίς φόβο, χωρίς ενόχληση. Θα μυρίζουμε τη βρεγμένη γη και θα ξεφοβόμαστε το θάνατο.
Θα γυρίσουμε όλα τα ξωκλήσια και θα ανάψουμε όλα τα καντήλια τους κι ας έχει αντίρρηση κι ο Μάρξ κι ο Λένιν κι όλοι οι επίγονοι τους.
Δεν θα κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, έτσι κι αλλιώς αυτοί είμαστε και η ουσία δεν θα κρίνεται, παρά μέσα μας. Σε όσα νοιώθουμε, σε όσα μάθαμε, σε όσα δίνουμε σε όσα χαιρόμαστε σε όσα δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας.
Δεν θα ανεβούμε σε ζυγαριά, η λιτή ζωή και η μη εξάρτηση από την άμετρη κατανάλωση θα δώσουν το σωστό μέτρο και δεν χρειάζεται άλλο μέτρημα.
Δεν θα έχουμε μαζί καλλυντικά, εκτός από αντηλιακό, η ομορφιά θα αναβλύζει από την επαφή μας με τη φύση και την έλλειψη τοξινών.
Δεν θα έχουμε υπολογιστή μαζί, γιατί «το ταξίδι» θα είναι αποτοξίνωση ολοκληρωτική.

Ναι λοιπόν θα λείψω όλο το καλοκαίρι, καθόλου δεν θα λυπηθώ που δεν θα είμαι παρούσα στις εξελίξεις, όλο νοιώθω πια πως δεν επηρεάζονται στο ελάχιστο από κανέναν.
Το ερώτημα είναι επηρεάζονταν ποτέ;
Ναι.
και
Όχι.
Λοιπόν το ταξίδι αυτό που θα το κάνω, Θα είναι ο μήνας του μέλιτος, που δεν έκανα τότε. Που δεν έκανα ποτέ. (Προσαυξημένος με τους απαραίτητους τόκους) Αυτό που δεν έκανα Τότε που έπρεπε {«να βγει» η γιορτή νεολαίας} και δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε στη μοίρα της και να τρέχουμε σε «μήνες του μέλιτος» και άλλα τέτοια μικροαστικά!

Όμως μη βιαστείτε να με μακαρίσετε ούτε να ζηλέψετε.
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα του, ελπίζω πώς θα έρθει, μια και το ονειρεύομαι πολύ και πιστεύω πώς το δικαιούμαι.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς υποχρεώσεις;
Χωρίς πρέπει;
Και πότε νοιώθουμε την έννοια του καθήκοντος;
Πότε; Γεννιόμαστε έτσι;
Την αποκτάμε με τα γεγονότα, ή έρχονται οι μοίρες :

Έτσι μου το’ δωσαν οι μοίρες,
Η μια μετά την άλλη, τρεις φορές.
«Να υπολογίζεις το καθήκον, είπε επίσημα η πρώτη.
Το καθήκον, επανέλαβε η δεύτερη,
«και …να υπολογίζεις το καθήκον σου»,συμπλήρωσε η τρίτη.
Ήταν σαν το «τρις εις θάνατον»
για να μην μπορείς να ξεφύγεις απ΄τη μοίρα σου.
Η διαδρομή είναι πάντα η ίδια.
Δεν ξεφεύγεις ποτέ.

Του χρόνου τέτοιες μέρες θα αρμενίζω στα πέλαγα.
Μπορεί να μην πάω στην Κρήτη.
Μπορεί να πιάσω μια μια τις Κυκλάδες και να τις ξεκοκαλίσω μέχρι το μεδούλι.
Μπορεί τα Δωδεκάνησα!
Μπορεί και να είμαι στην Κούβα! Πριν αλλάξει ολοσχερώς.

Του χρόνου μόλις τελειώσουν οι πανελλήνιες θα έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και θα βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.