Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

Advertisements

Π: όπως Πατέρας, Πολιτική, Παιδί.

Είναι μέρες μεταπολίτευσης και μέρες που κλείνουν πέντε χρόνια που πέθανε ο πατέρας μου. Όπως και να ’χει, ακόμα και οι σιωπές έχουν το ρόλο τους, κάποτε σε διαμορφώνουν, σου δίνουν πυξίδα και βακτηρία και μπορείς να ανατρέχεις πάντα σε αυτές.
  Αναμνήσεις In memoriam
Ανάμνηση 1η.
Το δημοψήφισμα έγινε λίγο μετά την εγκαθίδρυση της χούντας. Αυτοκίνητα περνούσαν και πετούσαν παντού μικρά τετράγωνα χαρτάκια που με χοντρά τυπογραφικά στοιχεία, φώναζαν, ΝΑΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Όλοι τα μαζεύαμε και παίζαμε πετώντας τα ξανά.. Κάποια μέρα κάπου, βρήκα και ένα αντίστοιχο χαρτάκι με ΟΧΙ στο νέο σύνταγμα! Το πήρα και το πήγα στο σπίτι. Μόλις μπήκα δείχνοντάς τα δυο χαρτάκια ρώτησα τον μπαμπά μου περιχαρής για το σπάνιο εύρημά μου: «Μπαμπά ναι ή όχι στο νέο σύνταγμα;»
«Εγώ, ΟΧΙ στο νέο σύνταγμα» μου απήντησε ήρεμα και κάθισε για φαγητό.
Αυτό ήταν! Όλο το απόγευμα έλεγα: « Όχι, στο νέο σύνταγμα!» Κάποια στιγμή με άκουσε η μητέρα μου και είπε άχρωμα: «Μην το λες αυτό. Όχι, θα ψηφίσουν οι αριστεροί.»
«Τι είναι οι αριστεροί;» ρώτησα εγώ, «Άρρωστοι» μου απάντησε. «Οι αριστεροί είναι άρρωστοι.»
«Μα… ο μπαμπάς μου είπε ότι θα ψηφίσει όχι»
«Κι αυτός άρρωστος είναι, γι αυτό» Αυτό ήταν, άρχισε να με τρώει η αγωνία. Άρχισα να τον κρυφοκοιτάζω και να τον παρατηρώ. Τι αρρώστια να έχει άραγε; Δεν έβλεπα να πονάνε οι αμυγδαλές του που εμένα με βασάνιζαν συνέχεια τότε, ούτε η κοιλιά του πονούσε, ούτε το αυτί του. Γελούσε, έτρωγε, κοιμόταν, δούλευε και άκουγε κάθε Κυριακή την Παναθηναϊκάρα να σκίζει. Τι αρρώστια είχε λοιπόν;
Με τα πολλά, μάζεψα όλο μου το κουράγιο και μια μέρα του λέω σιγά: «Είσαι άρρωστος γι αυτό θα ψηφίσεις ΟΧΙ;» «Γιατί το λες αυτό;» με ρωτάει ξαφνιασμένος;
«‘Έτσι μου είπε η μαμά, ότι είναι αρρώστια να είσαι αριστερός και ότι είσαι άρρωστος… είσαι;»
«Όχι μου λέει δεν είμαι άρρωστος, η μαμά δεν κατάλαβε τι της είπαν, της το έμαθαν λάθος και το λέει λάθος, αλλά μην της πεις τίποτα, γιατί είναι πολύ εγωίστρια και θα το πάρει πολύ στραβά, άστο, κάνε ότι το ξέχασες!»
Ανάμνηση 2η.
Είχαν περάσει δυο –τρεις μέρες από την ημέρα που γράψαμε την έκθεση και στο διάλειμμα η δασκάλα μου είπε να μείνω γιατί με θέλει. Όταν η αίθουσα άδειασε, μου έδωσε την έκθεσή μου και μια καθαρή κόλα αναφοράς και μου είπε σοβαρά: «Αντέγραψε την με ωραία γράμματα όπως είναι, διορθωμένη. Είναι η καλύτερη έκθεση όλων των σχολείων του δήμου και θα πάει στην περιφέρεια. Αν είναι και εκεί η καλύτερη, θα βραβευτεί.»
Άρχισα να αντιγράφω με την καρδιά μου να χτυπάει από αγωνία και χαρά. Όταν χτύπησε το κουδούνι, μου είπε να πάω να συνεχίσω στο γραφείο.
Την τελείωσα και την παρέδωσα και περίμενα ότι η δασκάλα θα μου έλεγε κάποια καλή κουβέντα. Εκείνη όμως με έστειλε στην τάξη μου χωρίς να πει λέξη. Μόλις χτύπησε το κουδούνι μάζεψα τη σάκα μου και έφυγα βιαστικά να πάω στο σπίτι να χαρώ για την αναπάντεχη διάκριση, αφού κανείς στο σχολείο δεν μου είπε μπράβο, και τότε, κατεβαίνοντας τα σκαλιά του ορόφου, κάποιο μεγαλύτερο κορίτσι χωρίς καν να με κοιτάξει μου σφύριξε: «Είσαι χουντικιά, εσύ και όλο σου το σόι!»
Αυτό ήταν! Η χαρά μου πάγωσε. Ένοιωσα σαν να έφαγα ένα δυνατό χαστούκι. Δεν ήξερα τι και πώς, όμως γενικά από υπονοούμενα και σιγανές κουβέντες είχα καταλάβει ότι η χούντα ήταν κακή και φρικτή και όποιος ήταν χουντικός, ήταν καταδικασμένος στη συνείδηση των πάντων.
Πήγα στο σπίτι και δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Προσπαθούσα να διαχειριστώ αυτό που με βρήκε. Καθόμουν και αναλογιζόμουν, τι θα πει «είμαι χουντικιά». Δεν είχα δει κανένα χουντικό και δεν ήξερα με τι μοιάζει! «Ήμουν χουντικιά; Και πώς έγινα; Πότε έγινα; Και τι θα γίνει τώρα με τους δικούς μου; Ήταν και αυτοί χουντικοί εξ αιτίας μου; Τους πήρα στο λαιμό μου; Και πώς θα πήγαινα τώρα πια στο σχολείο με ένα τόσο βαρύ στίγμα; Και πώς θα έπαιζα με τα άλλα παιδιά στη γειτονιά; Θα με ήθελαν;»
Θυμάμαι ότι εκείνο το μεσημέρι δεν έφαγα, έλεγα ότι πονάει το δόντι μου και όταν όλοι πήγαν για τον μεσημεριανό ύπνο, κατέβηκα σιγά σιγά στην αυλή και χτύπησα την πόρτα της Μαρίας που είχε αδελφό στους Λαμπράκηδες. Της εξήγησα την κατάσταση και τη ρώτησα αν είμαι οπωσδήποτε χουντικιά με αυτή τη βρωμοέκθεση που πήγα και έγραψα και τι να κάνω για να ξε-γίνω. Οι απαντήσεις της δεν με διαφώτισαν ιδιαίτερα, αφού μου είπε «να προσέχω άλλη φορά τα πονηρά θέματα στις εκθέσεις! γιατί «αυτό» όταν πέσει η χούντα, θα με ακολουθεί για πάντα!» Απελπίστηκα εντελώς! Τα είπα όλα στον Ερρίκο το γάτο μου σιγά σιγά στη σκάλα, αλλά εκείνος αφού με άκουσε με το ένα μάτι ανοιχτό, περιορίστηκε στο να τεντωθεί και να ξανακουλουριαστεί για ύπνο.
Γύρισα άπραχτη κι ανήσυχη στο σπίτι. Περίμενα να ξυπνήσει ο πατέρας μου και να ανάψει τσιγάρο πίνοντας τον καφέ του. Μετά πλησίασα και του είπα για τη διάκριση και για την πιθανή μου βράβευση.
«Αλλά, τα παιδιά με κοροϊδεύουν και δεν την θέλω, μήπως μπορείς να πας στο σχολείο και να πεις ότι δεν θέλω να βραβευτώ;» συμπλήρωσα.
«Τι θέμα είχε η έκθεση;» με ρώτησε ανίδεος.
«Πώς αισθάνθηκα όταν επέστρεψα στο σπίτι μου και έμαθα ότι η Εθνική Κυβέρνησις, χάρισε τα αγροτικά χρέη στην οικογένειά μου» απήγγειλα με στόμφο.
Ο πατέρας μου έμεινε αποσβολωμένος. Με κοίταζε σαν να είχα αποκτήσει ξαφνικά δύο κεφάλια ή ένα τρίτο μάτι. Τελείωσε το τσιγάρο του και άναψε δεύτερο, πράγμα σπάνιο. Άρα τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.
«Ανάθεμα την έκθεση! Αχ Θεέ μου ας γλυτώσω τώρα και δεν θα ξαναγράψω ποτέ τίποτα!»
Το δεύτερο τσιγάρο κόντευε να τελειώσει και τότε μου είπε με απορία: «Καλά, αφού εμείς δεν έχουμε χωριό, ούτε αγροτικά χρέη, πώς τα έγραψες όλα αυτά;»
«Τα φαντάστηκα» του λέω, «αλλά δεν το θέλω το βραβείο.»
Εκείνος προσπαθώντας να συνέλθει από την έκπληξη, πιάστηκε από τη μόνη βεβαιότητα που είχε αποκομίσει στη ζωή του: Η πραγματικότητα είναι πιο δυνατή και επιβλητική από οποιαδήποτε επινόηση και φαντασία. Έτσι είπε ήσυχα : «Μην ανησυχείς, θα βρεθεί καμιά καλύτερη έκθεση, θα τη γράψει κάποιος από κανένα χωριό που δεν θα τα έχει φανταστεί, αλλά θα τα έχει ζήσει!»
Μετά έφυγε για τη δουλειά του και με άφησε να σκέφτομαι ότι πράγματι θα γλυτώσω και κάποιος άλλος θα είναι πια ο χουντικός!
Τις επόμενες ημέρες δεν με ειδοποίησε κανείς για περαιτέρω διάκριση και δεν ξέρω ακόμα αν αυτό ήταν τυχαίο, πάντως, έκτοτε, σταμάτησα να γράφω διάφορα στις εκθέσεις και περιορίστηκα στο αυστηρό σχήμα: Πρόλογος, κυρίως θέμα, επίλογος, με δέκα κουβέντες και χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, μέχρι τη μεταπολίτευση!
Ανάμνηση 3η.
Τη μισή έκτη δημοτικού την έκανα σε καινούργιο σχολείο, σε άλλη πόλη, άλλη γειτονιά με άλλους δασκάλους και άλλους συμμαθητές και όλο το σοκ που μου προκάλεσε αυτή η ανεπιθύμητη και αναγκαστική αλλαγή, είχε επακόλουθο να εμφανίσω για άμυνα, μια εσωστρέφεια μέχρι να ενταχθώ στη νέα πραγματικότητα.
Στο νέο σχολείο ο Διευθυντής με έβαλε να καθίσω στο πρώτο θρανίο. Την ώρα των εικαστικών/καλλιτεχνικών, όλοι άλλαζαν θέσεις, κυκλοφορούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους. Η δασκάλα καθόταν στην έδρα της και συνήθως διόρθωνε γραπτά. Εγώ, χωρίς άνεση και χωρίς φίλους στην καινούργια τάξη, αυτή την ώρα καθόμουν στο θρανίο μου και περίμενα να χτυπήσει το κουδούνι.
Κάποια μέρα που προφανώς βαριόμουν αφόρητα και αφού τελείωσα με τη «διατεταγμένη» ζωγραφική, παρέλαβα το βιβλίο της Ιστορίας και άρχισα τις εικαστικές παρεμβάσεις! Στην τελευταία σελίδα είχε μια ευμεγέθη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γεώργιου Παπαδόπουλου και μετά το απαραίτητο πουλί της χούντας. Τον παρέλαβα λοιπόν «τον πρόεδρο» και τον μεταμόρφωσα εντελώς. Όταν τελείωσα, έμοιαζε περισσότερο με τον Τζων Λένον. Του πρόσθεσα μαλλιά μακριά, πλούσια μούσια και μουστάκια. Και όλα αυτά με στυλό!
Την επόμενη ώρα είχαμε Ιστορία και όπως καθόμουν στο πρώτο θρανίο, η δασκάλα πήρε το βιβλίο μου για να εξετάσει. Το βιβλίο έμεινε όλη την ώρα πάνω στην έδρα της. Όταν η ώρα τελείωσε και χτύπησε το κουδούνι εκείνη έφυγε και εγώ αναζήτησα το βιβλίο μου. Το βιβλίο είχε κάνει φτερά. Έφαγα τον κόσμο, αλλά το βιβλίο δεν βρέθηκε, έτσι την επόμενη ώρα, μόλις μπήκε την ρώτησα αν το πήρε κατά λάθος. Τότε εκείνη, μου απάντησε αυστηρά να πάω στο γραφείο με όλα τα βιβλία μου και με ακολούθησε.
Μπαίνοντας ανύποπτη και έκπληκτη στο γραφείο, αντίκρισα όλους τους δασκάλους του σχολείου να κάθονται σε ένα μεγάλο τραπέζι. Άλλοι (όταν τους σκέφτηκα εκ των υστέρων σε μεγάλη ηλικία), ήταν αμήχανοι, άλλοι αδιάφοροι και κάποιοι λίγο εχθρικοί, όλοι όμως με κοίταζαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η δασκάλα άρχισε να φυλλομετράει επιδεικτικά ένα ένα όλα μου τα βιβλία και να τα ακουμπάει επάνω στο μεγάλο τραπέζι. Στάθηκα όρθια στη μέση της αίθουσας και όταν τελείωσε με την έρευνα στα πειστήρια του εγκλήματος, άκουσα ένα οξύ κατηγορητήριο από τα χείλη της, «για τα εθνικά σύμβολα και τον πρωθυπουργό της χώρας μας και την προσβολή που έκανα στην εθνική μας κυβέρνηση και πόσο ανθελληνικό, προσβλητικό και απαράδεκτο ήταν να γελοιοποιώ τον αξιότιμο πρόεδρο της κυβέρνησης.» Έκλεισε δε, δηλώνοντας απειλητικά «ότι αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί και ότι θα μου χαλούσε τη διαγωγή.»
Νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν τα στρατοδικεία της χούντας, τηρουμένων των αναλογιών της ηλικίας και του εγκλήματος του κατηγορουμένου.
Τελειώνοντας το κατηγορητήριο, πήρε το λόγο ο Διευθυντής που με ρώτησε «αν ο πατέρας μου δουλεύει κάπου κοντά και αν θα μπορούσα να τον φέρω τώρα αμέσως στο σχολείο, διότι το θέμα είναι σοβαρό και επείγον!»
Βεβαίωσα ότι σε λίγη ώρα θα ήταν εκεί και ξεκίνησα να τον φέρω. Φεύγοντας, με ακολούθησε ο Διευθυντής για να μου ανοίξει την πόρτα της αυλής.
Σε όλη τη διαδρομή μου μιλούσε φωνάζοντας και μου εξηγούσε ότι πρέπει να γυρίσω αμέσως, γιατί οι δάσκαλοι έχουν μάθημα και δεν μπορούν να περιμένουν. Όταν βγήκαμε από το κτίριο στην αυλή, μου είπε γρήγορα και χαμηλόφωνα: «Πες του μπαμπά σου να ζητήσει συγγνώμη για το μωρό σας που σου μουτζούρωσε το βιβλίο. Τη δασκάλα να του πεις τη λένε Γεωργία Παπαδοπούλου και πρέπει το θέμα να σταματήσει εδώ. Κατάλαβες;»
Βγήκα απ’ το σχολείο πήγα τρέχοντας στην ταβέρνα του πατέρα μου και του εξήγησα μέσες άκρες την υπόθεση. Εκείνος έβγαλε την ποδιά, παράτησε τις πατάτες που καθάριζε και τα υπόλοιπα εδέσματα που προετοίμαζε για το βράδυ και ξεκίνησε να αντιμετωπίσει το νέο μπελά που του ετοίμασε το βλαστάρι του.
Στο δρόμο δεν μιλούσε καθόλου για τίποτα και όταν στο τέλος, λίγο πριν μπούμε στην αυλή, θυμήθηκα να του πω αυτά που μου είπε ο διευθυντής, μου είπε: «Το μικρό σου αδελφάκι είναι αγόρι, τεσσάρων χρονών.»
«Πάει, τρελάθηκε!» σκέφτηκα.
Η διαδικασία ήταν εφιαλτική. Ο πατέρας μου στεκόταν όρθιος και άκουγε το κατηγορητήριο της δασκάλας, εμπλουτισμένο με την απόδοση ευθυνών προς τους γονείς που δεν ελέγχουν τα παιδιά τους και τους ξεφεύγουν και παίρνουν τον κακό δρόμο και γίνονται «επικίνδυνοι κομμουνισταί» και άλλα τραγικά και φαιδρά που μόνο ένα θέατρο παραλόγου θα δικαιολογούσε. Στο τέλος του δήλωσε ότι το βιβλίο θα πήγαινε με αναφορά στο υπουργείο και ότι αυτό σήμαινε ότι μπορεί να αποβληθώ από το σχολείο να γίνουν έρευνες για το ποιος με έβαλε να γελοιοποιήσω τον πρωθυπουργό και αυτός, που ήταν ο κηδεμόνας μου, υπεύθυνος για την ανατροφή μου και τη διαγωγή μου, έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά για την συμμετοχή του ή την αμέλειά του.
Ο πατέρας μου άρχισε να εκθέτει την κατάσταση με το μωρό, που ήταν άτακτο και ζωηρό και δεν άφηνε τίποτα στη θέση του στο σπίτι και έτσι αναγκάζομαι να το προσέχω εγώ, ενώ διαβάζω, γιατί οι γονείς μου δουλεύουν μέρα και νύχτα στο μαγαζί. Ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να αντικαταστήσει το βιβλίο με ένα καινούργιο χωρίς μουτζούρες και να πάρει μέτρα για το μωρό!
Η δασκάλα κοίταζε τον Διευθυντή περιμένοντας να ενισχύσει τη θέση της και να ανακοινωθεί η εκτέλεσή μου! αλλά εκείνος άκουγε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, απορροφημένος τον πατέρα μου. Τότε η δασκάλα γύρισε νευριασμένη και κοιτάζοντας και τους δυό μας ρώτησε θριαμβευτικά: «Πόσων χρονών είναι το μωρό και τι είναι;» τότε ο Διευθυντής σηκώθηκε νευρικά από τη θέση του.
«Τεσσάρων, αγόρι» απαντήσαμε κι οι δυο μαζί και ο διευθυντής αναστέναξε ανακουφισμένος. Μετά αποφάσισε ότι έπρεπε να λήξει σύντομα αυτό το άθλιο πανηγύρι, γιατί κανείς δεν ήξερε όσο διαρκούσε, τι διαστάσεις μπορούσε να πάρει.
Συνόψισε λοιπόν τα θέματα, δέχτηκε τη συγγνώμη, δέχτηκε τα μέτρα που θα παρθούν για τον μικρό αντάρτη και ζήτησε από τον πατέρα μου να με απαλλάξουν από αυτόν, μετά με έβαλε να ζητήσω συγγνώμη από την εκλεκτή ομήγυρη και είπε ότι αύριο με δικά μου έξοδα πρέπει να έρθω στο σχολείο με καινούργιο καθαρό βιβλίο.
Η δασκάλα έμεινε αποσβολωμένη, όλα γίνονταν εξαιρετικά γρήγορα και δεν συμφωνούσε, ήξερε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα αλλά δεν καταλάβαινε τι της ξεφεύγει,επιπλέον δεν έβλεπε και συσχετισμό υπέρ της, για να οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα, έτσι παρέμεινε σιωπηλή, αλλά έβαλε έναν όρο που δεν κατάλαβα ποτέ, αν είχε να κάνει με την ηλιθιότητά της, το φασισμό της ή την εκδικητικότητά της: «Αύριο, πρέπει να έχουν σβηστεί όλες οι ασχήμιες και το βιβλίο να έρθει καθαρό στο σχολείο!»
Ο πατέρας μου χαιρέτησε, ευχαρίστησε και έφυγε. Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι, με βρήκε να σβήνω όλες εκείνες τις απλωτές επιφάνειες του στυλό με τη γόμα και «τον πρόεδρο» σε άθλια κατάσταση, «μακιγιαρισμένο» με φάμπερ μολύβι στα σημεία που είχε σχεδόν σκιστεί από το σβήσιμο. Μου άφησε ένα καινούργιο βιβλίο ιστορίας στο τραπέζι χωρίς να πει λέξη και πήγε να ετοιμαστεί για φαγητό. Ούτε την ίδια ημέρα ούτε ποτέ ξανά, δεν μου έκανε κουβέντα για το επεισόδιο.