Ματ

 

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν η μικρή με τη μεγάλη, οι ρόλοι ήταν ήδη μοιρασμένοι. Η μια ήταν η νύφη και η άλλη η πεθερά.
Η μικρή λόγω ηλικίας, άγνοιας και απειρίας του ρόλου στο συγκεκριμένο project, αλλά κυρίως λόγω της φυσικής τάσης να πηγαίνει κόντρα στα στερεότυπα, δεν είχε προσδοκίες ούτε απαιτήσεις από αυτή τη συνάντηση. Δεν έπαιζε καν το ρόλο. Ήταν μια γνωριμία με το νέο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ζητούσε και δεν περίμενε τίποτα.
Η μεγάλη, ενώ φαινόταν στα μάτια της ότι η φύση της ήταν καλή και αγαθή, η ηλικία και η εμπειρία της, την ωθούσαν ή μάλλον την ανάγκαζαν, να παίξει το ρόλο της. Το ρόλο της μάνας του γαμπρού, που έχει μια περιέργεια, μια ελπίδα και μια προσδοκία, για το προφίλ ή καλύτερα το «ποιόν» της γυναίκας με την οποία θα ζήσει ο γιός της. Και εδώ που τα λέμε, ποια Ελληνίδα μάνα δεν θα είχε ένα ενδιαφέρον ή μια αγωνία για να διαγνώσει με μια ματιά, με δυο πράξεις ή συμπεριφορές της μικρής, εκείνα τα στοιχεία που θα έδιναν μια προοικονομία για την πορεία αυτού του γάμου.
Σε εκείνη τη συνάντηση, η μεγάλη έριξε μια φευγαλέα ματιά και γρήγορα γύρισε αλλού το βλέμμα της. Ήταν σαν να φοβόταν να κοιτάξει πολύ, μήπως και δει κάτι που δεν της αρέσει και προδοθεί.
Η μικρή πάλι, ήταν ένα άτομο που καταλάβαινε πιο πολλά από όσα έπρεπε και έβλεπε πιο πολλά από όσα έπρεπε να βλέπει μια μικρή. Σε εκείνο λοιπόν το στιγμιαίο βλέμμα, είδε τη δυσπιστία.
Όχι την απόρριψη, ούτε την απογοήτευση, τίποτα περισσότερο από τη δυσπιστία.
Πέρασε λίγος καιρός, χάθηκε η αμηχανία της πρώτης γνωριμίας και τότε η μικρή κατάλαβε.
Ο γάμος για τη μεγάλη στηριζόταν σε τέσσερα πόδια. Στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Για να διατηρηθεί ένας γάμος, έπρεπε η γυναίκα να μαγειρεύει. Να αξιοποιεί καθημερινά με οικονομικό και ωφέλιμο τρόπο τα σωστά προϊόντα ώστε να προετοιμάζει σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό και να διατρέφει την οικογένειά της. Ήταν η βασική της υπευθυνότητα.
Η μικρή τότε, είχε άλλες φουρτούνες στο κεφάλι της. Έπρεπε να συντελέσει στο να αλλάξει ο κόσμος. Και ο κόσμος τότε άλλαζε, με συνεδριάσεις, με ολομέλειες, με ομιλίες, με εκλογές , με διαδηλώσεις, με προεκλογικές εκστρατείες και άλλα καθήκοντα, που είχαν προτεραιότητα και δεν μπορούσαν καθόλου να μείνουν στην άκρη. Αν σε αυτά όλα, τα ύψιστα, προσθέσεις και την προσπάθεια για την προσαρμογή σε διάφορες νέες καταστάσεις, καθώς και τη διαφορετική αντίληψη αλλά και προτίμηση για το τι τρώνε οι άνθρωποι, στα εικοσιπέντε και τι, στα εξήντα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή και η προετοιμασία του φαγητού είχε διαφορετική ιεράρχηση στο μυαλό των δύο γυναικών.
Εκεί λοιπόν είχε την έδρα της η αρχική δυσπιστία της μεγάλης. Δεν της «γέμισε το μάτι της» σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, η μικρή, για ικανή και άξια μαγείρισσα.
Ο καιρός πέρασε, έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος και χρόνια. Οι ιεραρχήσεις της μικρής τροποποιήθηκαν, (μια και αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ), αλλά παρά το γεγονός ότι και η μικρή, ήταν της άποψης, «Κάθε μέρα σπιτικό φαγητό», οι ώρες που απαιτούσε η εργασία της καθώς και η συστηματική ενασχόληση με την ολόπλευρη ανάπτυξη δύο μικρών παιδιών δεν άφηναν πολλά περιθώρια για τρίωρα στην κουζίνα. Έτσι οι διαφορετικές προτιμήσεις με τη μεγάλη παρέμεναν.
Η μεγάλη το μάντευε αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Κάθε φορά που οι δυο γυναίκες συναντιόντουσαν, η μεγάλη ρωτούσε τη μικρή, «τι τρώνε», «τι μαγειρεύει» και «πώς το μαγειρεύει». Η μικρή της απαντούσε πάντα με λεπτομέρειες καθησυχαστικές, αλλά πάλι εκείνη η αρχική δυσπιστία ήταν παρούσα. Ευγενικά κρυμμένη, αλλά παρούσα.
Μεταξύ τους δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Η κάθε μία όμως προωθούσε επίμονα τον τρόπο αντίληψής της, σχετικά με το φαγητό και τη διατροφή μιας οικογένειας.
Η μεγάλη δυσπιστούσε και φρόντιζε να «φέρει στον ίσιο δρόμο της μαγειρικής» τη μικρή, κυρίως με το να της στέλνει δέματα με παραδοσιακά και δικής της παραγωγής προϊόντα. Έτσι η μικρή παρελάμβανε δέματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες από ζαρζαβατικά και ντόπια προϊόντα και ό, τι άλλο πίστευε η μεγάλη, ότι έπρεπε να τρώει μια «σωστά» διατρεφόμενη οικογένεια. Με κάθε ευκαιρία επίσης, εξηγούσε πώς μαγειρεύονται τα διάφορα παραδοσιακά φαγητά και πώς, θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν να τρώνε τα πάντα και να μην κακομαθαίνουν με λιχουδιές και περίτεχνα φαγητά. Δεν την απασχολούσαν ούτε οι προτιμήσεις των παιδιών και των μεγάλων πια, γονιών τους, ούτε οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί με τα χρόνια, σε όλα όσα αφορούσαν τη διατροφή των εργαζομένων νέων ανθρώπων.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αλλά τα δέματα κατέφθαναν στην ίδια πάντα λογική. Πάντα γεμάτα με λογής λογής ζαρζαβατικά, τα οποία ήταν σε μεγάλες ποσότητες, (για πρακτικούς λόγους) και τα οποία έπρεπε να μαγειρευτούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ άσχημη η κατάληξή τους. Λάχανα σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ, που έπρεπε τάχιστα να φαγωθούν, κιλά από χόρτα που επίσης έπρεπε να βράσουν, κουκιά χλωρά που δεν τα έτρωγε κανείς μαζί με χλωρά σκορδόφυλλα, που δεν ήξερε κανείς στην ηλικία της μικρής ότι υπάρχουν, κολοκυθάκια, ων ουκ έστιν αριθμός και βέβαια πάντα, ατελείωτες ποσότητες από φασολάκια μπαρμπούνια. Όλα αυτά όταν έφθαναν, από φιλότιμο και σεβασμό στον κόπο που περιείχαν, έπρεπε αμέσως να καθαριστούν και να μαγειρευτούν διότι αλλιώς θα κατέληγαν στα σκουπίδια.
Η μικρή τα μαγείρευε ελπίζοντας ότι το επόμενο δέμα θα αργούσε, και εκνευριζόταν κάθε φορά που τα φασόλια κατέφθαναν μαζί με τα βλίτα και τις ξινομυζήθρες που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν καλιτσούνια ή τυρόπιτες.
Οι ελεύθερες ώρες της ήταν λίγες και οι ανάγκες της οικογένειας πολλές.
Οι προθέσεις της μεγάλης, ήταν άγιες. Πίστευε ότι βοηθούσε στην σωστή διατροφή και στην οικονομία της οικογένειας. Η μικρή δεν τις αμφισβητούσε, αλλά αυτή διαδικασία, αυτή η παρέμβαση, την κούραζε και την ενοχλούσε.
Κάποια φορά το καλοκαίρι που συναντήθηκαν στο σπίτι της μεγάλης στο χωριό, η μικρή πρόσεξε και θαύμασε τον κήπο της μεγάλης. Απόρησε πώς ένας άνθρωπος τόσο πρακτικός, πότιζε καθημερινά ανάμεσα στις τόσες πρακτικές ασχολίες της, έναν κήπο που δεν της πρόσφερε τίποτα. Οι φυτεμένες στο έδαφος γαρδένιες είχαν γίνει μεγάλοι φουντωτοί και ψηλοί θάμνοι. Ήταν κατάφορτες με λουλούδια και το άρωμά τους ήταν μεθυστικό. Πιο πέρα ήταν φυτεμένες μικρές ροζ τριανταφυλλιές , άλλες τριανταφυλλιές κίτρινες, ένα κοράλι, γαρύφαλλα, άλλα λουλούδια και βασιλικοί. Ο κήπος ήταν απλός, μυρωδάτος και γνήσιος. Άλλα λουλούδια ήταν σε πήλινες παλιές γλάστρες, και άλλα σε τενεκέδες.
Όταν η μικρή της είπε ότι είχε ωραίο κήπο, η μεγάλη την κοίταξε δύσπιστα. «Σ’ αρέσουν;»
«Σ’αρέσουν τα λουλούδια;» ρώτησε. Ήταν έξυπνη γυναίκα και αμφισβητούσε ότι μπορεί να της άρεσε της μικρής ένας τόσο απλός και ταπεινός κήπος.
«Μου αρέσει πολύ!» της δήλωσε η μικρή, «Τέτοιες γαρδένιες δεν έχω δει πουθενά! Είναι σχεδόν δέντρα και μυρίζουν τόσο δυνατά!»
Πέρασε καιρός και ένα ακόμα δέμα κατέφθασε.
Θεέ μου, πόσα φασολάκια και χόρτα θα φάμε ακόμα!-
Αυτή τη φορά όμως, εκεί, ανάμεσα στα φασόλια και τα βλίτα, ανάμεσα στα πορτοκάλια και τα κολοκυθάκια, ήταν και κάτι άλλο.
Μια ανθοδέσμη με πολύχρωμα λουλούδια του κήπου!
Τα κοτσάνια τους ήταν προσεκτικά τυλιγμένα σε βρεγμένο κουζινόχαρτο και μετά σε αλουμινόχαρτο. Η ανθοδέσμη ήταν τοποθετημένη και προφυλαγμένη σε μια ευρύχωρη σακούλα!
Επιπλέον, στο δέμα υπήρχε και ένα τάπερ. Όταν το άνοιξε η μικρή, έκπληκτη, βρήκε καμιά δεκαπενταριά γαρδένιες μέσα σε λίγο νεράκι να ευωδιάζουν μεθυστικά!

Αυτό ήταν. Η μεγάλη ήταν μετρ στο σκάκι. Έπαιξε, και με μια κίνηση έκανε ματ.

Η μικρή κοιτούσε την ανθοδέσμη και τις γαρδένιες και σκεφτόταν: «Αν αυτή η μεγάλη γυναίκα, μπορεί να κάνει μερικά βήματα μπροστά για να με συναντήσει, μπορώ κι εγώ να κάνω μερικά βήματα πίσω για να συναντηθούμε! »
Έτσι λοιπόν, άλλαξε αισθήματα για «το δέμα»! Τώρα πια το περίμενε με χαρά.
Έμαθε να μαγειρεύει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα χλωρά κουκιά και της άρεσαν κιόλας!
Έβραζε πού και πού, τα κολοκυθάκια μαζί με τις πατάτες και τα βλίτα στην ίδια κατσαρόλα , έτσι, για να της κάνει το κέφι, κι ας μη το έβλεπε κι ας μη το ήξερε η μεγάλη.
Έμαθε να φτιάχνει το μπουρέκι και γαμοπίλαφο με βραστό. Ακόμα και τούρτα έφτιαξε! Κρεατότουρτα και την κέρασε στη μεγάλη, η οποία τη θαύμασε και της έκανε γνήσιες φιλοφρονήσεις!

Μόνο τα καλτσούνια είχαν μείνει πια. Τα χορτάρινα. Δεν μιλάμε για οποιαδήποτε πιτάκια, και σπανακοπιτάκια. Μιλάμε γι αυτά τα διάσημα καλιτσούνια, που ήταν η ταυτότητα του νομού στην τουριστική του παρουσίαση. Τιμή και καύχημα όσων τα είχαν, χειροποίητα και σπιτικά και τα παρουσίαζαν στο τραπέζι τους.
Νοστιμιά, παράδοση, αγνά υλικά, υγεία, μεσογειακή διατροφή, όλα κλεισμένα σε ένα θαυματουργό ημικύκλιο! Θαύμα που ξεκίνησε από τα φτωχά και άγονα χωριά σε μεγάλο ύψος, όπου με λίγα άγρια χόρτα και αλεύρι , χωρίς έξοδα σχεδόν, έτρεφες και χόρταινες πολύτεκνες οικογένειες και κατέληξαν να γίνουν σήμα κατατεθέν. Αυτά λοιπόν τα διαβολεμένα καλιτσούνια η μεγάλη τα έφτιαχνε με την ευκολία και την άνεση που ανέπνεε. Η μικρή, δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με την τέχνη της.
Αυτά λοιπόν τώρα ήταν το κάστρο.
Ήταν το τελικό πειστήριο που χρειαζόταν για να φύγει και η τελευταία δυσπιστία.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά. Η μικρή έπαψε πια να είναι μικρή και η μεγάλη, η μεγάλη έγινε πολύ μεγάλη.
Άφησε τα καλιτσούνια και τα δέματα.
Μετά άφησε κι άλλα πολλά.
Μετά τα άφησε όλα.
Έγινε ελαφριά, ανάλαφρη για να μπορέσει να φύγει.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε.

Θα ήταν χαρούμενη αν όλος ο κόσμος μάθαινε και έφτιαχνε καλιτσούνια. Πίστευε ότι άξιζαν τον κόπο. Χαιρόταν και ήταν περήφανη γι αυτά.

Εδώ σας έχω τη συνταγή:
Φτιάξτε τα και να την θυμηθείτε.

Για το φύλλο θα χρειαστείτε:

1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι αλάτι
1 σφηνάκι τσικουδιά
1/2 ποτήρι λάδι

Για τη γέμιση:
Σπανάκι, περίπου 1 + 1/2 κιλό
Σέσκουλα, περίπου 1/2 κιλό
Καυκαλήθρες, 1 ματσάκι
Μάραθο, ½ από το ματσάκι και λιγότερο
4-5 φρέσκα κρεμμυδάκια
4-5 κρεμμυδόφυλλα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια
Μαϊντανό, ½ από το ματσάκι και λιγότερο

Λάδι (περίπου 1/4 της κούπας)
Αλάτι
Λίγο πιπέρι
Ξινομυζήθρα (2 πακέτα των 420 γραμ.) λιγότερο από κιλό δηλαδή
Σημείωση: Μπορεί κανείς να βάλει μόνο σπανάκι με το μάραθο τα κρεμμυδάκια και το μαϊντανό,
Όπως επίσης μπορεί να προσθέσει κι άλλα χόρτα της αρεσκείας του, π.χ λάπαθα
Μπορείτε να προσθέσετε και άλλο τυρί πχ φέτα, αυξομειώνοντας αναλόγως τις ποσότητες.

Ακόμα χρειάζονται:
1-2 αυγά χτυπημένα για την επάλειψη
Και σουσάμι για να τα πασπαλίσετε.

Εκτέλεση:
Ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι, την τσικουδιά και το λάδι και αρχίζετε να ρίχνετε σιγά σιγά το νερό, σε μια λεκάνη.
(Προσπαθούμε να προκύψει μια μαλακή και εύπλαστη ζύμη η οποία να μην κολλάει ώστε να ανοίξει εύκολα σε φύλλο. Μπορεί να μην χρειαστεί όλο το νερό)
Αφήνετε τη ζύμη σκεπασμένη με μια πετσέτα για καμιά ώρα.

Πλένετε καλά τα χορταρικά και τα απλώνετε σε κουζινόχαρτο στο τραπέζι ή στον πάγκο, ώστε να στεγνώσουν. (Μπορείτε να τα ετοιμάσετε το προηγούμενο βράδυ από την ημέρα που θα τα φτιάξετε, ή αλλιώς τα στεγνώνετε με άλλο κουζινόχαρτο))
Αφού στεγνώσουν τα κόβετε ψιλά ψιλά με μαχαίρι ,χωρίς τις ρίζες και τα σκληρά κοτσάνια σε μια λεκάνη.
Τους ρίχνετε λίγο αλάτι (Περίπου μια κουταλιά της σούπας για τις παραπάνω ποσότητες χορταρικών) , τα ανακατεύετε και τα στύβετε με τα χέρια για να «μαραθούν», δηλαδή να χάσουν τον όγκο τους και να μαλακώσουν. Πετάτε το ζουμί που θα βγάλουν.
Ρίχνετε μέσα στα χορταρικά το λάδι, λίγο πιπέρι και τη μυζήθρα θρυμματισμένη με τα δάκτυλα.
Ανακατεύετε να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα.
Παίρνετε τη ζύμη και την χωρίζετε σε δυο ή τρεις μπάλες για ευκολία .
Αρχίζετε να την ανοίγετε σε φύλλο μέτριο σε πάχος.
Κόβετε κομμάτια είτε τετράγωνα, με το ειδικό εργαλείο που κόβουμε ζύμες ,πίτσες κλπ, (ρόδα) είτε στρογγυλά με την βοήθεια από ένα πιατάκι του τσαγιού.
Σε κάθε κομμάτι βάζετε δυο κουταλιές γέμιση και είτε τα τετράγωνα τα κλείνετε σαν φακελάκια, κλείνοντας τις απέναντι γωνίες στο κέντρο,
Είτε τα στρόγγυλα κάνοντας ημικύκλια. Τις άκρες τις πιέζετε με ένα πιρούνι για να κλείσουν καλά το οποίο βρέχετε συνέχεια σε ένα ποτήρι με νερό.
Τα αλείφετε με το αυγό τα πασπαλίζετε με σουσάμι και τα ψήνεται σε αντικολλητικό χαρτί σε ταψί για περίπου μισή ώρα στους 180 βαθμούς.
Παρακάτω έχω επιλέξει από τα πολλά και διάφορα, τα πιο ενδιαφέροντα websites τα οποία δίνουν πολλές εναλλακτικές σε υλικά ,αλλά και πολλές τεχνικές λεπτομέρειες.
Αυτό που δίνουν κυρίως όμως είναι η εικόνα, (που ως γνωστόν ισοδυναμεί με 1000 λέξεις) και σου δίνει αμέριστη βοήθεια.

http://greekcook.gr/syntages/kalitsounia_pasxalina_xaniotika
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3003
http://delicieuses.forumotion.net/t2038-topic
http://aromakouzinas.blogspot.gr/2013/04/blog-post_29.html
https://www.sintagespareas.gr/sintages/kalitsounia-me-spanaki-kai-mizithra.html
http://goo.gl/9DydfG

 

 

 

Advertisements

Ένα καλοκαίρι…όνειρο.

Έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.
Για χρόνια ολόκληρα, ετοιμάζοντας βαλίτσες για διακοπές, στρίμωχνα με αριστοτεχνική επιδεξιότητα: Ρούχα για τέσσερα και αργότερα για πέντε άτομα. Μακό μπλουζάκια, σορτς, εσώρουχα, πέδιλα, σαγιονάρες, παπούτσια θαλάσσης, παντελόνια τζιν μακριά για τις βραδινές ψύχρες, μακρυμάνικα πουκάμισα ή μπλουζάκια ή και τα δύο, κάλτσες και κλειστά αθλητικά παπούτσια, για τα χαλίκια, τις ορειβασίες! και τα φίδια!, ζακέτες, μπουφάν, μπλουζάκια φούτερ, φούστες, φορέματα, κολάν, πέδιλα, πιζάμες καλοκαιρινές για τις βραδινές υγρασίες αλλά και καμιά μακρυμάνικη και μακροπόδαρη για το μικρότερο παιδί (γυρεύεις καμιά φορά, πόσο μπορεί να χαλάσει ο καιρός μες’ το κατακαλόκαιρο;)
Και βέβαια από μια «φορεσιά», «καλών» ρούχων και παπουτσιών, επί πέντε( Χ 5), διότι όταν πηγαίνεις στο μέρος που έχεις συγγενείς, σίγουρα μες το καλοκαίρι θα υπάρξει ένας ή και δύο γάμοι, ή μια και δύο βαπτίσεις ή και μνημόσυνο! (όπου χρειάζεσαι και σκούρα ανάλογη ενδυμασία, σύμφωνα με ήθη και έθιμα της περιοχής)
Όλα τα παραπάνω ρούχα, αναφέρονται σε δύο ενήλικους και τρία παιδιά διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικού φύλου τα πλησιέστερα σε ηλικία, οπότε το καθένα, χρειαζόταν τα εντελώς δικά του.
(Ας μην πάμε σε πιο παλιές εποχές που χρειάζονταν είδη νηπιακής ηλικίας, ειδικά καθίσματα αυτοκινήτου, εκατομμύρια πλειμομπίλ, τρανφόρμερς, παραμύθια, αργότερα κόμιξ, γκειμ μπόι, τουβλάκια, ζωάκια και πάει λέγοντας!)
Στην τσάντα της θάλασσας στρίμωχνα: Καπέλα, μαγιό, πετσέτες, αντηλιακά, κρέμες για το κάψιμο, στικ με αμμωνία για τα τσιμπήματα, πιο παλιά,, μπρατσάκια, αλλά και παιχνίδια θαλάσσης, ψάθες και βέβαια στο βάθος του πορτμπαγκάζ, ομπρέλα με όλα της τα σχετικά. Στα απαραίτητα, συμπεριλαμβάνονται πάντα εκτός των απαραίτητων καλλυντικών και λουστικών, φάρμακα για πυρετό, πονόδοντο, αλλεργίες, θερμόμετρο, πιστολάκι, βούρτσες, σίδερο (μικρό, εντάξει, ταξιδίου)
Χιλιάδες μικροαντικείμενα, όπως: ανοιχτήρι, ψαλίδι, χανζαπλαστ, ζώνη, κορδόνια, βερνίκι, μαχαίρι, κουτάλι, πηρούνι, είδη ραπτικής, σεικερ, σακούλες για διάφορες χρήσεις. Στο αυτοκίνητο βέβαια, συγκέντρωνα τα απαραίτητα σιντι για τις ατελείωτες διαδρομές, νερά, μπισκότα, κεικ κλπ.ακόμα τεντάκια για τον ήλιο! Κλπ. Έτσι κάπως βγήκαν εκείνα τα θαυμάσια ανέκδοτα που με περίμεναν, όταν έφθανα ασθμαίνοντας τελευταία στο αυτοκίνητο, με μια τελευταία τσάντα που έπρεπε κάπου να χωρέσει και μόλις έλεγα: «Άνοιξέ μου το πορτμπαγκάζ» όλοι μαζί φώναζαν: «΄ΌΟΟχχχιιιι» ¨Η το άλλο το εύστοχο, όπου κάποιος έλεγε σοβαρά σοβαρά: «Όπα, όπα! Πού πάμε;Το ψυγείο ξεχάσαμε!» Και όταν εγώ εκνευριζόμουν, το συνέχιζε: «Μα γιατί; Τέσσερα ροδάκια χρειάζεται τίποτα άλλο!» και όταν εγώ απειλούσα να θυμώσω στα αλήθεια, έλεγε αθώα: «Καλά εντάξει πλάκα κάνω» Και σε ένα λεπτό: «Το πιάνο όμως; Γιατί δεν το παίρνουμε;»
Και χαχανίζανε κι άλλο.
Και το άλλο βέβαια, που υποτίθεται ότι ήταν θετικό σχόλιο: «Εσύ, εσύ και ο στρατός έχετε αυτή την τέλεια οργάνωση!»
Αυτές τις εποχές τις θυμάμαι με αρκετή ικανοποίηση. Αφενός αντιμετώπισα αρκετές έκτακτες καταστάσεις με επάρκεια και ηρεμία και αφετέρου: πάντα ήμουν σίγουρη, ότι όταν αυτό που κάνεις είναι σύμφωνο με τα πιστεύω σου και τις ανάγκες σου, αυτό σε κάνει να νοιώθεις σίγουρος, ήρεμος και να είσαι αποτελεσματικός.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, το άγχος για το αιφνίδιο, που μπορεί να σε βρει απροετοίμαστο, έμαθα σιγά σιγά να το χειρίζομαι(;) ή μήπως να αποδέχομαι, ότι δεν μπορείς να προβλέψεις και να ελέγξεις τα πάντα;
Φτιάχνοντας τώρα τη βαλίτσα, όλο σκέφτομαι, «τα φαρφουρένια πιάτα» του Καζαντζάκη που διάβασα στα δεκαοκτώ. Αυτά τα «φαρφουρένια πιάτα» τα άφησα πίσω μου πια. Τίποτα άλλο λοιπόν, μόνον αυτά.

Τρεις ολόκληρους μήνες θα λείψω. Όσο κρατάει το ελληνικό καλοκαίρι. Μπορεί και τέσσερις.
Θα κλειδώσω το σπίτι και θα αφήσω κλειδωμένα μέσα, όλα τα «γιατί» και τα «διότι» και «τα εξ αιτίας» και τα «φοβάμαι» και «λυπάμαι» και τα «ίσως» και τα «δεν μπορώ» και «δεν γίνεται» κι εκείνα τα «μια άλλη φορά» ή «όταν μπορέσω» ή « όταν έχω τη δυνατότητα». Δεν χρειάζομαι πολλά χρήματα για όλον αυτό τον καιρό. Μόνο για βενζίνη, για πρόχειρο ή σπιτικό φαγητό, φρούτα, εισιτήρια σε καραβάκια και μουσεία.
Τα έξοδα θα είναι πιο πολύ για κλειδαριές και ασφάλειες στο σπίτι, σιχαίνομαι τους απρόσκλητους εισβολείς αλλά και πρέπει να τριπλοκλειδώσω όλα όσα θα θελήσουν κλεφτά και ύπουλα να με ακολουθήσουν και να χαλάσουν το όνειρο.
Α! ναι θα υπάρξουν και κάποια έξοδα υποδομής. Σλίππινγκ μπαγκ και μια εύκολη ελαφριά σκηνή για ελεύθερο κάμπινγκ με λίγα, τα απολύτως απαραίτητα αξεσουάρ.
Θα πάρω το πλοίο. Δεν χρειάζεται καμπίνα, ούτε καν αυτές οι εκνευριστικές θέσεις στους καναπέδες, που δίνεις μάχες για να πείσεις κάποιον ότι τρία άτομα κ τρεις βαλίτσες δεν χρειάζονται τρεις καναπέδες και δυο πολυθρόνες. Ούτε οι αεροπορικές που πιάνεσαι. Ούτε οι θέσεις στο μπαρ που ζαλίζεσαι από τις φωνές και το ατελείωτο πηγαινέλα των πάντων. Κατάστρωμα και αν κουραστώ και νυστάξω, θα βρω μια ήσυχη γωνίτσα και θα κλειστώ στο σλίππινγκ μπαγκ μέχρι την ανατολή.
Όταν κατέβω, το πρόγραμμα θα έχει φαράγγια, άλλα με τα πόδια κι άλλα με τ’ αυτοκίνητο. Και χωριά, καταπράσινα, με νερά και εκκλησιές, που το κερί σου μένει αναμμένο για ώρα και μυρίζει κερί και με καφενεία που μαγειρεύουν γιαγιάδες, τα αβγά της κότας τους, τις ντομάτες τους και τη μυζήθρα και τα χόρτα τα άγρια και πίτες με μέλι θυμαρίσιο πικρούτσικο και θα’χει απαραιτήτως πολύ, πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ, θάλασσα. Άλλες φορές στην καταγάλανη θάλασσα κι άλλες σε κρυστάλλινα καταπράσινα νερά, χωρίς ξαπλώστρες και χωρίς καντίνες. Σίγουρα στο Φραγκοκάστελο και στο ελαφονήσι και στην Παλιόχωρα και στη Σούγια και στην Χώρα Σφακιών.Θα ανέβω στην Ανώπολη.Θα κολυμπήσω στα Φαλάσαρνα. Θα φτάσω στην Αγία Ρουμέλη και στο Λουτρό.
Τι να με βρει πια στο Λουτρό, που πάντα τ’ άφηνα; Για τον εαυτό σου δεν φοβάσαι, κάπως τα βολεύεις με το Θεό ή με το πείσμα σου, με τη δύναμή σου και τη θέληση ή την παραίτησή σου και την μοιρολατρία σου, για τα παιδιά φοβάσαι. Που εκεί δεν χωράει λογαριασμούς και παζαρέματα.
Θα προσκυνήσω άλλη μια φορά τα θύματα της θηριωδίας στην Κάνδανο . Μετά θα προχωρήσω στο Ρέθυμνο. Θα δω τα μικρά μουσεία, τα χωριά και τα νερά της Αργυρούπολης. Και τον Πρέβελη. Τον Πρέβελη κακώς τον άφησα. Τρία παιδιά να κατεβούν τόσα σκαλοπάτια και με τα πράγματα της θάλασσας στο χέρι, στην Ελλάδα είναι λογαριασμός και δείλιασα. Κανένας δεν απλώνει το χέρι του να σε βοηθήσει κακά τα ψέματα, παρά μόνο αν είναι αλλοδαπός! Ας είναι, ήρθε η ώρα του! Ευτυχώς δεν στέρεψε, με περίμενε, γιατί καμιά φορά μέχρι να πάρεις εσύ την απόφαση να κάνεις κάτι,
Δεν γίνεται πια.
Θα κατέβω στον Πλακιά κι αφού δεν έπαθα το έμφραγμα τότε, που ήμουν ανίδεη από την παγωνιά του και την αγριάδα του και με δοκίμασε αν κάνω για εξ αγχιστείας κρητικιά, ε, τώρα πιστεύω πως μπορούμε να τα βρούμε φιλικά.
Το ελεύθερο καμπινγκ θα το κάνω εκεί, στην παραλία του Άγιου Παύλου που χρόνια το ακούω και το ονειρεύομαι. Δεν πειράζει κι αν απαγορεύεται. Ας είναι για μια βραδιά, έτσι για να ξυπνήσουμε από τον παφλασμό της θάλασσας με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Να μπούμε στη θάλασσα και να βγούμε εκατοντάδες φορές, μέχρι να βαρεθούμε και να βάλουμε φωτιά να ψήσουμε κάτι για πρόχειρο φαγητό. Κι αν έλθουν «οι πολισμάνοι», να τους πω πως ήταν τάμα στον Άγιο Παύλο να κοιμηθώ στην αυλή του κι αν τους βαστάει, ας τα βάλουν με τον Άγιο.
Έξω απ το Ηράκλειο, θα ρωτήσω να βρω, αυτόν που έχει το ταβερνείο και στις εφτά το πρωί, σερβίρει σουβλιστό για πρωινό, με κρασί και τυρί και θα διορθώσω την αμαρτία μου που μετανιώνω μια ζωή, όταν προτίμησα το νεσκαφέ με τα Export και τη μαρμελάδα με το ψωμί, αρνούμενη μετά βδελυγμίας, όλο εκείνο το γαστριμαργικό πρωινό όργιο, που φοβήθηκα πως θα με αφομοιώσει και απέρριψα απολύτως.
Στο Ηράκλειο είναι κι η Μαρία που αλληλογραφούσαμε στα δεκαπέντε μας και που αν είχα μια αδελφή, αυτή θα ήταν χωρίς αμφιβολία. Θα τη δω απαραιτήτως θα ακούσω τις σοφίες της με την τραγουδιστή Λασιθιώτικη φωνή της και θα μετρήσω τα χρόνια που περάσανε και δεν χαλάσανε τίποτα απ’ την επαφή μας. Θα δω το μουσείο και θα κολυμπήσω σε γαλάζιες ακρογιαλιές.Θα «γνωρίσω» και τη Λιλή, που παίζαμε μικρές στην Ηλιούπολη και θυμάμαι τα μακριά και αδύνατα δάχτυλά της!
Τέλος θα φτάσουμε στο Λασίθι.Θα πάμε στην Ιεράπετρα και τη Σητεία,στο Βάι και την Αγιά Φωτιά και το Ζάκρο, με τα υφαντά στους δρόμους και τον Άγιο Νικόλαο με τη λίμνη τη βαθειά την άπατη, σαν την άπατη ψυχή του ανθρώπου.
Θα μένουμε σε μικρά δωμάτια, χωρίς πρωινά με ωράριο που χρειάζεται ξυπνητήρι για να τα προλάβεις. Θα κολυμπάμε ατέλειωτα, ώρες άσχετες και ασύμβατες με τους επίσημους τουρίστες, θα ζούμε στα μικρά χωριά και στα κεφαλοχώρια, θα βλέπουμε τις παραστάσεις ή τις μουσικές στις πλατείες και στις αυλές των σχολείων και θα μαζεύουμε κοχύλια, βότσαλα κι ηλιοβασιλέματα. Θα πάμε όπου μπορούμε να δούμε τρύγο και πάτημα σταφυλιών και ό, τι άλλο γνήσιο κάνει ή γιορτάζει ο τόπος.
Στο τέλος του καλοκαιριού, όταν θα αρχίσουν οι μέρες να μικραίνουν, θα λυπηθούμε, αλλά θα κολυμπάμε ακόμα με τα μικρά κύματα και τις συννεφιές και θα μαζεύουμε αέρηδες. Θα βλέπουμε τον ήλιο σιγά σιγά να αλλάζει χρώμα και τον ουρανό άλλοτε να σκουραίνει κι άλλοτε να επιμένει πεισματάρικα στο γαλάζιο. Θα αρχίσουμε να φοράμε πιο συχνά τη ζακέτα τα βράδια και θα πίνουμε λίγο κρασάκι όταν ψυχραίνει.
Αν βρέξει θα περπατάμε στη βροχή, χωρίς ομπρέλα, χωρίς φόβο, χωρίς ενόχληση. Θα μυρίζουμε τη βρεγμένη γη και θα ξεφοβόμαστε το θάνατο.
Θα γυρίσουμε όλα τα ξωκλήσια και θα ανάψουμε όλα τα καντήλια τους κι ας έχει αντίρρηση κι ο Μάρξ κι ο Λένιν κι όλοι οι επίγονοι τους.
Δεν θα κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, έτσι κι αλλιώς αυτοί είμαστε και η ουσία δεν θα κρίνεται, παρά μέσα μας. Σε όσα νοιώθουμε, σε όσα μάθαμε, σε όσα δίνουμε σε όσα χαιρόμαστε σε όσα δίνουν νόημα στην ύπαρξή μας.
Δεν θα ανεβούμε σε ζυγαριά, η λιτή ζωή και η μη εξάρτηση από την άμετρη κατανάλωση θα δώσουν το σωστό μέτρο και δεν χρειάζεται άλλο μέτρημα.
Δεν θα έχουμε μαζί καλλυντικά, εκτός από αντηλιακό, η ομορφιά θα αναβλύζει από την επαφή μας με τη φύση και την έλλειψη τοξινών.
Δεν θα έχουμε υπολογιστή μαζί, γιατί «το ταξίδι» θα είναι αποτοξίνωση ολοκληρωτική.

Ναι λοιπόν θα λείψω όλο το καλοκαίρι, καθόλου δεν θα λυπηθώ που δεν θα είμαι παρούσα στις εξελίξεις, όλο νοιώθω πια πως δεν επηρεάζονται στο ελάχιστο από κανέναν.
Το ερώτημα είναι επηρεάζονταν ποτέ;
Ναι.
και
Όχι.
Λοιπόν το ταξίδι αυτό που θα το κάνω, Θα είναι ο μήνας του μέλιτος, που δεν έκανα τότε. Που δεν έκανα ποτέ. (Προσαυξημένος με τους απαραίτητους τόκους) Αυτό που δεν έκανα Τότε που έπρεπε {«να βγει» η γιορτή νεολαίας} και δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε στη μοίρα της και να τρέχουμε σε «μήνες του μέλιτος» και άλλα τέτοια μικροαστικά!

Όμως μη βιαστείτε να με μακαρίσετε ούτε να ζηλέψετε.
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα του, ελπίζω πώς θα έρθει, μια και το ονειρεύομαι πολύ και πιστεύω πώς το δικαιούμαι.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς υποχρεώσεις;
Χωρίς πρέπει;
Και πότε νοιώθουμε την έννοια του καθήκοντος;
Πότε; Γεννιόμαστε έτσι;
Την αποκτάμε με τα γεγονότα, ή έρχονται οι μοίρες :

Έτσι μου το’ δωσαν οι μοίρες,
Η μια μετά την άλλη, τρεις φορές.
«Να υπολογίζεις το καθήκον, είπε επίσημα η πρώτη.
Το καθήκον, επανέλαβε η δεύτερη,
«και …να υπολογίζεις το καθήκον σου»,συμπλήρωσε η τρίτη.
Ήταν σαν το «τρις εις θάνατον»
για να μην μπορείς να ξεφύγεις απ΄τη μοίρα σου.
Η διαδρομή είναι πάντα η ίδια.
Δεν ξεφεύγεις ποτέ.

Του χρόνου τέτοιες μέρες θα αρμενίζω στα πέλαγα.
Μπορεί να μην πάω στην Κρήτη.
Μπορεί να πιάσω μια μια τις Κυκλάδες και να τις ξεκοκαλίσω μέχρι το μεδούλι.
Μπορεί τα Δωδεκάνησα!
Μπορεί και να είμαι στην Κούβα! Πριν αλλάξει ολοσχερώς.

Του χρόνου μόλις τελειώσουν οι πανελλήνιες θα έχω ένα μεγάλο σακ βουαγιαζ ανοιχτό πάνω στο κρεβάτι και θα βάζω μέσα ρούχα τυλιγμένα σε μικρά ρολά για να πιάνουν όσο γίνεται λιγότερο χώρο. Τριάντα μακό μπλουζάκια, τρία-τέσσερα μαλακά φαρδιά παντελόνια, δυο άσπρα, φαρδιά, αέρινα, ασιδέρωτα φορέματα, τέσσερις βερμούδες, μαγιό, πετσέτα θαλάσσης, εσώρουχα, μια μπλούζα φούτερ και μια ζακέτα. Επίσης σαγιονάρες, αθλητικά και εσπαντρίγιες. Αυτά. Τίποτα άλλο.