Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Advertisements

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. γ΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

Ο Γιάννης ξύπνησε νωρίς όπως τις μέρες που πηγαίνει στη δουλειά,αν και ήταν Σάββατο, αλλά η Δάφνη είναι ήδη ξύπνια.Φοράει το μπουφάν της πάνω απ΄τις πιζάμες και κάθεται όρθια με την πλάτη κολλημένη στο καλοριφέρ στο σαλόνι που έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.
-Κρυώνεις;
-Ναι.
– Έλα εδώ,γιατί σηκώθηκες πρωί-πρωί; Κάτσε στα ζεστά, μη νοιώθεις άσχημα. Έτσι κι αλλιώς ξύπνησα, θα φτιάξω πρωινό.
Η Δάφνη ήρθε σιγά-σιγά και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σφιγμένη πάντα στο μπουφάν της.
Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Το δωμάτιο ζεστάθηκε και ο Γιάννης σηκώθηκε.
-Πάμε στην κουζίνα, έχεις συγκεκριμένο διαιτολόγιο;
-Όχι.
Ο Γιάννης κινείται άνετα σαν να ζούνε μαζί από καιρό ή σαν να είναι με κάποιον πολύ δικό του άνθρωπο. Η Δάφνη κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω.
-Αν θέλεις κάνε μια βόλτα στο σπίτι να δεις τα διάφορα… Δεν είσαι περίεργη;
-Τι σημασία έχει; Τι να δω;
-Δεν ξέρεις ποτέ…
-Σταμάτα να φέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα,με νευριάζεις!
-Ποιος είπε ότι δεν τρέχει τίποτα; Νοιώθω μεγάλη αμηχανία! Σου φαίνομαι τύπος που ψαρεύει μια γυναίκα στο δρόμο και την παίρνει σπίτι του, υπό κανονικές συνθήκες;
-Όχι.
-Σε λίγο θα νοιώσεις καλύτερα. Η νηστεία φέρνει υπογλυκαιμία και άσχημη διάθεση.
-Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Ο Γιάννης την κοίταξε και άρχισε να της μιλάει σοβαρά και ουδέτερα, προσπαθώντας να μη την ταράξει:
-Δάφνη, είναι άσχημο, είναι άδικο,είναι δύσκολο,όμως αυτή είναι η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.
Άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα άδικο, παράλογο ατύχημα,ένα πρωί που φεύγουν απ’ το σπίτι τους και δεν γυρίζουν ποτέ,χωρίς ποτέ να φαντάζονται κάτι τέτοιο… Δεν έχουν καν την ευκαιρία να το διαπραγματευτούν…
Εσύ τουλάχιστον μπορείς να παλέψεις,μπορείς να πιστέψεις ότι θα το νικήσεις,υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τα κατάφεραν,μην παραδοθείς,γίνεται πια και το νικούν τόσοι και τόσοι,θέλεις ενθάρρυνση και βοήθεια και στήριξη.
Θέλεις να σε βοηθήσω εγώ να το παλέψεις; Πρέπει όμως να θέλεις να ζήσεις,να πιστέψεις πως αξίζει τον κόπο,να αγωνιστείς… Δεν γίνεται να το θέλει ο γιατρός, ή εγώ πιο πολύ από σένα! Δεν πιάνει τότε.
-Εσύ γιατί να το θέλεις;Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα;
Ε; Με ήξερες κι εχτές ή θα με ξέρεις και αύριο; Τι σε νοιάζει αν πεθάνω; Τι σε νοιάζει αν ζήσω;
-Σε ξέρω μιάμιση βδομάδα κι είναι σαν να σε ξέρω πολύ καιρό… και θέλω να σε μάθω… και αύριο και μεθαύριο και μετά από πολλά χρόνια!
Η Δάφνη σφίχτηκε στο μπουφάν της.
-Κρυώνεις;
-Ναι..
-Δεν σε ξέρω, όταν συμβαίνει κάτι που σχετίζεται με την αρρώστια θέλω να μου το λες, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί κρυώνεις;
-Αυτά που λες με κάνουν και ανατριχιάζω δεν είναι απ’ την αρρώστια.
-Γιατί;
– Με αναγκάζεις να κοιτάζω το φως κατάματα και με τυφλώνει, με ζαλίζει… δεν έχω μάθει να ζω έτσι, με ενοχλούν όλα αυτά…
Ο Γιάννης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Άρχισε να βγάζει σκεύη και υλικά από τα ντουλάπια και το ψυγείο και να ετοιμάζει πρωινό.
Η Δάφνη στην αρχή κάθισε απόμακρα.Άκουγε τους θορύβους στην κουζίνα και μύριζε τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του φρυγανισμένου ψωμιού, χωρίς να σκέφτεται και χωρίς να κάνει κάτι. Καθόταν ακίνητη στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να έχει στο μυαλό της την επόμενή της κίνηση.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν και ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα.
-Πρωινό !Ανήγγειλε.
– Έλα, και όταν την είδε διστακτική και αβέβαιη, πήγε κοντά της και προσπάθησε να την οδηγήσει στην κουζίνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και άλλαξε εντελώς την ήρεμη ατμόσφαιρα.
-Φεύγω.Έχω καρκίνο! Καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι.Πεθαίνω να πάρει ο διάβολος !Π Ε Θ Α Ι Ν Ω Ω Ω. Έχω καρκίνο και πεθαίνω! Κι εσύ παίζεις! Τι νομίζεις ότι κάνεις; Παίζουμε το ζευγάρι;
Η Δάφνη ούρλιαζε.Ήταν εκτός εαυτού και ενώ φώναζε, πήγε στο σαλόνι πήρε το βαλιτσάκι της,άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα.
Ο Γιάννης δεν κουνήθηκε.
Είχε δίκιο.
Πράγματι ήταν παράλογο. Δεν χωρούσε στη λογική της. Σε ποιανού τη λογική εξ άλλου θα χωρούσε;
Ποιος μπορεί να συμπαρασταθεί,να βοηθήσει,να συν- αισθανθεί κάποιον που δεν είναι συγγενής του, σύντροφός του, φίλος του ή έστω απλά γνωστός του;
Σήμερα; Στη σημερινή εποχή; Και χωρίς να έχει κανένα συμφέρον, κανένα όφελος, καμία άμεση ή έστω έμμεση απολαβή;
Παράλογο.
Αδιανόητο.
Ύποπτο!

Ακόμα και η μάνα του δεν θα ήταν ανεκτική όπως τότε με τα γατάκια.
-«Πού πας να μπλέξεις παιδάκι μου;» – Θα του έλεγε. Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ανθρώπους να τον συντρέξουνε, κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και μακριά από σένα τέτοια βάσανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

Έχουν περάσει τρεις μέρες.
Τώρα η Δάφνη θα έχει χειρουργηθεί,όλα θα έχουν τελειώσει. Θα είναι άραγε πιο ήρεμη; Θα είναι πιο αποφασισμένη να το παλέψει; Θα έχει κάποιο φίλο ή συγγενή ή θα πορεύεται μόνη της;
Στο τηλέφωνο του νοσοκομείου του απήντησαν: «Δεν δίνουμε πληροφορίες από το τηλέφωνο»
Όταν έφθασε στο νοσοκομείο με την πολύχρωμη ανθοδέσμη του την άλλη μέρα, τον ρώτησαν στην είσοδο αν είναι συγγενής και ποιος είναι, κι όταν εκείνος ανυποψίαστος απάντησε:
«Φίλος της είμαι», η υπάλληλος στην ρεσεψιόν κοιτώντας σε μια οθόνη, δεν βρήκε το όνομά του και του δήλωσε τυπικά και ανέκφραστα ότι κατόπιν επιθυμίας της ασθενούς
«Μόνο στενοί συγγενείς μπορούν να την επισκεφτούν».

Ο Γιάννης γύρισε στο γραφείο του και ως αργά το βράδυ δούλεψε εντατικά. Το κινητό του ήταν επάνω στο γραφείο. Κάθε τόσο χτυπούσε. Τηλέφωνα υπηρεσιακά και προσωπικά.
Η Δάφνη όμως, όχι, δεν πήρε.

Όταν έφυγε από το κτίριο της εταιρείας, η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ο φύλακας τον χαιρέτησε στην πόρτα και κλείδωσε πίσω του.
Οδηγούσε αφηρημένος και σκεφτόταν: «Οι άνθρωποι…, ο καθένας είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιόρρυθμος, τόσο απόλυτα άλλος… και τόσο μόνος… πόσο πιο εύκολο έχει γίνει να είσαι μόνος …
…Ούτε μπορείς να δρομολογήσεις, τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους, όπως στη δουλειά σου που εσύ ελέγχεις σε μεγάλο βαθμό τους παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα…»

Άλλες κουρασμένες σκέψεις και νυχτερινές φιλοσοφίες, έρχονται στο μυαλό του, χωρίς να προσφέρουν τίποτα, οδηγεί και πελαγοδρομεί.
Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του πιάνει μια κίνηση στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πριν το ερέθισμα κάνει τη διαδρομή ως τον εγκέφαλο,
πριν καν η αντίληψη μορφοποιήσει τη σκέψη στο μυαλό, κανείς δεν ξέρει… πώς;
Ποια παλιά μνήμη; Ποια αυθόρμητη κίνηση; Ποια αυτοματοποιημένη αντίδραση;
Πώς; Πώς δουλεύει επιτέλους αυτό το μοναδικό μυαλό μας;

Έκανε απότομα μια γρήγορη αναστροφή, παράνομα και επικίνδυνα, βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και φρέναρε στο πεζοδρόμιο.
Οι νεαροί άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα μεταξύ τους. Φώναξε με δύναμη προς το μέρος τους κι ευτυχώς, η έρημη λεωφόρος, βοήθησε τη φωνή του να ακουστεί:
«Για παραγγελιά σάς θέλω, μη φεύγετε!» στάθηκε ακίνητος και κοίταζε προς το μέρος τους.
Ο τελευταίος, που καθυστέρησε περισσότερο στο δημιούργημά του απ τους άλλους και δεν είχε χαθεί στο σκοτεινό στενό, του φώναξε: «Τι θέλεις;»
«Δυό λέξεις στον τοίχο με σπρέι. Πληρώνω γι αυτό» Απάντησε ο Γιάννης.
Ο νεαρός σφύριξε δυνατά και άλλοι τρεις εμφανίστηκαν προσεκτικά από το σκοτεινό στενό. Προχώρησαν όλοι σιγά σιγά προς το μέρος του, ο Γιάννης περίμενε ακίνητος.
Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν. Φαίνονταν δεκαέξι δεκαεφτά χρονών, όχι μεγαλύτεροι, είχαν μακριά μαλλιά και στα χέρια κρατούσαν δυο σακούλες μεγάλες με υλικά.
Όταν έφτασαν κοντά του, τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και ο νεαρός που του είχε μιλήσει νωρίτερα και μάλλον ήταν αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα προχώρησε, έφτασε δίπλα του και είπε:
-Τι ρόλο παίζεις;
-Θέλω ένα κείμενο, μάλλον ένα μήνυμα, να γράψετε για μένα σε ένα τοίχο, θα σας πληρώσω, γίνεται;
-Τι θες να λέει; Ρώτησε ο νεαρός ξερά και απότομα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Σε ένα τοίχο απέναντι στο ΑΙΓΛΗ το θεραπευτήριο, με κόκκινο χτυπητό σπρέι, και να ζωγραφίσεις ένα πράσινο φύλλο δάφνης, γίνεται;
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος και άφωνος να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε έναν εξωγήινο που μόλις προσγειώθηκε και κατεβαίνει από το φωτεινό και τεράστιο ιπτάμενο δίσκο του.
-Τριακόσια ευρώ, τι λες; Επέμεινε ο Γιάννης.
Ο νεαρός πήγε δυο μέτρα πίσω που είχαν σταθεί οι υπόλοιποι, είπε στα γρήγορα δυο κουβέντες που ακούστηκαν σαν ερώτηση με κατάφαση και οι υπόλοιποι φάνηκε να συμφώνησαν, μετά γύρισε στο Γιάννη και του είπε:
-Εμείς κάνουμε μόνο γκράφιτι, αλλά εσύ είσαι ειδική περίπτωση και θα το κάνουμε.
Δεν θέλουμε λεφτά, θα πληρώσεις μόνο τα σπρέι. Πότε το θέλεις;
-Τώρα, σήμερα τη νύχτα, για να προλάβουμε, είπε ο Γιάννης εντελώς ακατανόητα. Οι πιτσιρικάδες όμως κατάλαβαν.
-Έγινε, θα πάμε τώρα.
Πρότεινε στο Γιάννη ένα χαρτί που από τη μια μεριά είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο και του είπε:
-Γράψε από την άλλη μεριά το μήνυμα, όπως το θέλεις και ζωγράφισε και το φύλλο της δάφνης, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ, -τόνισε- το θέλεις και γράψε δίπλα τα χρώματα.
Δώσε και εξήντα ευρώ και αύριο πέρνα να το δεις !
Ο Γιάννης άρχισε να γράφει, όταν τελείωσε του έδωσε εκατό ευρώ και το χαρτί και του είπε:
-Σου έγραψα και το τηλέφωνό μου αν θέλεις τίποτα …
-Δεν θέλω, ο νεαρός έσκισε το κομματάκι με το τηλέφωνο και το έδωσε στον έκπληκτο Γιάννη.
-Εξήντα σου είπα και πολλά είναι, συμπλήρωσε και άρχισαν όλοι να ψάχνουν τις τσέπες τους.
-Γεια, ευχαριστώ είπε ο Γιάννης, μπήκε γρήγορα στο αμάξι του και ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Ο Γιάννης είχε φτάσει στο γραφείο του σήμερα από τις επτάμισι.Περνώντας έξω από το θεραπευτήριο ΑΙΓΛΗ, έμεινε ώρα, να κοιτάζει και ο ίδιος κατάπληκτος τη δύναμη που ανέδυε το μήνυμά του!
Ένας άχρωμος τοίχος απέναντι στα παράθυρα των δωματίων,είχε αποκτήσει ζωή! και μετέδιδε ζωή, δύναμη, κέφι και διάθεση για μάχη!
Ένα τεράστιο δαφνόφυλλο καταπράσινο και μετά με διπλά, σκιασμένα, χονδρά και χαρούμενα κατακόκκινα γράμματα:
ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ,
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Από κάτω είχε ένα περίεργο σύμπλεγμα με λουλούδια, σε πολλά χρώματα, εντυπωσιακό και μεγάλο που σου δημιουργούσε την αίσθηση, της έκρηξης, της αναγέννησης, των φωτεινών πυροτεχνημάτων… δεν μπορούσε να αποφασίσει τι του θύμιζε.
Ο Γιάννης ήταν εντυπωσιασμένος.Ο νεαρός είχε προσθέσει ένα «σε»!

«Όταν εμείς γράφαμε συνθήματα άραγε, τότε, είχαν τόση δύναμη; Είχαν τόση αξία για κάποιον, για κάποιους; Δίναμε κάποια ελπίδα, ή υπόσχεση για να είναι νικηφόρα η μάχη;»
Παλιές ιστορίες, αναπάντητες.

Η μέρα ξεκίνησε με δουλειά και συναντήσεις.
Το τηλέφωνό του είναι πάνω στο γραφείο και το κοιτάζει συνεχώς μήπως χτύπησε και δεν το άκουσε.
Γύρω στις έντεκα,το τηλέφωνο χτύπησε με άγνωστο αριθμό.
-Ναι.
Όλο το νοσοκομείο σήμερα, γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περνάει τη μέρα του στα παράθυρα και χαμογελάει…
-Ελπίζω κι εσύ…
-Έλα αν θέλεις να δεις τον τοίχο πώς φαίνεται απ’ το δωμάτιό μου!
-Δώσε το όνομά μου στην είσοδο: Γιάννης Καλογιάννης.

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. β΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.
Ο Γιάννης πηγαινοέρχεται κάθε μέρα στο γραφείο του.Μια βδομάδα έχει περάσει απ’ την παράξενη συνάντηση με την γυναίκα της παραλίας.Κάθε μέρα φέρνει στο νου του την αλλόκοτη συμπεριφορά της με το οργισμένο της περπάτημα και την οργισμένη αντίδραση της στο πλησίασμά του και αναρωτιέται πόσο χαμένη πρέπει να ένοιωθε, πόση πρέπει να ήταν η απόγνωσή της, για να μη βρει παρηγοριά στην αγκαλιά και τη φροντίδα των δικών της ανθρώπων αλλά να της φανεί πιο εύκολο, να δεχτεί τελικά μια ανθρώπινη αγκαλιά,από έναν άγνωστο.
Πόσο πιο εύκολο της φάνηκε,
Να πει σ’ έναν καινούργιο άνθρωπο,που δεν την ήξερε πριν,την καινούργια της ταυτότητα, αυτή του ανθρώπου που έχει καρκίνο,και να πιστεύει άραγε, ότι έτσι δεν χρειάζεται να χάσει στα μάτια του τίποτα από την παλιά της ακεραιότητα.
Άλλοτε κρεμάει τη σκέψη του πάνω της.
Πώς να ήταν πριν;Πώς να είναι,όταν είναι χαρούμενη,δυνατή,ευτυχισμένη;Γιατί είναι τόσο μοναχική;Είναι τόσο περήφανη ή τόσο πληγωμένη;Δεν έχει ανθρώπους που να την αγαπούν για να τη στηρίξουν;

Έχουν οι άνθρωποι διάθεση, χρόνο και ψυχικό σθένος να στηρίζουν κάποιον,ή θέλουν πάντα ανθρώπους χωρίς προβλήματα για να είναι διαθέσιμοι για αυτούς;

Και πόσο άνετα ένοιωθε μαζί της σαν να την ήξερε χρόνια,σαν να είχαν μοιραστεί πολλά μαζί.
Ήθελε να τη δει ξανά,ενάντια σε κάθε λογική.
Άλλοτε πάλι τη διώχνει απ’ τη σκέψη του,γιατί του φαίνεται παράλογο να ασχολείται με μια άγνωστη τόσο,που να του γίνεται εμμονή.

Ποιος όμως είναι αυτός που θα ορίσει το λογικό και το παράλογο στις ανθρώπινες σχέσεις και διαθέσεις;

Πάλι ξεφεύγει απ’ την πραγματικότητα πάλι κυνηγάει κάτι άπιαστο που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι.
Έτσι κάπως έφτασε στα 46 του.Όλοι οι φίλοι του,οι παλιοί συμφοιτητές του και οι συνάδελφοί του,έκαναν σχέσεις,και άλλες σχέσεις.Κάποια στιγμή έκαναν οικογένειες και παιδιά και άλλαξαν στυλ και ύφος ζωής και έθεσαν νέες προτεραιότητες και άνοιξαν νέο κύκλο ενδιαφερόντων,κι αυτός, όλο κάτι ψάχνει,κάποια ψάχνει(;) που δεν υπάρχει.Κάτι ψάχνει και δε βολεύεται με τίποτα.
Η ζωή του περνάει με επαγγελματική εξέλιξη με εναλλαγές,ταξιδιών και ρουτίνας με ερωτικές σχέσεις οι οποίες συνήθως αρχίζουν με πρωτοβουλία κάποιας κοπέλας και τελειώνουν με πρωτοβουλία δική του.
Άλλες κοπέλες εισβάλλουν στη ζωή του με τρόπο που δεν του αρέσει. Θέλοντας μετά από κάποιο μικρό διάστημα να τον πάνε να γνωρίσει την οικογένειά τους και άλλες θέλουν απλά να περνάνε καλά, με ταξίδια, διασκέδαση και έρωτα, πράγμα που μετά από λίγο,αρχίζει δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα,να τον ενοχλεί και να δίνει ένα τέλος.

Ο Νοέμβρης έχει προχωρήσει και πλησιάζουν τα γενέθλιά του.Στην άκρη του μυαλού του, αναβοσβήνουν συνεχώς οι φράσεις:
«Τι ζωή ζεις;»
«Αδιάφορη.»
«Γιατί δεν την αλλάζεις;» Και ξανά σαν να ακούει πολλαπλή ηχώ:
«Γιατί δεν την αλλάζεις;»
«Γιατί δεν την αλλάζεις;»
«Γιατί δεν την αλλάζεις;»
Μήπως αυτό του το είπε η λογική του κι όχι μια φοβισμένη αμαζόνα ένα συννεφιασμένο και βαρύ μεσημέρι του χειμώνα;
Ίσως η συνάντηση αυτή ήταν μια αφύπνιση που του έλεγε: «Κάνε κάτι για τη ζωή, γιατί είναι τόσο μικρή, για να είσαι τόσο δύσκολος…»

Περνάει ακόμα μια μέρα.
Σήμερα τ’ απόγευμα έκανε μια ανεξήγητα αργή βόλτα στην παραλιακή.Και βέβαια,δεν συνάντησε την οργισμένη δρομέα.
Πού να είναι άραγε,τι να κάνει, πώς τον παλεύει το φόβο της;
Γιατί Ο ΦΟΒΟΣ ήταν τώρα ο εχθρός της.

Όταν ήταν μικρός,μάζευε ζωάκια που έβρισκε φοβισμένα, ορφανά ή πληγωμένα και τα πήγαινε σπίτι του.Κυρίως αδέσποτα σκυλάκια και πεταμένα νεογέννητα γατάκια.Τα έκρυβε σε ένα μεγάλο χαρτόκουτο κάτω από την εξωτερική σκάλα του σπιτιού του και τα τάιζε και τα γιάτρευε μέχρι να γίνουν καλά, μετά τα άφηνε να φύγουν.Αυτά δεν έφευγαν,έμεναν στην αυλή και τότε είχε να αντιμετωπίσει τις φωνές και τις φοβέρες της μάνας του,μέχρι την επόμενη φορά που θα γινόταν το ίδιο. Στο τέλος η μάνα του πίστεψε πως θα γίνει γιατρός και σταμάτησε να φωνάζει.
Τότε ήταν αληθινά ευτυχισμένος,ένοιωθε όμορφα όταν έκανε κάποιο πλάσμα να μη φοβάται και να μην υποφέρει, ήταν απ’ τις καλύτερες στιγμές της ζωής του, τις θεϊκές!
Γιατρός δεν έγινε.
Σπούδασε οικονομικά.Ως οικονομολόγος,λοιπόν,σε μια επιστήμη που δεν τον έκανε να νοιώσει ούτε χρήσιμος,ούτε αναγκαίος,έχασε την ικανότητα να αισθάνεται και να συναισθάνεται,να συμπονά και να «γιατρεύει» τα φοβισμένα πλάσματα. Είχε πολλά χρόνια να νοιώσει αυτή την πληρότητα,αυτή την ευτυχία.
Έχασε την ευαισθησία του,έχασε και τις στιγμές αυτής της ευτυχίας του,αλλά δεν το πρόσεξε,δεν του έλλειψε καν.
Ήδη εκεί στην αρχή της εφηβείας, που η «κανονικότητα» «απαγόρευε» τις πολλές ευαισθησίες και έπρεπε να μην ξεχωρίζεις για να ενταχθείς στην ομάδα,προχώρησε κι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους και νόμισε πως πέρασε κι αυτό,μαζί με τα παιδικά του χρόνια.
Αργότερα η ίδια αυτή απρόσωπη, άχρωμη κι άοσμη δουλειά, ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωσή του σ’ έναν «κατεψυγμένο» συναισθηματικά άντρα,που ζούσε ήρεμα και ψύχραιμα,έχοντας μια θαυμάσια εξέλιξη στον οικονομικό κλάδο σε διάφορες εταιρείες. Τα τελευταία δέκα χρόνια είχε γίνει οικονομικός διευθυντής στην εταιρεία του,με πολλά ταξίδια και αρκετά χρήματα.Προϋπολογίζοντας εισαγωγές και αγορές, μετρώντας τα οφέλη και τις ζημιές, κατανέμοντας τα βάρη ισομερώς και δημιουργώντας επιτυχή οικονομικά πλάνα με αποτέλεσμα η εταιρεία να κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στα Βαλκάνια και την Νότια Ευρώπη, είχε γίνει απαραίτητος.
Στην εταιρεία ήταν πάντα κερδοφόρα η δράση του.
Στη ζωή είχε πάντα ελλείμματα, αλλά δεν το έψαχνε. Πίστευε ότι ήταν στα όρια του στατιστικού λάθους.
Και να’ σου τώρα,μια πληγωμένη,άγνωστη,ανεμοδαρμένη γυναίκα,τον έφερε τόσα χρόνια πίσω,ξύπνησε ένα κομμάτι του εαυτού του χρόνια ναρκωμένο και του θύμισε, πώς νοιώθεις, όταν ασχολείσαι με ανθρώπους κι όχι με αριθμούς!

Πέρασαν ακόμα δυο μέρες.
Φτάνοντας στο σπίτι του το μυαλό του είναι πάλι στην άγνωστη, όταν ακούει μια και μοναδική κλήση στο κινητό του.
Βλέπει έναν άγνωστο αριθμό,η ώρα είναι μια και μισή, ποιος άγνωστος μπορεί να τον καλεί αυτή την ώρα και γιατί;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3.
Ο Γιάννης λόγω της θέσης του στη δουλειά, αντιμετωπίζει τα προβλήματα άμεσα και αποφασιστικά.Τα πάντα λήγουν στην ώρα τους,με θετικό αποτέλεσμα για τον ίδιο και με το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και της πρωτοβουλίας των αποφάσεων.
Οι αναβολές και οι δισταγμοί δεν υπήρχαν στην συμπεριφορά του.
Κάλεσε αποφασιστικά τον αριθμό που έβλεπε στο κινητό του και περίμενε.Το τηλέφωνο χτύπησε μόλις, μισή φορά.
Μια άγνωστη φωνή το σήκωσε και του είπε χωρίς καμία εισαγωγή:
-Είμαι στο Νοσοκομείο,τη Δευτέρα θα χειρουργηθώ …
-Σε ποιο είσαι;
-…..στο ΑΙΓΛΗ….

Σαν να ήταν έτοιμος από πάντα,ρώτησε αυτόματα:
-Πώς σε λένε;
-Δάφνη Γαζή.
-Έρχομαι.
Έκλεισε το τηλέφωνο,φόρεσε πάλι τα παπούτσια του,πήρε το μπουφάν του και έφυγε κλειδώνοντας.Έφτασε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε.
Πόσα χρειάζεται άραγε να ξέρεις για κάποιον,όταν αυτός πεθαίνει,και σου ζητάει να του απλώσεις το χέρι σου;
Πρέπει να περιμένεις τον εγκέφαλο να κατανοήσει,να αναλύσει,να μετρήσει,να ζυγίσει και μετά να αποφασίσει ή να απορρίψει ή να ανταποκριθείς;
Κι όταν ο άλλος δε ζητάει δανεικά,δε ζητάει εξυπηρέτηση,δε ζητάει ηδονή,ούτε αναγνώριση,ούτε σχέση,ούτε αφοσίωση ή διασκέδαση, αλλά ένα χέρι,ένα σωσίβιο,που θα αρπαχτεί για λίγο, για να μην παγώσει από το φόβο του και να συνεχίσει να υπάρχει;
Και τότε πρέπει να σκεφτείς;
Πρέπει να αμυνθείς;
Πρέπει να προφυλαχτείς;
Πρέπει να αρνηθείς;
Τι είναι ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Ο Γιάννης πάντως δεν σκεφτόταν τίποτα αυτή τη στιγμή.Οδηγούσε με βιασύνη και συνέπεια, χωρίς να κάνει καμία απολύτως εγκεφαλική διεργασία.
Το κουκούλι που είχε υφάνει τόσα χρόνια ο επιτυχημένος επαγγελματικά κύριος Διευθυντής γύρω του και κλεισμένος και προστατευμένος ο Γιάννης εκεί, περνούσε αναίμακτα τη ζωή του,το είχε σπάσει με μια οργισμένη κλωτσιά μια απελπισμένη γυναίκα και τώρα μια ανεξέλεγκτη δύναμη τον τράβαγε προς αυτήν.

Το αυτοκίνητο έφτασε και μπήκε στο απέραντο παρκινγκ του Νοσοκομείου. Ο Γιάννης κατέβηκε και προχώρησε αποφασιστικά προς το ασανσέρ, χωρίς να κοιτάξει πουθενά και χωρίς να σταθεί στις πληροφορίες.
Η ώρα ήταν περασμένη και μόνο κάποιος που έχει την άνεση και την άδεια να μπαινοβγαίνει εκεί θα φερόταν έτσι, όλοι οι υπόλοιποι, θα έπρεπε να πειθαρχήσουν στους κανόνες του επισκεπτηρίου.
Ο φύλακας παρότι απασχολημένος με την τηλεόρασή του, σηκώθηκε και του έκανε νόημα να πλησιάσει ευγενικά.
Ο Γιάννης δεν είχε επιλέξει καμία αντίδραση, ούτε μπορούσε να αυτοσχεδιάζει, ή να παραφουσκώνει τους άλλους με πειστικά ψέματα για να πετύχει το σκοπό του. Δεν ήταν τέτοιος χαρακτήρας .
Πλησίασε λοιπόν, έβγαλε την ταυτότητά του, την άφησε στο γκισέ και κοιτώντας επίμονα τον άνθρωπο στα μάτια, του είπε με την πιο επίσημη και Διευθυντική του φωνή:
-Είναι πολύ σοβαρή η κατάσταση, είναι μεγάλη ανάγκη να ανέβω για λίγο!
Ο φύλακας πήρε κάπως αμήχανα την ταυτότητα,τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και τόλμησε να ρωτήσει ευγενικά:
-Πού πηγαίνετε;
-Δάφνη Γαζή, απάντησε αποφασιστικά ο Γιάννης.
Ο άνθρωπος κοίταξε στα βιβλία του και κάπως μαλάκωσαν τα χαρακτηριστικά του.
-Μεταφέρθηκε στο 303 στον 3ο, του είπε σιγά. Θα πρέπει όμως να φύγετε σύντομα.
-Μείνετε ήσυχος, ευχαριστώ πολύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.
Όταν έσπρωξε την κλειστή πόρτα, είδε μια κοπέλα ξαπλωμένη, να κοιμάται μόνη της στο δωμάτιο. Άλλο κρεβάτι δεν υπήρχε. Η κοπέλα στο ημίφως του Νοσοκομείου δεν έμοιαζε με την πεισματάρα οργισμένη -τρομαγμένη γυναίκα, που έτρεχε να ξεφύγει απ’ την αρρώστια που την βρήκε και την απειλούσε τόσο αναπάντεχα. Έδειχνε μια κοπελίτσα, μικρότερη από ό, τι την θυμόταν που κοιμόταν ανυπεράσπιστη, χωρίς καθόλου να λαμπιρίζει επάνω της το αστέρι του θανάτου.
Ο Γιάννης προχώρησε αθόρυβα και στάθηκε να την κοιτάζει, αμέσως η κοπέλα, σαν κάποιος να την ειδοποίησε, άνοιξε τα μάτια της και ανασηκώθηκε.
-Γεια.
-Γεια, γιατί είσαι εδώ σήμερα, αφού θα χειρουργηθείς τη Δευτέρα; Κάνεις εξετάσεις;
-Τις έκανα τις εξετάσεις… Ήθελα να προετοιμαστώ… να το πάρω απόφαση … πήρα άδεια απ’ τη δουλειά… δεν ήθελα να μιλήσω με κανέναν και να αρχίσουν να με λυπούνται, να με κοιτάνε με κείνο το βλέμμα ….
Μετά έβαλε τα κλάματα.
-Δηλαδή δεν είναι υποχρεωτικό να μείνεις μέσα; συνέχισε ο Γιάννης
-Όχι πρέπει να είμαι εδώ μεθαύριο το βράδυ.
-Νοιώθεις καλά;
-Τόσο καλά που σκέφτομαι μήπως κάνουν λάθος…
Έβαλε το χέρι της στο στήθος και :
-…αν δεν το έπιανα… δεν θα το πίστευα…

-Σήκω,ντύσου,πάμε να φύγουμε και έρχεσαι μεθαύριο!
-Μα.. . έκανα «το μισό δρόμο» πια…
-Αν είχες κάνει το μισό δρόμο,δεν θα έπαιρνες τηλέφωνο. Χρειάζεσαι δύναμη για να κάνεις αυτή την επέμβαση! Δεν φτάνει να κάνεις τις εξετάσεις και να πάρεις άδεια απ’ τη δουλειά!
Πρέπει να προετοιμαστείς.Πάμε!
Η Δάφνη σηκώθηκε πήρε τη βαλιτσούλα της απ’ το ντουλάπι,έβαλε πάνω απ’ τις πιζάμες ένα φουσκωτό μακρύ μπουφάν της και τον κοίταξε λίγο αβέβαια.
Ο Γιάννης περπάτησε αποφασιστικά προς την πόρτα. Κάλεσε το ασανσέρ,και έφτασαν στο ισόγειο. Προχώρησε προς τον γκισέ με τις πληροφορίες και είπε στο φύλακα:
-Θα γυρίσουμε την ημέρα που πρέπει, έχει συνεννοηθεί με το γιατρό να μείνει σπίτι ως τότε.
Ο αθώος φύλακας του έδωσε την ταυτότητά του,ανακουφισμένος που «η παρανομία» στη βάρδια του έπαιρνε τέλος.
Ο Γιάννης και η Δάφνη προχώρησαν και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Στη διαδρομή δεν μίλαγαν,μόνο όταν ο Γιάννης έστριψε και άφησε τον κεντρικό δρόμο, η Δάφνη βγήκε απ’τις σκέψεις της και τον κοίταξε.
-Πού πηγαίνουμε;
-Σπίτι μου,πάμε, είναι αργά και κάνει κρύο, πρέπει να είσαι μέσα,ζεστή και προφυλαγμένη
-Να πάω καλύτερα σπίτι μου;
-Σπίτι σου,θα αντιμετωπίσεις όλα αυτά που δεν θέλεις και εγώ έχω να ρυθμίσω απ’ τον υπολογιστή μου μερικά θέματα της δουλειάς.
-Τι δουλειά κάνεις;
-Οικονομικός Διευθυντής σε μεγάλη φαρμακευτική εταιρεία .
-Διευθυντής; Είσαι μεγαλοστέλεχος δηλαδή;
-Ναι.
-Λες αλήθεια;
-Ναι .
Το κοίταξε με έκπληξη και δεν μίλησε.
-Δεν φαίνομαι; Δεν είμαι τόσο καλοντυμένος ή δεν είμαι τόσο ατσαλάκωτος; Δεν σε πείθω;
-Δεν έχεις αυτό το ύφος… που θα έπρεπε…! Καλά, υπάρχουν μεγάλες εταιρείες στην Ελλάδα;
– Ε, κάποιες υπάρχουν.
-Ταξιδεύεις;
-Συνέχεια. Θέλεις να έλθεις;
Η Δάφνη τον κοίταξε με απορία.
-Πού;
-Στα ταξίδια!
-Πότε;
-Μετά που θα ξεφορτωθείς τον καρκίνο!
-Γιατί;
Γιατί θα είναι ωραία. Θα γνωριστούμε! Ξέρεις στα ταξίδια, ο καθένας αφήνεται ελεύθερος, είναι χαλαρός και ήρεμος. Έχεις ταξιδέψει;
-Λίγο,δεν έτυχε.
-Πόσων χρονών είσαι;
-Τριάντα πέντε.
-Και δεν έχεις ταξιδέψει; Τα επόμενα χρόνια πρέπει να πάρεις το αίμα σου πίσω!
-Εσύ πόσο είσαι;
– Σαράντα έξι,σχεδόν! Αλλά ταξίδεψα πολύ,κυρίως μόνος μου ως τώρα. Θέλεις να ταξιδέψουμε μαζί;
-Προσπαθείς να με κάνεις να πιστέψω πώς θα ζήσω ή θέλεις να με βάλεις να σκέφτομαι κάτι άλλο;
-Τίποτα από αυτά. Θα κάνεις την επέμβαση και θα πάμε στην Ολλανδία. Δεκαήμερο ταξίδι.
Θα έχεις έτσι κι αλλιώς την αναρρωτική άδεια, θα αναρρώσεις στα αλήθεια.
Η Δάφνη κοίταζε έξω και δεν μιλούσε.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε και ο Γιάννης ξεκίνησε να βγει.
-Εδώ είμαστε!
Η Δάφνη πριν βγει τον έπιασε απ’ τον ώμο και τον σταμάτησε.
-Ακόμα και με τον καρκίνο, είναι πολύ βιαστική αυτή η γνωριμία… δεν είμαι έτσι εγώ…
– Δάφνη δεν έχουμε τα χρονικά περιθώρια για να γνωριστούμε φυσιολογικά!
Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα παραπάνω, από ανθρώπινη αλληλεγγύη, μόνο απ’ τον καρκίνο πρέπει να φυλαχθείς αυτή την στιγμή.
Μετά βγήκε έξω, έκανε το γύρο του αυτοκινήτου,της άνοιξε,πήρε το βαλιτσάκι και την οδήγησε στην πολυκατοικία που έμενε.
Η Δάφνη ακολουθούσε σαν ένα μικρό ορφανό γατάκι,που απέναντί του είναι ένας μεγάλος εχθρικός σκύλος κι απ’ την άλλη ένας άγνωστος άνθρωπος. Ακούει τα απειλητικά γαβγίσματα του σκύλου, βλέπει τα κοφτερά και μυτερά του δόντια και τελικά επιλέγει να πάει προς τον άνθρωπο, ελπίζοντας ότι είναι λιγότερο θηρίο από το σκύλο.
Είναι;
Όταν ανέβηκαν στο διαμέρισμα και μπήκαν στο σπίτι, η Δάφνη δεν ένοιωθε άνετα κι αυτό φαινόταν. Κάθισε άκρη- άκρη στον καναπέ χωρίς να βγάλει το τεράστιο μπουφάν της και χωρίς να κοιτάξει καθόλου γύρω της. Νόμιζες που περιμένει κάποιον,να περάσει να την πάρει να φύγουν.
Ο Γιάννης είπε ήσυχα:
-Είναι αργά και είσαι σε προετοιμασία για εγχείριση, θέλεις να κοιμηθούμε και να τα πούμε αύριο, έχουμε καιρό ως τη Δευτέρα, να συζητήσουμε και να ηρεμίσεις, έ;
-Δεν μπορώ να κοιμηθώ, δεν μπορώ να φέρομαι σαν να μην έγινε τίποτα.
Έγινε! Έγινε κάτι που αλλάζει τα πάντα,αλλάζει τη ζωή μου ολόκληρη,ποτέ πια δεν θα γίνουν τα πράγματα όπως ήταν πριν, μπορεί και να πεθάνω!
Άρχισε να κλαίει γοερά. Καθόταν εκεί στην άκρη του καναπέ σφιγμένη στο μπουφάν της και έκλαιγε. Τα μάτια της ήταν ήδη πρησμένα που έδειχνε ότι τα καινούρια κλάματα, είχαν έρθει πάλι να προστεθούν σε προηγούμενα, όμως αυτή δεν έδειχνε να έχει κουραστεί να κλαίει που σημαίνει πως δεν το’χε πάρει απόφαση, δεν το είχε χωνέψει, αυτό που της έτυχε.

Ο Γιάννης πήγε κι έκατσε δίπλα της την έπιασε από τους ώμους, άρχισε ασυναίσθητα να την κουνάει πέρα δώθε όπως κουνάς ένα δύσκολο μωρό για να κοιμηθεί. Η Δάφνη συνέχισε να κλαίει αλλά σιγά-σιγά ηρέμησε..
Μετά βάλθηκε πάλι να του εξηγεί,ότι δεν μπορεί να σου συμβαίνει κάτι τέτοιο στα καλά καθούμενα, χωρίς να καπνίζεις, χωρίς να έχει πάθει καρκίνο κανένας στην οικογένειά σου, χωρίς να φταις σε τίποτα, χωρίς να το προκαλέσεις… και να πρέπει να το δεχτείς σαν να είναι φυσιολογικό, να το δεχτείς χωρίς να έχεις τι δικαίωμα να διαφωνήσεις…
Σ’ αυτό το σημείο, ξανάρχισε να κλαίει πάλι και να φωνάζει. «Είναι άδικο, είναι άδικο, δεν θέλω να μου συμβαίνει, δεν θέλω να το δεχτώ δεν θέλω να έχω καρκίνο, ακόμα κι αν χειρουργηθώ και όλα πάνε καλά! Δεν θέλω να μου συμβαίνει!»
Ο Γιάννης την άφηνε να ξεσπάει χωρίς να της μιλάει.
Κανείς δεν ξέρει ποια εμπειρία ή ποιο ένστικτο,τον οδηγούσε να μη χρησιμοποιεί την ακαταμάχητη ανδρική λογική,με τα επιχειρήματα, τα ποσοστά και τους αλγόριθμους που μόνο σε βαθύτερη απελπισία μπορούσαν να σπρώξουν τη Δάφνη αυτή τη στιγμή. Την άφηνε να περνάει τα στάδια: του θυμού, της διαπραγμάτευσης, της κατάθλιψης και της αποδοχής της δύσκολης ασθένειας, με ταχύτητα, – γιατί ο χρόνος που είχε ήταν περιορισμένος- και με διάφορες μικρές παραλλαγές ή τροποποιήσεις, γιατί προφανώς, κανένας ασθενής δεν ακολουθούσε με μαθηματική ακρίβεια το σχεδιασμό των ψυχιάτρων.

Κάποια στιγμή σταμάτησε να κλαίει και κάθισε αμίλητη κι ακίνητη δίπλα του. Δεν μιλούσαν, μόνο ανέπνεαν και ο καθένας ταξίδευε στο δικό του πέλαγος .

Ο Γιάννης αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή και είπε ήρεμα:
-Πάμε για ύπνο. Σου έδωσαν να πάρεις κάποιο φάρμακο για τον ύπνο;
-Ναι αλλά δεν το θέλω, θα κοιμηθώ μόνη μου.
Προχώρησε στην τουαλέτα όπως ήταν,με το μπουφάν της,(θαρρείς και ήταν το σωσίβιο στη φουρτούνα της) και όταν βγήκε περιεργάστηκε το υπνοδωμάτιο.
-Πού έχεις ρούχα; θα κοιμηθώ στον καναπέ, δήλωσε και προχώρησε στο σαλόνι.
Ο Γιάννης χωρίς σχόλια, της έφερε σεντόνια μαξιλάρι κι ένα πάπλωμα.
Η κοπέλα έστρωσε πρόχειρα στον καναπέ.
-Καληνύχτα, είπε και ξάπλωσε.
-Αν χρειαστείς κάτι θα με ξυπνήσεις έτσι;
-Εντάξει. Και αμέσως ανασηκώθηκε ανήσυχη: -Μπορείς να κοιμηθείς με άλλον στο σπίτι;
-Θα δούμε, απάντησε ήσυχα ο Γιάννης. Αν δεν τα καταφέρω, θα σε ξυπνήσω να φύγεις!
Την κοίταξε κοροϊδευτικά, έσβησε το φως και πήγε στο μπάνιο.
Καθυστέρησε σκόπιμα και όταν βγήκε, η Δάφνη κοιμόταν. Το μπουφάν της ήταν αφημένο δίπλα της στην καρέκλα.
Έβλεπε ή μάλλον άκουγε έναν άνθρωπο να κοιμάται στο σπίτι του και αυτό για πρώτη φορά του δημιουργούσε μια ηρεμία, μια εσωτερική γαλήνη, ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα που δεν ήξερε πώς να το ονομάσει, ούτε πού να το εντάξει και το οποίο δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει σύμφωνα με τις υπάρχουσες συνθήκες.
Ξάπλωσε και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, όμως η ώρα ήταν πολύ περασμένη και η κούραση νίκησε γρήγορα τις σκέψεις.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο αέρας παράσερνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του, ξερά φύλλα και κλαδάκια, χαρτιά που βρέθηκαν στο δρόμο και διάφορα άλλα σκουπιδάκια. Στο κάθε φύσημά του τα στροβίλιζε μια δυο φορές και μετά τα εναπόθετε κόντρα σε κάποιο εμπόδιο. Συνήθως σε κάποιο τοιχάκι ή στα πλαϊνά του στέγαστρου της στάσης ή απλώς στο σκαλοπάτι του πεζοδρομίου μέχρι το επόμενο δυνατό φύσημα, που θα τα έπαιρνε και θα τα πήγαινε πιο πέρα.
Η Δάφνη περπατούσε με βιασύνη χωρίς να υπολογίζει και χωρίς να προσέχει τίποτα από όλα αυτά.
Βάδιζε και βάδιζε και βάδιζε. Βιαστικά και οργισμένα. Ο αέρας έφερνε τα μαλλιά της μπροστά στα μάτια της,ανέμιζε το κασκόλ της και έσπρωχνε όλο της το σώμα, λες και συμφωνούσε κι αυτός με τη βιασύνη της.
Ήλιος πουθενά. Σύννεφα και κρύο. Πού και πού έριχνε καμιά χοντρή ψιχάλα, άστραφτε και βροντούσε κάπου μακριά αλλά τελικά δεν το αποφάσιζε να ξεσπάσει. Μέσα Νοέμβρη, αλλά χειμώνας, έστω ανεπίσημος.
Η θάλασσα γκρίζα και φουρτουνιασμένη, έσκαζε κάθε τόσο, άφριζε και ξανάφευγε για να σκάσει πάλι με την ίδια ορμή και την ίδια κακιά διάθεση.
Η Δάφνη συνέχισε να βαδίζει. Δίπλα στη θάλασσα. Χωρίς να κοιτάζει πουθενά. Είχε φθάσει σχεδόν στο Καλαμάκι. Εκεί λίγο έχασε την επαφή με τη θάλασσα και περπατούσε σύριζα στο δρόμο, μέχρι να τελειώσουν τα παρκινγκ και οι διάφορες άλλες διευθετήσεις της λεωφόρου.
Το αυτοκίνητο πήγαινε σταθερά στη δεξιά λωρίδα του δρόμου από το ύψος του Τροκαντερό. Κυλούσε σιγά- σιγά και άφηνε να το προσπερνούν. Στα φανάρια αργοπορούσε κι έμενε πίσω. Μια- δυο φορές, σταμάτησε και λίγο στο πεζοδρόμιο, έτσι σιγά και σταθερά ακολουθούσε τη Δάφνη να περπατάει γοργά και θυμωμένα.
Η ώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι,αλλά η ατμόσφαιρα έμοιαζε σαν ένα χειμωνιάτικο βαρύ δειλινό στην έρημη παραλία,έτσι,η βιαστική δρομέας με τον σταθερό και έντονο ρυθμό, τράβηξε απ την αρχή την προσοχή του βαριεστημένου οδηγού.
Είχε προφανώς ένα σκοπό στη ζωή της και πήγαινε με βιασύνη και νεύρο σε αυτόν. Χωρίς να σπαταλάει το παραμικρό δευτερόλεπτο, χωρίς να ρίχνει το βλέμμα της πουθενά, χωρίς να χάνει καθόλου το στόχο της. Αυτό,τον είχε εντυπωσιάσει και τον είχε ωθήσει να την ακολουθεί.
Τι άνθρωποι υπάρχουν αλήθεια, που είναι τόσο προσηλωμένοι ,τόσο ευσεβείς, τόσο συνεπείς και ακριβείς στο στόχο τους! Στον προορισμό τους!
Και τι προορισμός, τι στόχος θα είναι αυτός, για να ασκεί αυτή την έλξη πάνω τους!
Ολόκληρη η γη γυρίζει, τα πάνω κάτω έρχονται κι όμως αυτοί εκεί, αδιατάρακτοι, έχουν μια εσωτερική πυξίδα, που δείχνει σταθερά το στόχο, χωρίς καμία ταλάντευση!

Ενώ αυτός,έτσι,σκότωνε την ώρα του.Σήμερα είχε παντού απεργία. Απεργούσε λοιπόν; Μπα, απλώς δεν πήγε στη δουλειά. Τι απεργία να κάνει αυτός, αυτός είχε ταυτιστεί με την εργοδοσία.Όταν έλεγε:«Εμείς, η εταιρεία» στην αρχή του φαινόταν γελοίο,στην αρχή όμως, γιατί τώρα τα τελευταία χρόνια,το έλεγε και το ένοιωθε.
Μια μέρα απεργία λοιπόν,έτσι εν ονόματι του ενδόξου φοιτητικού παρελθόντος.Κόντρα σε οποιαδήποτε λογική.Σαν μνημόσυνο, στις μέρες που περπατούσε με υψωμένη τη γροθιά, ακούγοντας την καρδιά του να χτυπάει βροντερά, μαζί με τα συνθήματα που φώναζε με αγωνιστικότητα, ορμή, ελπίδα και περηφάνια.
Σήμερα δε δούλευε,χωρίς να περιμένει ή να πιστεύει ή να επιδιώκει να αλλάξει κάτι. Ούτε πίστευε σε τίποτα,ούτε περίμενε τίποτα.Ούτε είπε σε κανέναν ότι «ακολουθεί»την απεργία,(όχι ότι συμμετέχει αλλά ότι ακολουθεί).Πήρε απλώς ένα τηλέφωνο στο γραφείο και είπε ότι έχει τρομερή κίνηση και δεν θα κατέβει για να μη χάσει τις ώρες του, θα δουλέψει απ’ το σπίτι.Και βέβαια,τον πίστεψαν! Αυτό έλειπε να τον αμφισβητήσουν! Αφού αυτός ήταν «Η Εταιρεία!».
Στο κέντρο είχε μεγάλη λαϊκή και φοιτητική συγκέντρωση.Ούτε στη συγκέντρωση πήγε.Δεν ένοιωθε τίποτα και δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να συμμετέχει.
Ούτε για καφέ είχε βγει στην παραλία.Καφέ ήπιε σπίτι του.Ούτε καν κοιμήθηκε περισσότερο το πρωί.Το ρολόι χτύπησε την ίδια ώρα κι εκείνος ξύπνησε και σηκώθηκε αμέσως,σαν να επρόκειτο να πάει στη δουλειά.
Όταν πέρασε η ώρα και δεν είχε τίποτα να κάνει και κανέναν να δει, πήρε το αυτοκίνητο και κύλησε αφηρημένα και χωρίς σκοπό στην παραλιακή.Τότε τράβηξε την προσοχή του η Δάφνη,που περπατούσε σε αυτή την ιδιόρρυθμη μοναχική παρέλαση,χωρίς σταματημό.
Έξι,επτά ίσως και οκτώ στάσεις έχει σχεδόν περπατήσει η ανεμοδαρμένη γυναίκα.
Ο Γιάννης άρχισε να αναρωτιέται,τι πάει στραβά σ’ αυτήν την βιαστική μαραθώνια πορεία.
Πλεύρισε το πεζοδρόμιο,κόρναρε ελαφρά και φρέναρε μαλακά.Χαμήλωσε το δεξιό τζάμι και της φώναξε:
-Θέλετε να σας πάω κάπου;
Η ανεμοδαρμένη γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και χωρίς να κόψει ταχύτητα,φώναξε,
– Άιντε στο διάολο! Παράτα με!
Ο Γιάννης έμεινε άναυδος και το αυτοκίνητο έσβησε από το σάστισμά του.Ξανάβαλε εμπρός και κύλησε λίγα μέτρα δίπλα της.
-Να βοηθήσω ήθελα… συνέχισε.
Η γυναίκα σταμάτησε,πλησίασε το αυτοκίνητο, έβαλε το κεφάλι της μέσα, τον κοίταξε κατάματα που του είπε φωνάζοντας:
-Δεν θες να βοηθήσεις,να ψαρέψεις μια γκόμενα απ’ το δρόμο θέλεις,αλλά δεν είμαι η περίπτωσή σου!
και δυναμώνοντας τη φωνή της ούρλιαξε:
-ΕΧΩ ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΩ!
Μετά γύρισε στο πεζοδρόμιο και απομακρύνθηκε περπατώντας οργισμένα.
Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος για ένα λεπτό.
_Με πέρασε για κάποιον που ψάχνει για γυναίκα στο δρόμο και πάει να με τρομάξει_ σκέφτηκε. Όμως και μια ώρα, μοναχικό και βίαιο περπάτημα στο δρόμο,τι μπορεί να σημαίνει;
Την ξαναπλεύρισε και σκύβοντας πάλι της φώναξε:
-Ελάτε να σας πάω πιο κάτω…
Η γυναίκα σταμάτησε να περπατάει,γύρισε,πλησίασε το αυτοκίνητο και άρχισε να το κλωτσάει με μανία.
Ο Γιάννης νευρίασε.Σταμάτησε,τράβηξε το χειρόφρενο,άνοιξε την πόρτα και ετοιμάστηκε να την αντιμετωπίσει από κοντά.Η γυναίκα δεν κουνήθηκε,έμεινε εκεί περιμένοντας κανείς δεν ξέρει τι.Όταν ο Γιάννης έφτασε δίπλα της,τότε είδε το πρόσωπό της.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα,μαύρες γραμμές από τα βαμμένα μάτια της κυλούσαν στα μάγουλά της και το βλέμμα της χανόταν στο κενό, χωρίς να νοιάζεται για το τι θα επακολουθούσε.
Τότε της είπε αναπάντεχα:
-Πάμε να φάμε;
-Έχω καρκίνο,θα πεθάνω,το χωράει ο νους σου;
Άρχισε να κλαίει δυνατά,το σώμα της τρανταζόταν ολόκληρο κι ο Γιάννης χωρίς να το σκεφτεί καν,άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε.Αυτό αντί να την ηρεμίσει, την τάραξε περισσότερο και άρχισε ένα αναφιλητό με λυγμούς που δεν σταματούσε.

Εκείνος την κρατούσε σταθερά και υπομονετικά.Δεν είχε κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά του κάποιον που έκλαιγε και πολύ περισσότερο δεν είχε παρηγορήσει ποτέ κανέναν για τίποτα και αυτές οι ηλίθιες διαπιστώσεις, περνούσαν εκείνη τη στιγμή από το μυαλό του,αλλά προς μεγάλη του έκπληξη δεν ένοιωθε άσχημα,ούτε άχαρα,ούτε ήθελε να φύγει γρήγορα και να ξεμπλέξει.
Η κοπέλα κουράστηκε,κόπασαν λίγο τα αναφιλητά της,τότε της είπε σιγανά:
-Πάμε κάπου να καθίσουμε, να μιλήσουμε…
-Έχω καρκίνο,το καταλαβαίνεις; Επανέλαβε πάλι πιο ήσυχα.
Δεν μιλούσε στο Γιάννη κι ας έδειχνε ότι σ’ αυτόν απευθύνεται,το επαναλάμβανε υστερικά στον εαυτό της για να το ακούει και να το χωνεύει.
Ο Γιάννης την απομάκρυνε από πάνω του χωρίς να την αφήσει και κοιτώντας την κατάματα, άλλαξε ύφος και της είπε με παράταιρα ανάλαφρη αυστηρότητα :
-Ποιος είπε ότι όποιος έχει καρκίνο δεν τρώει;
Η κοπέλα σταμάτησε να κλαίει, τον κοίταξε μέσα απ ’τα δάκρυά της αλλά δε θύμωσε. Δεν είχε άλλη δύναμη μάλλον για να θυμώσει.
-Πόσο καιρό το ξέρεις; Τόλμησε ο Γιάννης.
-Σήμερα το πρωί πήρα τ’ αποτελέσματα.
-Κι από κείνη την ώρα τι κάνεις;
-Περπατάω…
-Πάμε να φάμε,κουράστηκες πια να τρέχεις …πάμε κάπου να κάτσουμε να ξεκουραστείς.
Εκείνη καθόταν στα χέρια του σαν ένα σπασμένο κλαρί και κάποια στιγμή νόμισε ότι θα γυρίσει και θα φύγει, αλλά έμεινε ήσυχος κι ανέκφραστος και την περίμενε να αποφασίσει να μπει με τη θέλησή της στο αυτοκίνητο. Όταν αυτή προχώρησε και μπήκε,έκανε κι αυτός το γύρο του αυτοκινήτου,μπήκε κι έβαλε εμπρός.
-Πάμε στο «Ζήθο» στη Βάρκιζα να φάμε σουβλάκια; Θέλεις;
-Σουβλάκια! Στη Βάρκιζα! Σαν κανονικοί άνθρωποι,σαν να μη συμβαίνει τίποτα ε; Κάγχασε.
Ο Γιάννης ξεκίνησε χωρίς να της απαντήσει.
Σ’ όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Η Δάφνη ήταν κατάκοπη,δεν είχε δύναμη ούτε να μιλήσει κι ο Γιάννης την άφησε να ανασυγκροτηθεί και να συνέλθει.
Όταν πάρκαρε έξω απ’ το «Ζήθο»,της έδωσε το κουτί με τα χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι και της είπε:
-Καθάρισε το πρόσωπό σου και έλα,σε περιμένω έξω.
Μετά βγήκε και βάλθηκε να εξετάζει το αυτοκίνητο στο σημείο που το κλώτσαγε η Δάφνη.
Όταν εκείνη βγήκε και ήρθε προς το μέρος του,στάθηκε δίπλα του χωρίς να μιλάει και περίμενε.
-Όταν θα γίνεις καλά, θα μου το φτιάξεις,ως τότε δεν το φτιάχνω το βούλιαγμα. Της είπε με σοβαρό ύφος κι εκείνη:
-Μάλλον άφτιαχτο θα μείνει… για πάντα
Ο Γιάννης την κοίταξε και το ύφος του ήταν πάλι παράταιρα ανάλαφρο σε σχέση με τη σοβαρότητα της κατάστασης.
-Θα περιμένω όσο χρειαστεί… να ξέρεις μου το χρωστάς.
Μετά την έπιασε απ’ το χέρι προχώρησε και μπήκε στο μαγαζί, βρήκε ένα τραπέζι και την περίμενε να καθίσει.
Αφού παρήγγειλε και για τους δύο, βάλθηκε να την κοιτάζει.

Πόσο μπορεί να τσακίσει τον άνθρωπο ο φόβος;
Μια ωραία γυναίκα που δεν μπορούσε να σκεφτεί, να επικοινωνήσει, να μιλήσει, να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, από το φόβο της.

-Λοιπόν;
-Δεν έχει λοιπόν για μένα… Εσύ ποιος είσαι;
-Ένας άνθρωπος.
-Τι σόι άνθρωπος;
-Λίγο λοξός.Λίγο δύσκολος.Λίγο μοναχικός.Σαν το λύκο.
-Εσύ; Τι άνθρωπος είσαι;
-Εγώ, Εγώ Έχω καρκίνο, τα υπόλοιπα δεν έχουν καμιά σημασία πια!
Εκείνη την ώρα ήρθε η παραγγελία.
Ο Γιάννης της έβαλε λίγο φαγητό στο πιάτο της και πριν αρχίσει να τρώει,- λες και ήθελε να το κλείσει το θέμα, για να προχωρήσουν στα άλλα τα σοβαρά,- της είπε:
Ο καρκίνος! Τι νομίζεις ότι είναι; Ένα κύτταρο που τρελάθηκε και πολλαπλασιάζεται άναρχα και τρελά στον οργανισμό σου,με σκοπό να σε τρελάνει κι εσένα, θα το αφήσεις να σε πεθάνει; Θα παραδοθείς σαν να ’σουν καμιά αδύναμη γιαγιά ή δεν έχεις τίποτα να χάσεις σ’ αυτόν τον κόσμο και θα περιμένεις να σε καταπιεί;
Η Δάφνη έμεινε αποσβολωμένη να τον κοιτάζει και άρχισε αφηρημένα να τσιμπάει κάτι απ’ το πιάτο της.
Στην συνέχεια έκανε πέρα το πιάτο της και του είπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Τις πιστεύεις αυτές τις μαλακίες που λες; Νομίζεις ότι έχεις δύναμη να παλέψεις; Νομίζεις ότι μπορείς;
Η απάντηση ήρθε κοφτή και απότομη, χωρίς ίχνος λύπησης.
-Να μπορέσεις.Είναι μονόδρομος.Δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις.
-Εσύ, αν σου τύχει θα παλέψεις; Ωραία τα λες! Του πέταξε με κακία.
Μετά από δύο ώρες ήταν ακόμα μαζί στη Βάρκιζα.
Περπατούσαν στην παραλία,ο καθένας σφιγμένος στο επανωφόρι του και στον εαυτό του. Μιλούσαν λίγο που και που,χωρίς χρονική συνέχεια και χωρίς ειρμό.Δυο άγνωστοι, μοναχικοί άνθρωποι,που δεν ήξεραν και δεν έψαχναν τι τους ένωνε αυτή τη στιγμή.
Χωρίς να προσπαθούν να γνωριστούν,έτσι,αδιάφορα,η Δάφνη ρώτησε:
-Με ποιόν ζεις;
-Μόνος μου.
-Ζεις καλά;
-Αδιάφορα.
-Γιατί δεν αλλάζεις ζωή;
-Δεν ξέρω πώς αλλάζει κανείς τη ζωή του…
Τι δουλειά κάνεις;
-Μια δουλειά που δεν τη αγαπώ και δεν μ’αγαπάει.
-Εσύ με ποιόν ζεις;
-Μόνη μου.
-Εσύ τι ζωή ζεις;
Ο Γιάννης δεν πήρε καμία απάντηση και συνέχισε.
-Έχεις φίλους;
-Κανέναν άνθρωπο που να θέλω να μοιραστώ κάτι τέτοιο…
Κανείς δεν με ξέρει όπως είμαι…
-Πώς είσαι δηλαδή;
-Δύσκολη. Άγρια,ανυπόμονη και εγωίστρια.Δεν θέλω να ’χω την ανάγκη κανενός.
-Οι άλλοι πώς σε ξέρουν;
-Καλή,συνεργάσιμη,υπομονετική γεμάτη κατανόηση!
Περπάτησαν κι άλλο,σιωπηλοί κι απόμακροι.
-Είσαι λοιπόν μια στριμμένη κακιά …
-Ναι.
Κι άλλη σιωπή κι άλλη απόσταση. Μετά ο Γιάννης περισσότερο σαν να μονολογεί παρά να κουβεντιάζει,άρχισε να λέει:
-Κι εγώ,είμαι παράξενος δεν ανέχομαι εύκολα τους άλλους,δεν κάνω χάρες,ούτε θέλω χάρες… στη δουλειά… είμαι σκληρός,δουλεύω για να δουλεύω… τέλος πάντων.
Σταμάτησε να μονολογεί και στράφηκε στη Δάφνη:
-Λοιπόν εγώ σε ξέρω όπως είσαι τώρα,κακιά στριμμένη και με τον καρκίνο,δεν χρειάζεται να κάνεις καμιά προσπάθεια!
Περπατώντας έφτασαν έξω από ένα μέτριο σε μέγεθος συνοικιακό λούνα-Παρκ. Ο Γιάννης την έπιασε απ’ το χέρι,προχώρησε και μπήκαν μέσα. Μια και μοναδική παρέα νεαρών, έσπαγε με τα γέλια της και τις φωνές της την χειμωνιάτικη ερημιά. Ήταν πέντε-έξι ζευγάρια που στριφογύριζαν και ανεβοκατέβαιναν σε διάφορα παιχνίδια αγκαλιασμένοι και στρίγγλιζαν κάθε φορά που ο φόβος ή η αγωνία τους έκοβε την ανάσα.
-Πάντα είχα μανία να μπω σε όλα αυτά και ποτέ δεν τα κατάφερα, εσύ έχεις μπει; Την κοίταξε και περίμενε την απάντηση.
-Όχι δεν έχω μπει.
-Θα μπούμε;
-Ναι.
Ο Γιάννης έβγαλε διάφορα εισιτήρια,για τρενάκια που ανεβοκατέβαιναν απότομα, συγκρουόμενα αυτοκινητάκια και μύλους που ανέβαιναν και στριφογύριζαν στον αέρα με θέσεις στο φουστάνι μιας μπαλαρίνας όπου καθόσουν διπλοκλειδωμένος όση ώρα διαρκούσε ο τρελός χορός της και καταχτυπούσε το φουστάνι της σε σημείο που νόμιζες ότι θα εκτοξευτείς και θα γίνεις κομματάκια στο έδαφος.
Μπήκαν σε όλα. Ο Γιάννης την κράταγε σφιχτά και στρίγγλιζαν και οι δυο κάθε φορά που ένοιωθαν να είναι «στην κόψη του ξυραφιού».
Όταν τελείωσαν τα εισιτήρια για τα παιχνίδια του Λούνα Παρκ και κατέβηκαν στη γη, ο Γιάννης τη ρώτησε αν νοιώθει λίγο καλύτερα.
-Νοιώθω κάπως,σαν να «άδειασε» λίγο η αγωνία μου,είπε σιγά η Δάφνη.
-Πάμε κάπου να νοιώσεις πόσο γλυκιά είναι η ζωή! είπε ο Γιάννης κι εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη.
Πέρασαν απέναντι τη λεωφόρο και την οδήγησε σε μια ζεστή καφετέρια.
Κάθισε μαζί της στριμωχτά σε ένα διθέσιο καναπέ και παρήγγειλε καφέ και λουκουμάδες.
Η Δάφνη καθόταν αμέτοχη,σαν να έβλεπε μια ταινία,όπου παρακολουθούσε χωρίς ενθουσιασμό,τη ζωή κάποιων άλλων.
Η σπίθα που άστραψε για λίγο στο βλέμμα της στο λούνα Παρκ έσβησε πάλι.
Ο Γιάννης χωρίς να της μιλάει άρχισε να της ταΐζει μικρά κομματάκια από τους λουκουμάδες βουτηγμένα στο μέλι.
Στην αρχή έκλεινε πεισματικά το στόμα της,μετά όταν εκείνος επέμενε,άρχισε να τρώει.
Κάθισαν περίπου μια ώρα εκεί χωρίς να συζητήσουν τίποτα για τον καρκίνο. Ο Γιάννης συνέχεια οδηγούσε τη συζήτηση στα παιδικά τους χρόνια.
Τη ρωτούσε συνέχεια διάφορες λεπτομέρειες και της έλεγε κι αυτός διάφορα περιστατικά από την παιδική του ηλικία.
Όταν τους έβλεπες από μακριά,έμοιαζαν σαν ένα οποιοδήποτε ζευγάρι που πέρναγε ένα ξέγνοιαστο χαλαρό απόγευμα.
Ποτέ δεν θα μπορούσες να πιστέψεις,ότι ήταν δυο άγνωστοι,που ο ένας είχε παραιτηθεί και είχε αρχίσει κιόλας «να φεύγει» για πάντα κι ο άλλος τον τράβαγε επίμονα και πεισματικά πίσω στη ζωή.
Η Δάφνη σηκώθηκε απότομα.
-Θέλω να φύγω.
Ο Γιάννης σηκώθηκε κι έκανε νόημα στο γκαρσόνι να πληρώσει.
– Θα φύγουμε μαζί, είπε.
Βγήκαν και περπάτησαν μέχρι το αυτοκίνητο.
Η Δάφνη είναι «πολύ μακριά». Κλείστηκε πάλι στον εαυτό της.Πριν ξεκινήσουν για την επιστροφή,ο Γιάννης άρχισε να της μιλάει ήσυχα και ήρεμα.Την κοιτάζει στα μάτια και την αναγκάζει να τον κοιτάζει κι αυτή.
-Νομίζω πως δεν έχεις πολλές επιλογές.
Θα κάνεις ό,τι σου πούνε οι γιατροί σου και θα τα δεις ψύχραιμα τα πράγματα. Τόσοι και τόσοι άνθρωποι έχουν καρκίνο… εξ’άλλου παίζει ρόλο και τι καρκίνος είναι… Πού τον έχεις;
-Στο στήθος.
-Η μητέρα σου ζει;
-Ναι, είναι μεγάλη και ζει στο χωριό.
-Με ποιον θα πας στο νοσοκομείο;
-Μόνη μου.
-Σε ποιο νοσοκομείο θα πας;
-Σ’ αυτό που πάνε οι καρκινοπαθείς!
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν αργά-αργά για την Αθήνα.
Σ’ όλο το δρόμο δεν μιλούσαν.Όταν έφθασαν κοντά στο σημείο που συναντηθήκαν,ο Γιάννης έκανε ακόμα μια ερώτηση:
-Πού δουλεύεις;
-Σ’ ένα υπουργείο…
-Σε ποιο;
-Όλα ίδια είναι…
-Και πού μένεις;
-Εδώ!
-Δώσε μου το τηλέφωνό σου.
-Όχι, δεν θέλω.
-Κάνε μου μια αναπάντητη, 69 τα κινητά,36 το κέντρο της Αθήνας,1821 η ελληνική επανάσταση και 31 για γούρι την πρωτοχρονιά!
Η Δάφνη δεν έκανε καμιά κίνηση και δεν μίλησε καθόλου.
Ξαφνικά, ανέβασε τη μπλούζα της μαζί με το σουτιέν, ψηλά, μέχρι το λαιμό, γύρισε προς το μέρος του και είπε:
-Έτσι είμαι,έτσι να με θυμάσαι!
Μετά κατέβασε τα ρούχα της και στο πρώτο φανάρι άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω, πριν προλάβει ο Γιάννης να πει λέξη.Η κίνηση,το σούρουπο,οι ψιχάλες είχαν κάνει το δρόμο αδιάβατο.Την παρακολούθησε με το βλέμμα καθώς πέρναγε σβέλτα ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα και χάθηκε μες’ τα στενά του Φαλήρου,χωρίς να γυρίσει καν να τον κοιτάξει και αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα.
Μια ανεμοδαρμένη γυναίκα που εμφανίστηκε απ’ το πουθενά,πονεμένη και φοβισμένη έμεινε μαζί του τρεις – τέσσερις ώρες και εξαφανίστηκε, χωρίς να μάθει ούτε τ’ όνομά της.

ΣYNEXIZETAI

Μαγειρεύοντας γεμιστά με ρύζι, χωρίς κιμά…

Αποφάσισα να φτιάξω τα πρώτα γεμιστά του καλοκαιριού. Συγκεντρώνω τα υλικά στον πάγκο: 5-6 ντομάτες, κόκκινες ώριμες και φιλικές προς το χρήστη, 5-6 πιπεριές, μικρές πράσινες και όσο το δυνατόν να θυμίζουν καθημερινές, φυσιολογικές, αληθινές, εργαζόμενες ή άνεργες αλλά κυρίως σκεπτόμενες γυναίκες , όχι σιλικονούχες σταρ και τοπ μοντελ, 6-8 μελιτζάνες, όσο γίνεται μικρές και συμμαζεμένες, φλάσκες ή τσακώνικες, αλλά οπωσδήποτε σκούρου μωβ χρώματος, 15-20 κληματόφυλλα, μικρά σε μέγεθος και φρεσκοκομμένα και άλλους τόσους κολοκυθανθούς. Σε μεγάλη περιπέτεια πάω να μπλέξω, το ξέρω, γιατί κάθε καλοκαίρι αυτό το σπορ το κάνω μια φορά περίπου κάθε 8-10 μέρες και έχω επίγνωση του πεδίου των επιχειρήσεων. Ένας διάβολος της ευκολίας μου ψιθυρίζει με επιμονή : «Οι τσιπούρες θα ψηθούν σε μισή ωρίτσα και θα φαγωθούν αβασάνιστα με ωμή και βραστή σαλάτα λαχανικών» ή ακόμα χειρότερα: «Μια καρμπονάρα χιλίων θερμίδων ανά μερίδα, εύκολη, νόστιμη και πάραυτα καταναλωμένη χωρίς γκρίνιες, θα σου αφήσει ελεύθερες ώρες, να σερφάρεις στο internet ή να πας βόλτα στην παραλία» Εγώ συνεχίζω απτόητη, αγνοώντας τον. Έχουμε αντιμετωπίσει πιο δελεαστικές ζυμώσεις στη ζωή μας και μάθαμε να επιμένουμε στο σκοπό! Συγκεντρώνω για τη γέμιση: Το εσωτερικό από τις ντομάτες Δύο έως τρία ξερά κρεμμύδια Ένα ματσάκι (4-5 κλωνιά) μαϊντανό Ένα ματσάκι » » μάραθο (στην εμφάνιση μοιάζει με τον άνηθο,αλλά όταν τον τσακίσεις λίγο, μυρίζει κάπως σαν ούζο!) Ένα ματσάκι » » δυόσμο Δύο μέτρια καρότα Αλάτι ,πιπέρι, λάδι Δύο ή τρία φλιτζάνια του τσαγιού (όχι κούπες) Ρύζι μπλου ροζ Προαιρετικά, χυμό ντομάτας. Τα υλικά αυτά είναι για 20 περίπου γεμιστά, ή και περισσότερα, ανάλογα το μέγεθός τους. Όσα χωράει δηλαδή ένα ορθογώνιο ταψί κουζίνας, με στριμωγμένα ανάμεσά τους χωρίς να μπορούν να πάρουν καθόλου αναπνοή, τα ντολμαδάκια με τα κληματόφυλλα, (15-20 ) και σε μια γωνία του ταψιού, επίσης χωρίς ανάσα, στριμωγμένοι σαν Έλληνες τον καιρό της κρίσης, αλλά, ΠΡΟΣΟΧΗ, αξιοπρεπείς, οι κολοκυθανθοί ή αλλιώς κολοκυθοκορφάδες. Αφού τα πλένω όλα με μπόλικο τρεχούμενο νερό, (ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες) τα αραδιάζω στο ταψί, για να έχω μια εικόνα του τι χωράει και τι περισσεύει και αναλόγως αυξομειώνω ό τι χρειαστεί. Τα αμπελόφυλλα ζεματίζονται σε μια κατσαρόλα με ζεματιστό νερό στην κουζίνα για 5 -8 λεπτά έως ότου μαλακώσουν και μπορούν να τυλιχθούν. ΟΧΙ όμως οι ανθοί. Αυτοί δροσίζονται σε μια λεκανίτσα με κρύο νερό. Οι ντομάτες ανοίγονται και το εσωτερικό τους, (ψίχα και χυμός) συγκεντρώνεται ψιλοκομμένο σε ένα μεγάλο μπολ-τάπερ. Τα κρεμμύδια τρίβονται στον τρίφτη και μαζί με τα μυρωδικά (δυόσμο, μαϊντανό, μάραθο) ψιλοκόβονται και τα ρίχνω μέσα στο τάπερ με τη ντομάτα, προσθέτω δύο τριμμένα καρότα, λίγο λάδι, αλάτι και πιπέρι και το ρύζι άβραστο.Ανατεύω με ένα κουτάλι για να γίνει ένα κάπως εννιαίο μείγμα. Όλα τα υλικά τα κόβω στο χέρι και όχι στο multi γιατί η χειροποίητη δουλειά, γίνεται σιγά και ρυθμικά δίνοντας μια ελευθερία και ρυθμικότητα στο μυαλό μου ώστε να με αφήνει να σκέφτομαι ιστορίες και να δουλεύω ταυτόχρονα. Το διαφορετικό λοιπόν σήμερα, είναι ότι τα γεμιστά αυτά, θα τα κάνω χωρίς κιμά! Αυτό μπορεί να είναι απλό και συνηθισμένο για άλλους, για εμένα όμως είναι μια καινούργια εμπειρία και μάλιστα είναι το σπάσιμο μιας παράδοσης που ξεκίνησε απ΄τη γιαγιά μου και τηρήθηκε με ευλάβεια ως σήμερα. Η γιαγιά μου δήλωνε με έκδηλη περιφρόνηση σχετικά με τα γεμιστά: «Γεμιστά χωρίς κιμά; Μα να κάνω τόσο κόπο και να διαθέσω τόση ώρα και υλικά , για να φάμε στο τέλος, ρύζι με λαχανικά; Δεν τα ρίχνω όλα ανακατεμένα στην κατσαρόλα, λαχανικά και ρύζι να βράσουν ; Το ίδιο θα είναι!» Η άποψη αυτή με τα κατοχικά κατάλοιπα γύρω απ΄το κρέας, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τη μητέρα μου αλλά το περίεργο είναι ότι την ακολούθησαν και οι νύφες της γιαγιάς και μετά πέρασε αβίαστα και σιωπηλά σε εμένα (όπως τόσες και τόσες συμπεριφορές, σκέψεις, συνήθειες, περνάνε στα παιδιά μας χωρίς να το καταλαβαίνουν ούτε αυτά ούτε εμείς) για αρκετά χρόνια! Αυτή η γιαγιά λοιπόν, ζούσε στην Ύδρα σε ένα σπίτι πέτρινο (κερέσμπινο το έλεγε η ίδια) και γέννησε και μεγάλωσε εννέα παιδιά! Πώς γεννάς εννέα παιδιά; Πώς είσαι σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, όταν εγκυμονείς 81 μήνες στη ζωή σου; (9 παιδιάχ9 μήνες) 81 μήνες είναι περίπου επτά χρόνια! Και να έχεις κέφι να φτιάχνεις και γεμιστά! Για δέκα ή έντεκα άτομα μεσημέρι και βράδυ! Πόσα γεμιστά να έφτιαχνε; Και τι να σκεφτόταν; Τι έκαναν όλα αυτά τα παιδιά τις δυο δυόμιση ώρες που την απασχολούσε η προετοιμασία αυτού του φαγητού; Γιατί έκανε τόσα παιδιά; Της άρεσε η διαδικασία όπως λέει και το ανέκδοτο; Μπα, είχε άλλους λόγους σχετικούς μάλλον με τα υπαρξιακά της, που πάντα υπήρχαν, ακόμα και εκατό χρόνια πριν, σε ένα σπίτι πέτρινο, με ψηλό μοναστηριακό τοίχο και σιδερένια διπλή μαύρη πόρτα με αμπάρα. Σε ένα σπίτι που απ΄τα κλειστά του τζάμια, καθόσουν ώρες και μέρες και μήνες ατελείωτους και το μόνο που έβλεπες ήταν η θάλασσα. Απ τη μια μεριά, απ΄την άλλη ήταν το βουνό. «Όταν περπατήσει το παιδί, δεν είναι πια μωρό και σπίτι χωρίς μωρό, δεν έχει νοστιμάδα!» έλεγε και κάθε δυο χρόνια γεννούσε κι ένα μωρό. Ίσως ο έρωτας να έδινε νοστιμάδα σε ένα σπίτι, αλλά που να τον βρεις τον έρωτα με άντρα καπετάνιο; Και μπορεί ο έρωτας να γεννηθεί σε ένα νησί σαν την Ύδρα, με αυτό το σκληρό, εξαντλητικό φως, να αστράφτει στις πέτρες, στα καλντερίμια, στα βράχια και στη θάλασσα; Μπορεί; Δεν θέλει ο έρωτας τις σκιές του για να ανθίσει; Δεν θέλει τις φυλλωσιές του για να κρυφτεί; Δεν θέλει τα δασάκια, τα αλσάκια, να ξαποστάσει; Και που να ανταλλάξεις ένα φιλί σε ένα τοπίο τόσο ξέξασπρο, τόσο φωτεινό, τόσο μαρτυριάρικο; Και μην σκεφτείτε τη Σοφία Λόρεν και την Έλλη Λαμπέτη, εδώ δεν μιλάμε για ταινίες, μιλάμε για ζωή αληθινή. Ο έρωτας λοιπόν ήταν ξενιτεμένος και οι γυναίκες ανέπτυσσαν την «αρρενωπή» τη σκληρή τους πλευρά. Έπαιρναν αποφάσεις, αγόραζαν και πουλούσαν, γεννούσαν χωρίς κανένας να τους συμπαραστέκεται και μεγάλωναν παιδιά χωρίς να περιμένουν τίποτα από κανέναν. Έκαναν βέβαια πιο γερές σχέσεις με συγγενείς με κουμπάρες και γείτονες, βασισμένες στις αμοιβαίες ανάγκες και ανέπτυσσαν αλληλεγγύη σιωπηλά και έμπρακτα. «Το μέσα τους» πάντως πάλευαν να το ημερέψουν με ό, τι μέσον είχαν, με ό, τι μπορούσαν. Άλλες με μωρά, άλλες με εργόχειρα, άλλες με την παρασκευή χιλιάδων αμυγδαλωτών, άλλες με την φροντίδα κήπων με δέντρα και λουλούδια και βέβαια με προετοιμασίες και αναμονές. Εν τω μεταξύ έχω ανοίξει, τις πιπεριές και έχω βγάλει τα σπόρια και τις μελιτζάνες και έχω αφαιρέσει την ψίχα τους χαράζοντας με μαχαίρι και σκάβοντας με ένα κουταλάκι του γλυκού. Μετά τις αραδιάζω όλες μαζί σε ένα ταψί ρηχό και λεπτό ή σε μια σχάρα και τις βάζω όπως είναι 5-8 λεπτά σε δυνατό φούρνο, να μαραθούν για να μην είναι σκληρές και να μην πειράζουν στο στομάχι. Μόλις ολοκληρωθεί κι αυτό το στάδιο, τις ξαναβάζω στο αρχικό ταψί ανοικτές και άδειες να περιμένουν το γέμισμα. Αυτή λοιπόν η ψηλή, αδύνατη, όμορφη Υδραία που κουβαλούσε κάτι απ’ τη Μπουμπουλίνα μέσα της αλλά και που και που, ανακάτευε στην κουβέντα της και λίγες Αρβανίτικες λέξεις, μαζί με όλο το νησί στα χρόνια της, αυτή λοιπόν που γέννησε και μεγάλωσε, (ανάθρεψε μάλλον πιο σωστά), εννιά παιδιά, αυτή που αρνιόταν να φτιάξει γεμιστά χωρίς κρέας, αυτή που πέρασε αρρώστιες και πόλεμο κι έθαψε δυο απ΄τα παιδιά της, αυτή που από αρχόντισσα κόρη και σύζυγος πέρασε δύσκολη κατοχή και πείνα, ( η Ύδρα δεν είχε ούτε καλλιεργήσιμη γη, ούτε κτηνοτροφία για να αντέξει, διότι τα έσοδά της και τα πλούτη της ήταν απ’ τους ναυτικούς της και σε καιρό πολέμου και κατοχής στέρεψε και πείνασε) Αυτή λοιπόν η ξεροκέφαλη Υδραία, που βρήκε τη δύναμη να κοιτάξει κατάματα τον άντρα που ερωτεύτηκε τη μοναχοκόρη της και να του πει σκληρά ότι δεν του την δίνει, γιατί δεν είχε «τα μέσα» να την ζήσει όπως ζούσε στο σπίτι της, χωρίς να υπολογίσει τον έρωτά του. Αυτή η γυναίκα, είχε μια στέρνα στο σπίτι της. Στη στέρνα αυτή μαζευόταν το βρόχινο νερό και με ιδιαίτερο και περίτεχνο τρόπο καθαριζόταν και ήταν πόσιμο. Σε ένα νησί λοιπόν που δεν είχε υδροδότηση εκείνα τα χρόνια (αλλά και πολύ αργότερα) και υπέφερε από την έλλειψη νερού, αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό διότι κάλυπτε τις ανάγκες σου χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάς νερό από εξωτερικά πηγάδια. Η στέρνα αυτή που ήταν μια κτιστή μεγάλη υπόγεια δεξαμενή, ήταν πάντα, με τις σχετικές προσπάθειες, γεμάτη νερό. Κάλυπτε τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, πότιζε τον μεγάλο κήπο και έδινε ένα γόητρο επάρκειας και αυτονομίας στο μεγάλο πέτρινο σπίτι. Τα χρόνια πέρασαν αλλά η χρησιμότητα και η αίγλη της στέρνας έμεινε αμείωτη. Και ξαφνικά, η στέρνα άρχισε να στερεύει. Ανακατεύω τα υλικά μου στο μπολ –τάπερ, αν το μείγμα μου είναι πολύ πράσινο, προσθέτω λίγο ρύζι και αρχίζω να γεμίζω τα λαχανικά. Αφού τελειώσουν όλα τα μεγάλα λαχανικά, (ντομάτες, πιπεριές και μελιτζάνες), τα τακτοποιώ στο ταψί και παίρνοντας ελάχιστη ποσότητα από το μίγμα, τυλίγω σφιχτά τα ντολμαδάκια με τα κληματόφυλλα και τα αραδιάζω το ένα δίπλα στο άλλο στριμωγμένα δίπλα-δίπλα χωρίς κενά ανάμεσά τους. Τελευταίους τυλίγω τους ανθούς. Είναι μεγάλο μπέρδεμα για εμένα, μια και δεν μου το έδειξε κανείς και δεν το έμαθα μικρή εμπειρικά αλλά το υπέθεσα και κατέληξα στο πώς γίνεται δια της λογικής. Στην αρχή νομίζεις ότι δεν θα σταθούν να τους τυλίξεις. Είναι σκληροί άκαμπτοι και συνήθως σπάζουν. Το μυστικό είναι να μην τους αφήσεις να σου πάρουν τον αέρα! Πιάνεις έναν ανθό βάζεις μέσα μια κουταλιά μείγμα και αρχίζεις να διπλώνεις κάθε μια άκρη από το «λουλούδι» προς τα εκεί που είναι η φορά της σαν να θέλεις να το προφυλάξεις από το κρύο, φορώντας του ένα κασκόλ. Όταν τελειώσουν όλες οι άκρες μοιάζει λίγο σαν ένα φρέσκο σύκο αν και είναι κάπως πιο φουσκωτό και όλο νομίζεις ότι θα ανοίξει και θα χαλάσει, γιατί δεν εφαρμόζει σφιχτά σαν το αμπελόφυλλο. Δεν το φοβάμαι ας με απειλεί όσο θέλει, το ακουμπάω με τις διπλωμένες άκρες από κάτω και στριμώχνω δίπλα του το επόμενο. Όταν τελειώσω με όλα και δεν υπάρχει καθόλου χώρος στο ταψί, βάζω νερό μέχρι τη μέση, (ή νερό με διαλυμένο χυμό ντομάτας και λίγο λάδι) τα σκεπάζω με αλουμινόχαρτο και τα ψήνω μέχρι να μαλακώσουν τα έξω και να βράσει αρκετά η γέμιση. Αφαιρώ το αλουμινόχαρτο και τα αφήνω να ξεροψηθούν και να πάρουν χρώμα. Η αναστάτωση απ τη στέρνα που στερεύει είναι μεγάλη. Κτίστες, γείτονες και κουμπάρες μπαινοβγαίνουν και λένε τη γνώμη τους. Το νερό είναι αναγκαίο και η ζημιά σίγουρα έχει μια εξήγηση. Κάπου υπάρχει διαρροή και το νερό φεύγει και χάνεται. Κάτι πρέπει να γίνει. Το πρόβλημα πρέπει να λυθεί. Πριν έρθει ο καπετάνιος πρέπει η στέρνα να επισκευαστεί και να κρατάει το νερό. Πριν αρχίσουν οι βροχές, πρέπει να βρεθεί η ζημιά και να αποθηκευτεί το νερό του χειμώνα. Πρέπει να αποκατασταθεί ιη ισορροπία και η γαλήνη στο σπίτι. Πρέπει ο καπετάνιος όταν έρθει να μην έχει προβλήματα και όταν φύγει, να είναι ήσυχος ότι η καπετάνισσα το σπίτι του το κυβερνάει με ασφάλεια και ικανότητα. Οι κτίστες καταφέρνουν και αδειάζουν το λίγο νερό που έχει απομείνει και κατεβαίνουν στη στέρνα να βρουν την αιτία του κακού. Η διαπίστωση τους αφήνει εμβρόντητους. Το πέτρινο σπίτι, στην πίσω πλευρά, έχει δίπλα του ένα ρεματάκι και μέσα σ ‘ αυτό είναι ένα κυπαρίσσι. Το ρεματάκι τα τελευταία χρόνια στέρεψε, και το κυπαρίσσι σιγά σιγά έχασε τη μεγαλοπρέπειά του και κόντεψε να ξεραθεί. Τα φύλλα του έπεφταν τα κλαδιά του αδυνάτιζαν και έχασε την καταπράσινη όψη του. Και ξάφνου, άρχισε να θεριεύει, να γίνεται καταπράσινο και να ψηλώνει. «Το κυπαρίσσι πρέπει να κοπεί! Οι ρίζες του μπήκαν στη στέρνα και πίνουν το νερό! Κόψαμε κάποιες ρίζες αλλά αφού αυτές βρήκαν δρόμο και μπαίνουν, θα ξαναμπούν. Πρέπει να χτίσουμε καλά τη δεξαμενή και το κυπαρίσσι πρέπει να κοπεί, θα τη χαλάσει τη στέρνα. Κρίμα» Οι εργάτες έχουν αποφανθεί. Η απόφαση θεωρείται αναγκαία και μένει να οριστεί η μέρα και ο τρόπος που το κυπαρίσσι θα κοπεί , η στέρνα θα επισκευαστεί και τα προβλήματα θα τελειώσουν. Και ενώ όλοι συζητούν και αποφασίζουν, αυτή που γέννησε μόνη της εννιά παιδιά, αυτή που έθαψε δυο κι αυτά μονάχη της και συνεχίζει να είναι όρθια και δυνατή όσα κι αν πέρασε, Είπε ήσυχα: «Το κυπαρίσσι δεν το κόβω. Αν βρήκε τρόπο να μπει στη στέρνα και εκείνη του δίνει νερό και ζει, άστο! Το κυπαρίσσι είναι ο φύλακας του σπιτιού κι η στέρνα δεν το άφησε να ξεραθεί,αυτοί γίνανε ζευγάρι! άστο λοιπόν, κόψε κάμποσες ρίζες και άστο!» Κανείς δεν κατάλαβε αυτήν της την απόφαση και κανείς δεν συμφώνησε. Η γιαγιά όμως είχε αποφασίσει και κανείς δεν τόλμησε να της πάει κόντρα. Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά, άνθρωποι πέθαναν, σπίτια χτίστηκαν, άλλαξε η όψη του νησιού. Το νερό τρέχει τώρα από τις βρύσες έστω με τις δυσκολίες όλων των Ελληνικών νησιών. Το κυπαρίσσι στέκεται καταπράσινο και φυλάει το σπίτι και η στέρνα συνεχίζει και το ζει, ποτίζοντάς το με το βρόχινο νερό που μαζεύει. Τελικά ο έρωτας μπορεί να μπει και μέσα στα μοναστηριακά σπίτια και να θεριέψει κι η γιαγιά μάλλον το είχε καταλάβει και το επέτρεψε. Το φαγητό έγινε και νομίζω πώς κι αυτή αν ζούσε, θα παραδεχόταν πια πώς πρέπει να αλλάζουμε και τα γεμιστά με ρύζι και μυρωδικά δεν είναι τζάμπα κόπος!