8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Advertisements

Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Η αποξένωση.

Παρακολουθείς την ταινία “Time out of mind”.

Ελληνικός τίτλος: «Η αποξένωση»

Μια ταινία σιγανή, χαμηλόφωνη, αργόσυρτη. Κυλάει στην οθόνη σου, σαν ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος πέταξε κάτω και ο αέρας το πάει από δω κι από κει…

Συνεχώς είσαι σε μια κατάσταση αναμονής, περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει αυτή η μουρμουριστή, ανεπαίσθητη,  εσωτερική/εξωτερική καταγραφή και θα αρχίσει η ταινία! Νομίζεις ότι παρακολουθείς ένα πρόλογο !

Κάποιες στιγμές, νομίζεις ότι έχει πρόβλημα ο ήχος της δικής σου συσκευής … και δοκιμάζεις να αυξήσεις την ένταση.

Αργείς να μπεις στο κλίμα. Δεν έχεις διαβάσει τι πρόκειται να δεις και δεν είσαι προετοιμασμένος. Δεν είσαι σε αίθουσα κινηματογράφου που συντονίζεσαι με τις ανάσες των άλλων θεατών, που παίρνεις  «το βήμα» και «ζυγίζεσαι» σε μια  «ομαδική οπτική», με αυστηρά προσωπική όμως αποδοχή μηνυμάτων.

Παρακολουθείς λοιπόν με ανάμεικτα αισθήματα και δεν ξέρεις τι σου φταίει. Δεν μπορείς να βυθιστείς και να ταυτιστείς. Γιατί ο άστεγος είναι άστεγος. Τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο. Είναι κάτι που δεν έχεις υπάρξει και δεν έχεις ούτε καν κάποια έμμεση εμπειρία, κάποια  προσέγγιση από φίλο ή συγγενή, για να ανασύρεις.

Δεν ξέρεις τι είναι αυτό που σε πονάει καθώς η ταινία συνεχίζει να σέρνεται , στην οθόνη σου, αλλάζοντας συνεχώς κατευθύνσεις και καταλήγοντας πάντα σε αδιέξοδο. Δεν ξεκολλάς όμως καθόλου, ούτε για νερό, ούτε για τουαλέτα, ούτε για το ψυγείο.

Είσαι εκεί κολλημένος στην οθόνη σου και παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον μια ταινία που δεν έχει ανατροπές/δράση/ταχύτητα/διαλόγους/εμφανή ένταση. Παρακολουθείς κατά πόδας αυτό το σκουλήκι που σέρνεται στην οθόνη σου και κατατρώει τα πάντα.

Την παρακολουθείς ως το τέλος.

Εκεί όταν οι τίτλοι πέφτουν, δεν σηκώνεσαι από τη θέση σου, μένεις έκπληκτος γιατί σιγά σιγά διαπιστώνεις μέσα σου, ανομολόγητα, Τι είδες εσύ, σε αυτήν την ταινία!

Τι έβλεπες τόση ώρα. Γιατί παρακολουθούσες χωρίς να κουνηθείς, κάτι τόσο άγνωστο και μακρινό, κάτι που δεν έχει συμβεί και πιστεύεις ότι δεν θα σου συμβεί. Κάτι  που δεν βλέπεις ούτε στον  χειρότερο εφιάλτη σου.

Έβλεπες τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου και μαζί πολλούς, άλλους, «Πολιτικά Άστεγους».

Αυτό  δεν είναι ύβρις και ειρωνεία για τους πραγματικά άστεγους.

Η τραγικότητα της πραγματικότητας δεν αναιρείται με όσες προβολές κι αν κάνει κάποιος. Απλώς ο καθένας βλέπει σε μια ταινία, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, ένα ποίημα, σε ένα έργο κάτι άλλο.

Δεν με αφορούν οι επαγγελματίες πολιτικοί ή «οι περί την πολιτικήν ασχολούμενοι» οι οποίοι περιφέρονται από πολιτικό χώρο σε πολιτικό  χώρο/κόμμα/παράταξη/συνασπισμό κομμάτων κλπ., για κάποιο χρονικό διάστημα, κάνουν διάφορες δηλώσεις, δίνουν συνεντεύξεις, πολλοί εκλέγονται και μετά αποχωρούν, εξηγούν πάλι τους λόγους της αποχώρησής τους και συνεχίζουν για νέες δημοσιότητες.

Αναφέρομαι στους πολλούς αξιόλογους ανθρώπους οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια ουσιαστικά είναι Πολιτικά Άστεγοι.

Είναι αυτοί που έχουν φύγει, « …τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι…»

Γι αυτό, αυτός ο πόνος σε όλη την διάρκεια της ταινίας.

Έβλεπα ανθρώπους που έζησαν μια ζωή, που έκαναν λάθη, που εθίστηκαν σε πολλά και κάποια στιγμή, βρέθηκαν «χωρίς στέγη» χωρίς έναν πολιτικό φορέα, στον οποίο να νοιώθουν ότι ανήκουν, με την έννοια ότι εκφράζονται μέσα από τις θέσεις του και τις πολιτικές πράξεις του, ως πολίτες.  Ότι νοιώθουν ασφαλείς και σωστοί  μέσα σε αυτόν. Βρέθηκαν άστεγοι και έγιναν ανύπαρκτοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ότι ανήκουν πουθενά. Έπαψαν να εκφράζονται, να συμμετέχουν, να αγωνίζονται, να έχουν διάθεση και σθένος για τα κοινά. Η ζωή συνεχίζεται και κυλάει  χωρίς να τους περιλαμβάνει. Μιλούν χαμηλόφωνα, δεν ελπίζουν, δεν πιστεύουν, δεν περιμένουν. Δοκιμάζουν δειλά να πιστέψουν σιωπηλά κάπου,  αλλά οι συνθήκες είναι διαφορετικές από αυτές που αντέχουν. Στους φορείς που θα ήθελαν να  συμμετέχουν/περιληφθούν/εκφραστούν,  το πολιτικό παιχνίδι παίζεται, με όρους που έχουν προαποφασιστεί εδώ και δεκαετίες , αφορούν πάντα τους αρχηγούς  και τους επικεφαλής  κι όχι τους συμμετέχοντες. Και δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον να αλλάξουν  οι συνθήκες σε βάθος.

Οι πολιτικά άστεγοι, είναι απομονωμένοι στην απογοήτευσή τους,  και στις προσωπικές τους διεξόδους . Είναι χαμένοι, στις σκέψεις τους, στο παρόν που είναι όλο και πιο δύσκολο και αβάσταχτο και στο μέλλον που δεν διαφαίνεται, που δεν έρχεται. Εκτονώνονται  στο διαδίκτυο ενώ στην πραγματική ζωή, το σύστημα, τους  καταργεί ως άτομα/οντότητες/πολίτες/ και τους μαζοποιεί σε ομάδες: απογοητευμένων, δυσαρεστημένων, διαμαρτυρημένων ή απλώς αναποφάσιστων.

Οι πολιτικά άστεγοι,  είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, απαιτητικοί και νοήμονες, νοιώθουν ότι η ζωή  κυλάει ερήμην τους και οι επιλογές  λαμβάνονται και αφορούν την ύπαρξή τους με τους ίδιους  απόντες και  τις ανάγκες τους,- οικονομικές, μορφωτικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, οικολογικές , αναπτυξιακές,- ουσιαστικά  αγνοημένες. Τριγυρίζουν,  μιλώντας στον εαυτό τους και παρακολουθούν αμέτοχοι και μη ικανοί να παρέμβουν στη ζωή της χώρας τους, σιγά σιγά αποθαρρυνόμενο και απομακρυσμένοι, απλώς μεγαλώνοντας.

Οι πολιτικά άστεγοι, περιμένουν, αναζητούν, προσδοκούν, επιδιώκουν, ζητούν  και δείχνουν με κάθε τρόπο, ότι θέλουν μια πολιτική στέγη η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Τα πολιτικά κόμματα ακόμα παίζουν τον ίδιο παλιό σκοπό και ουδόλως βλέπουν τι πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία.

Κι αν στην τελευταία σκηνή της ταινίας αχνοφαίνεται ή υπονοείται μια λύση για την αποξένωση, εδώ δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται με πάντα πολλαπλάσιες και σκοτεινές συνέπειες για όλους.

Αχ Ελλάδα, σ’αγαπώ;

Φέτος όλα είναι κάπως. Θα μου πείτε όλα, πάντοτε κάπως ήταν. Πάντα κάτι συνέβαινε, πάντα κάτι συμβαίνει.. Κάτι δύσκολο κάτι βαρύ, που προσπαθείς να το χειριστείς και να μη σε «πάρει από κάτω» να μη σε ισοπεδώσει, να μη σε αφανίσει. Κάτι καινούριο και άγνωστο που προσπαθείς, να το χειριστείς για «να το φέρεις στα μέτρα σου», να το μάθεις. Κάτι πιο μεγάλο, πιο «προχωρημένο» απ’ τη μέχρι τώρα ζωή σου, που πρέπει να το χειριστείς, να το εντάξεις , να το υποτάξεις, ώστε να κυριαρχήσεις πάλι και να μπορέσεις να συνεχίσεις.
Όσα χρόνια πίσω κι αν γυρίσεις και σκεφτείς, θα δεις ότι πάντα έτσι ήταν.
Πάντα συμβαίνει η ζωή. Αυτό είναι η ζωή.
Πάντα ήταν η ζωή.
Και στις γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα, πάντα υπήρχε ένα μήνυμα διάχυτο, μια ατμόσφαιρα, που έλεγε:
«Αφήστε τα όλα για λίγες μέρες, ρίξτε αλλού την προσοχή σας, χαλαρώστε από τη ζωή, πάρτε μια ανάσα.
Έπειτα θα μπορέσετε να συνεχίσετε πίσω, λίγο πιο ξεκούραστοι, λίγο πιο ήρεμοι, λίγο πιο αγαπημένοι, λίγο πιο δυναμωμένοι, λίγο λιγότερο στρεσαρισμένοι.
Πάντα έτσι ήταν.
Και είναι καλοδεχούμενη, πολύτιμη και ζωογόνος αυτή η γιορτινή επικέντρωση. Δρα θεραπευτικά, διότι αφήνεσαι. Τραβάς χειρόφρενο για δυο τρεις μέρες και αφήνεσαι στα γέλια, στα χρώματα, στις μυρωδιές, στα στολίδια, στη γιορτή. Τη ζωή σου, την αφήνεις στο πλάι , την ξεχνάς για λίγο.

Φέτος λοιπόν, πάλι όλα είναι κάπως. Πώς κάπως; Κάπως λαθραία. Όλα γίνονται στα μουγκά, στο ελάχιστο, στο αθόρυβο.Σαν να μη γίνονται. Σαν να μην υπάρχουν.
Δεν πρέπει ν ακούγονται φωνές, ούτε ομιλίες. Δεν πρέπει να μυρίζουν γαργαλιστικές μυρωδιές, (ούτε λόγος για ζυμώματα, για κουλούρια και τσουρέκια). Δεν πρέπει να μπαινοβγαίνει κόσμος, ακόμα και τα απαραίτητα ψώνια πρέπει να έλθουν αθόρυβα και να εξυπηρετούν την αναγκαιότητα. Δεν πρέπει να χτυπούν τηλέφωνα, όσα χτυπήσουν, θα ακούσουν ευχές χαμηλόφωνες.
Τα πάντα θα γίνουν σαν να μην έγιναν.
Η παράκληση έχει διατυπωθεί: «Δεν θέλω ν αλλάζω παραστάσεις, πρέπει να είμαι εκεί, χωμένος, να μη φεύγει το μυαλό μου»
Ακόμα και ο πηγαιμός στην εκκλησία, στις πατροπαράδοτες στιγμές, (Επιτάφιος, Ανάσταση) είναι ανεπιθύμητος. Κι αυτό ακόμα,  αποπροσανατολίζει. Δείχνει πώς περνούν οι άνθρωποι αυτές τις μέρες. Με χαλάρωση, άδειασμα από καθημερινότητα, κάποια κατάνυξη, υπέρβαση.
Όλα  αυτά είναι: Ανεπιθύμητα. Ξεμυαλιστικά. Καταστροφικά.
Δεν θέλει να χαλαρώσει, δεν θέλει, να αφεθεί, δεν θέλει ν αγναντέψει από μακριά τη ζωή του.
Μην ξεγελιέστε, δεν είναι από ιερή προσήλωση στη γνώση, ούτε από μανιακή επιμονή στην τρανταχτή επιτυχία.
Φοβάται, φοβάται να σκεφτεί. Δεν θέλει να σκεφτεί. Τι συμβαίνει και τι σημαίνει.
Δεν θέλει να εννοήσει και να συνειδητοποιήσει.
Μια τέτοια ισοπέδωση, σαν τις πανελλήνιες,  δεν μπορείς να την χειριστείς, ούτε να την εντάξεις, ούτε να την υποτάξεις, ούτε να «την φέρεις στα μέτρα σου» και να κυριαρχήσεις, σε αυτήν.
Δεν πρέπει να σκέφτεσαι, ούτε να συνειδητοποιείς.
Παίζεις το παιχνίδι με τους όρους που υπάρχουν, χωρίς σχόλια, χωρίς ηρεμία και χωρίς χαλαρότητα.
Όσο για την εκκλησία, είναι πολύ αθώος ακόμα και δεν έχει μπει στο παιχνίδι των ανταλλαγών με το Θεό.
Το Πάσχα βέβαια σημαίνει πέρασμα. Αυτό το Πάσχα, είναι όντως ένα πέρασμα. Είναι το πέρασμα από τη μαθητική, ανήλικη ζωή, στην ενήλικη άγνωστη πραγματικότητα.

Ούτε κι αυτό έχει μείνει χρόνος διάθεση για να συνειδητοποιηθεί.
Είναι οι πρώτες σχολικές διακοπές που δεν έχουν ξενοιασιά, ατελείωτο ύπνο μετά από ατελείωτα ξενύχτια σε ατελείωτες (προσωπικής επιλογής) δραστηριότητες: παιχνίδια, έργα, βιβλία, τηλεφωνήματα, σινεμά , βόλτες και συζητήσεις, ατελείωτες συζητήσεις.
Είναι οι πρώτες διακοπές μετά από δώδεκα χρόνια που είναι μοναχικές, βασανιστικές, γεμάτες άγχος, κούραση, αγωνία, κρυφούς υπολογισμούς μονάδων, και απουσία.

Αποχή και απουσία.

Από εκδηλώσεις,ανθρώπους, σκέψεις,συναισθήματα,γεγονότα,εξελίξεις, από τη ζωή γενικώς.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς καταφέρνει ένας υποψήφιος και απομονώνεται από τα πάντα. Μπαίνει σε μια κάψουλα και δεν θέλει να χωράει εκεί οτιδήποτε άλλο, εκτός από βιβλία, σημειώσεις, τετράδια, στυλό, νερό και γλυκά. Οτιδήποτε σοκολατένιο. (Αν είχε λίγη έμπνευση και λίγη δημιουργικότητα το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- θα έβαζε σπόνσορα στις πανελλήνιες, διάφορες σοκολατοβιομηχανίες)
Δεν είναι ηρωισμός ούτε επιμέλεια, ούτε ένδειξη καλού και χρηστού χαρακτήρα, ούτε στοχοθεσία και υπεύθυνη στάση.
Είναι μονόδρομος.
Άλλοι το ξέρουν από την αρχή, άλλοι το ανακαλύπτουν στην πορεία, άλλοι δεν το ανακαλύπτουν ποτέ.
Δεν πίστεψα ποτέ στην θεωρία των καλών, των υπεύθυνων και συγκεντρωμένων μαθητών και των παραλιακών , ανεύθυνων  ή άσχετων που «δεν τραβάνε» στα μαθήματα.
Οι πάντες, με την κατάλληλη υποστήριξη, μαθησιακή και ψυχολογική, με την κατάλληλη ενίσχυση, σε ό, τι αφορά την ωριμότητα και την συγκρότηση της μαθησιακής τους προσωπικότητας, με την διερεύνηση των ικανοτήτων, ενδιαφερόντων και δυνατοτήτων του καθενός, όλα τα παιδιά, μπορούν να βρουν έναν τομέα της επιστήμης, της τέχνης, της τεχνικής ή της έρευνας ,στον οποίο θα απέδιδαν και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επαγγελματικό και προσωπικό, ωφέλιμο για την κοινωνία, μέλλον.
Όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- περί άλλα τυρβάζει.(Δεκάδες συστήματα άλλων χωρών,πιο ουσιαστικά και πιο αποτελεσματικά, εμείς δεν θέλουμε/μπορούμε/ασχολούμαστε/ενδιαφερόμαστε, να τα υιοθετήσουμε.

Γιατί;

Φοβόμαστε μήπως  μας διαβρώσουν τον πολιτισμό; ή απλώς δεν έχουμε την ικανότητα και τη θέληση να προσαρμόσουμε στην Ελληνική πραγματικότητα την θετική εμπειρία άλλων χωρών στον τομέα της εκπαίδευσης;

Μάλλον είμαστε πολύ απασχολημένοι με άλλα πολιτικά ζητήματα και δεν μπορούμε να διαθέτουμε τον πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης για την παιδεία.Ούτε και μας νοιάζει. Στο κάτω κάτω μήπως η ζωή θα συνεχιστεί και μετά την δική μας διακυβέρνηση;

Αν ναι, ακόμα καλύτερα! Μέχρι να ξεμπλέξουν οι επόμενοι τα χάλια αυτά, θα περάσει μιαμιση τετραετία και θα αρχίσουνμε να ετοιμαζόμαστε να αναλάβουμε.
Ο υποψήφιος είναι μόνος. Παλεύει με ένα παράλογο σύστημα που σε μια μέρα θα καθορίσει εν πολλοίς τη ζωή του.
Δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης και μάθησης! στην θαυμαστή Ελλάδα!! τον οδήγησαν φέτος, σε ένα δωμάτιο με ντάνες θεωρητικά ή θετικά βιβλία, (αναλόγως κατεύθυνσης), με μερική ή και ολική αποχή από κάθε φυσιολογική δραστηριότητα, με μάτια γυάλινα, που όταν βγαίνει από το δωμάτιο για να κάνει το τρίγωνο, ψυγείο, τουαλέτα, δωμάτιο,
Σε κοιτάζουν με αγωνία, και λίγη παραφροσύνη και σε ρωτούν:
«Όλα είναι όπως πριν;»
«Έγινε τίποτα φοβερό;»
«Μήπως χρεοκοπήσαμε;»
«Θα γίνουν όλα κανονικά; Οι πανελλήνιες;»
Μιλάμε ψιθυριστά,
Δεν κάνουμε τίποτα,
περπατάμε και βγάζουμε φωτογραφίες,
καθόμαστε ώρες και ώρες στις οθόνες,
περιμένουμε,
αθόρυβα, με συμπαράσταση, με οργή,
ανυπεράσπιστοι
και το μόνο που μπορούμε πια να προσφέρουμε στη νέα γενιά,
είναι μια σοκολάτα.

Πλουραλισμός;

Μόνον εγώ, ενευρίζομαι/θυμώνω/στενοχωριέμαι/απογοητεύομαι/προβληματίζομαι/ενοχλούμαι/ανησυχώ/βλέπω αδιέξοδα/μένω ασυγκίνητη/αδιαφορώ, όσο βλέπω ότι κάθε ένας και κάθε μια,που έχει χρηματίσει υπουργός, υφυπουργός,πρόεδρος,βουλευτής κλπ,

δεν δύναται,(διάβαζε δεν διατίθεται) να χωρέσει πουθενά τον προβληματισμό του/της και τις θετικές ιδέες του/της, για την πολιτική/κοινωνική/οικονομική ανάπτυξη/ανόρθωση/σωτηρία, της Ελλάδας, παρά μόνον σε ένα κόμμα,όμιλο,δίκτυο κλπ,κλπ, που θα ιδρύσει ο/η ίδιος/α;
Μόνον εγώ σκέπτομαι ότι όσο καταστροφικό είναι, το «όλοι οι καλοί χωράνε» (αρκεί να είναι σιωπηλοί και πειθαρχημένοι) και το οποίο οδηγεί στα τεράστια κόμματα, που περιέχουν δεκάδες και εκατοντάδες ετερόκλητα άτομα, που έχουν άλλη αφετηρία,αλλά κάνουν και συνειδητά «άλλη διαδρομή» και επιδιώκουν να μην έχουν ποτέ, ποτέ όμως, ένα τέρμα, με τον γνωστό διπολισμό και την εναλλαγή τους στην εξουσία,

άλλο τόσο διαλυτικό και αναποτελεσματικό για την οργάνωση και την διακυβέρνηση μιας χώρας , είναι και αυτό:

«Είμαι ο/η τάδε, έχω τις απόψεις μου,οι οποίες είναι αλάθητες, σε αυτές  είμαι ανυποχώρητος, και δημιουργώ πολιτικό σχηματισμό, στον οποίο σας καλώ να στοιχηθείτε»Είμαι ο πρόεδρος και βεβαίως, καταγράφω τους οπαδούς/ακόλουθους/φίλους/υποψήφιους ψηφοφόρους και διαπραγματεύομαι ανάλογα;

Κόμματα, κομματίδια, κομματάκια,κομμάτια και θρύψαλα.

 

 

Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.

Η 25η, η χούντα στην Ελλάδα και ο Έκο.

Τέτοιες μέρες παραμονές 25ης Μαρτίου, χωρίς επιθέσεις στην Ευρώπη και ελληνική κρίση, αλλά με τη χούντα στο φόρτε της.
Σε δυο μήνες θα γίνω εντεκάμιση και στο σχολείο είμαι αθόρυβη, σχεδόν αόρατη, λόγω του επεισοδίου με το βιβλίο της ιστορίας http://tinyurl.com/gla2o22
Οι ετοιμασίες για την γιορτή έχουν ξεκινήσει. Τη διοργάνωσή της έχει κρατήσει ο διευθυντής του σχολείου.
Το σχολείο έχει σημαιοστολιστεί, όλοι οι ήρωες έχουν κολληθεί στους τοίχους και κάνουμε πρόβες για την παρέλαση. Τα ποιήματα μοιράζονται και δεν έχω ποίημα.
Μια μέρα πριν τη γιορτή, με φωνάζει ο διευθυντής στο γραφείο του.
Είναι ψηλός, (εμένα μου φαίνεται τουλάχιστον δυόμιση μέτρα), καμιά εξηνταριά χρόνων, με μακριά κάτασπρα μαλλιά που τα χτενίζει προς τα πίσω με τόνους μπριγιαντίνης και τα βαθειά αυλάκια της χτένας να διατρέχουν το κεφάλι του . Έχει πυκνά άσπρα φρύδια που σε συνδυασμό με τα κάπως πρησμένα του βλέφαρα, κάνουν τα μάτια του δυο χαρακιές που απορείς πώς βλέπει. Καπνίζει ασταμάτητα.
Μου δίνει ένα χαρτί και μου λέει:
-«Αυτό είναι το δικό σου ποίημα. Είσαι στο σκετς με τους….. (αναφέρει δυο παιδιά)
Θα το μάθεις νεράκι, και αύριο θα το πεις δυνατά και βροντερά. Μη ντρέπεσαι και νιαουρίζεις ε; Να τραντάζεται η αίθουσα!»
-«Μάλιστα.» Τραυλίζω εγώ.
-«Άσπρο μακρύ φόρεμα, θα πεις στη μητέρα σου, ξέρει αυτή θα σου φτιάξει και θα ράψεις και την επιγραφή λοξά, στα έχω γράψει όλα εδώ.»
Με κοιτάζει στα παπούτσια και μέσα απ’ τους καπνούς του τσιγάρου λέει:
-«Τακούνια φοράς;»
-«Όχι», τραυλίζω πάλι εγώ.
-«Καλά, άστο! Θα πας στην κομμώτρια και θα της πεις να σου κάνει ένα μεγάλο και ψηλό κότσο. Θεόρατο! Κατάλαβες;»
-«Μάλιστα…»
-«Να της πεις να σε κάνει πολύ ψηλή!»

Πήρα το ποίημα και δεν είπα λέξη για την κομμώτρια στις συμμαθήτριες που με ρώτησαν τι έγινε στο γραφείο.
Το μεσημέρι γύρισα σπίτι. Το ποίημα το είχα μάθει ήδη στο δρόμο. Άλλο ήταν το θέμα μου.
-«Πήρα ποίημα και πρέπει να κάνω κότσο στην κομμώτρια», ανήγγειλα μόλις μπήκα.
Η μητέρα μου με αποπήρε. «Δεν χρειάζεται κομμωτήριο για να πεις ποίημα»
-«Ο κύριος μου είπε να πάω και θέλω να μου φτιάξεις και χλαμύδα!»
Η μητέρα μου πήρε το χαρτί και με έστειλε στο μαγαζάκι της γειτονιάς για να πάρω άσπρη χοντρή φόδρα.
Για την κομμώτρια όμως ούτε λέξη.
Μόλις γύρισα με το ύφασμα, είπα πάλι:
-«Θέλω να πάω στην κομμώτρια»
-«Τα κοριτσάκια δεν πάνε στα κομμωτήρια» ήρθε η απάντηση.
Βγήκα έξω και περίμενα τον πατέρα μου, άλλη μάχη κι αυτή! Πώς να του πω ότι πρέπει να πάω στο κομμωτήριο για ένα ποίημα;
Μόλις τον είδα του είπα με μια ανάσα:
-«Μπαμπά ο κύριος είπε να κάνω κότσο, πρέπει να είμαι ψηλή για να πω το ποίημα, με αυτή τη συμφωνία μου το έδωσε, πρέπει να πάω στην κομμώτρια και δεν θα προλάβω θα κλείσει»
Ο πατέρας μου μπήκε στο σπίτι, το χαρτί με το ποίημα ήταν πάνω στο τραπέζι, του έριξε μια ματιά και μου έδωσε ένα δεκάρικο.
«Αφού το είπε ο διευθυντής, πήγαινε!»

Η κομμώτρια ήταν έτοιμη να φύγει. Έτρεξε και κάθισα γρήγορα στην καρέκλα και της είπα:
-«Θέλω έναν μεγάλο και ψηλό, ένα θεόρατο κότσο!»
Εκείνη με κοίταξε βαριεστημένη και άρχισε να γκρινιάζει:
-«Τέτοια ώρα, κότσο; Για τη γιορτή δεν είναι; Θα σου κάνω ωραίες μπούκλες, θα είσαι πιο ωραία, ήρθε και Η ΕΛΛΑΣ και της έκανα μπούκλες!»
-«Δεν με ενδιαφέρει να είμαι ωραία, ψηλή θέλω να είμαι! Η πιο ψηλή από όλους ! Ο διευθυντής έτσι είπε» Τόνισα με έμφαση.

Μετά από μια ώρα έφυγα, χωρίς ρέστα από το δεκάρικο εννοείται και με μια περικεφαλαία στο κεφάλι, που δύσκολα μπορούσα να ανεχθώ.
Το βράδυ κοιμήθηκα σχεδόν καθιστή για να μην χαλάσει ο κότσος. Φόρεσα τη χλαμύδα και πήγα στο σχολείο . Η γιορτή έγινε εννοείται, χωρίς κόσμο. Παιδιά και δάσκαλοι.
Όταν είπα το ποίημα είχα τουλάχιστον 180 παλμούς, από το άγχος μου και τη βροντώδη φωνή που δεν ήταν το φόρτε μου, αλλά είχα την  ικανοποίηση ότι ήμουν αρκετά ψηλή χωρίς τακούνι! Η ψηλότερη από τα κορίτσια!

Όπως βλέπω στη φωτογραφία, Η ΕΛΛΑΣ μικρούλα και όμορφη με τις μπούκλες της, σχεδόν καλύπτει την 21η Απριλίου, η οποία είναι σε εσωτερική θέση και ΔΕΝ έχει κότσο, ώστε εγώ να της ρίχνω στο ύψος!
Κοιτάζω σήμερα αυτή την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και σκέπτομαι:
Έτσι ήταν πάντα Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ αμήχανη, ντελικάτη, αγχωμένη, αφού είχε δώσει κάποιες μάχες για να επικρατήσει και να είναι ψηλότερη από όλα και όλους.