Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.

Advertisements

Η 25η, η χούντα στην Ελλάδα και ο Έκο.

Τέτοιες μέρες παραμονές 25ης Μαρτίου, χωρίς επιθέσεις στην Ευρώπη και ελληνική κρίση, αλλά με τη χούντα στο φόρτε της.
Σε δυο μήνες θα γίνω εντεκάμιση και στο σχολείο είμαι αθόρυβη, σχεδόν αόρατη, λόγω του επεισοδίου με το βιβλίο της ιστορίας http://tinyurl.com/gla2o22
Οι ετοιμασίες για την γιορτή έχουν ξεκινήσει. Τη διοργάνωσή της έχει κρατήσει ο διευθυντής του σχολείου.
Το σχολείο έχει σημαιοστολιστεί, όλοι οι ήρωες έχουν κολληθεί στους τοίχους και κάνουμε πρόβες για την παρέλαση. Τα ποιήματα μοιράζονται και δεν έχω ποίημα.
Μια μέρα πριν τη γιορτή, με φωνάζει ο διευθυντής στο γραφείο του.
Είναι ψηλός, (εμένα μου φαίνεται τουλάχιστον δυόμιση μέτρα), καμιά εξηνταριά χρόνων, με μακριά κάτασπρα μαλλιά που τα χτενίζει προς τα πίσω με τόνους μπριγιαντίνης και τα βαθειά αυλάκια της χτένας να διατρέχουν το κεφάλι του . Έχει πυκνά άσπρα φρύδια που σε συνδυασμό με τα κάπως πρησμένα του βλέφαρα, κάνουν τα μάτια του δυο χαρακιές που απορείς πώς βλέπει. Καπνίζει ασταμάτητα.
Μου δίνει ένα χαρτί και μου λέει:
-«Αυτό είναι το δικό σου ποίημα. Είσαι στο σκετς με τους….. (αναφέρει δυο παιδιά)
Θα το μάθεις νεράκι, και αύριο θα το πεις δυνατά και βροντερά. Μη ντρέπεσαι και νιαουρίζεις ε; Να τραντάζεται η αίθουσα!»
-«Μάλιστα.» Τραυλίζω εγώ.
-«Άσπρο μακρύ φόρεμα, θα πεις στη μητέρα σου, ξέρει αυτή θα σου φτιάξει και θα ράψεις και την επιγραφή λοξά, στα έχω γράψει όλα εδώ.»
Με κοιτάζει στα παπούτσια και μέσα απ’ τους καπνούς του τσιγάρου λέει:
-«Τακούνια φοράς;»
-«Όχι», τραυλίζω πάλι εγώ.
-«Καλά, άστο! Θα πας στην κομμώτρια και θα της πεις να σου κάνει ένα μεγάλο και ψηλό κότσο. Θεόρατο! Κατάλαβες;»
-«Μάλιστα…»
-«Να της πεις να σε κάνει πολύ ψηλή!»

Πήρα το ποίημα και δεν είπα λέξη για την κομμώτρια στις συμμαθήτριες που με ρώτησαν τι έγινε στο γραφείο.
Το μεσημέρι γύρισα σπίτι. Το ποίημα το είχα μάθει ήδη στο δρόμο. Άλλο ήταν το θέμα μου.
-«Πήρα ποίημα και πρέπει να κάνω κότσο στην κομμώτρια», ανήγγειλα μόλις μπήκα.
Η μητέρα μου με αποπήρε. «Δεν χρειάζεται κομμωτήριο για να πεις ποίημα»
-«Ο κύριος μου είπε να πάω και θέλω να μου φτιάξεις και χλαμύδα!»
Η μητέρα μου πήρε το χαρτί και με έστειλε στο μαγαζάκι της γειτονιάς για να πάρω άσπρη χοντρή φόδρα.
Για την κομμώτρια όμως ούτε λέξη.
Μόλις γύρισα με το ύφασμα, είπα πάλι:
-«Θέλω να πάω στην κομμώτρια»
-«Τα κοριτσάκια δεν πάνε στα κομμωτήρια» ήρθε η απάντηση.
Βγήκα έξω και περίμενα τον πατέρα μου, άλλη μάχη κι αυτή! Πώς να του πω ότι πρέπει να πάω στο κομμωτήριο για ένα ποίημα;
Μόλις τον είδα του είπα με μια ανάσα:
-«Μπαμπά ο κύριος είπε να κάνω κότσο, πρέπει να είμαι ψηλή για να πω το ποίημα, με αυτή τη συμφωνία μου το έδωσε, πρέπει να πάω στην κομμώτρια και δεν θα προλάβω θα κλείσει»
Ο πατέρας μου μπήκε στο σπίτι, το χαρτί με το ποίημα ήταν πάνω στο τραπέζι, του έριξε μια ματιά και μου έδωσε ένα δεκάρικο.
«Αφού το είπε ο διευθυντής, πήγαινε!»

Η κομμώτρια ήταν έτοιμη να φύγει. Έτρεξε και κάθισα γρήγορα στην καρέκλα και της είπα:
-«Θέλω έναν μεγάλο και ψηλό, ένα θεόρατο κότσο!»
Εκείνη με κοίταξε βαριεστημένη και άρχισε να γκρινιάζει:
-«Τέτοια ώρα, κότσο; Για τη γιορτή δεν είναι; Θα σου κάνω ωραίες μπούκλες, θα είσαι πιο ωραία, ήρθε και Η ΕΛΛΑΣ και της έκανα μπούκλες!»
-«Δεν με ενδιαφέρει να είμαι ωραία, ψηλή θέλω να είμαι! Η πιο ψηλή από όλους ! Ο διευθυντής έτσι είπε» Τόνισα με έμφαση.

Μετά από μια ώρα έφυγα, χωρίς ρέστα από το δεκάρικο εννοείται και με μια περικεφαλαία στο κεφάλι, που δύσκολα μπορούσα να ανεχθώ.
Το βράδυ κοιμήθηκα σχεδόν καθιστή για να μην χαλάσει ο κότσος. Φόρεσα τη χλαμύδα και πήγα στο σχολείο . Η γιορτή έγινε εννοείται, χωρίς κόσμο. Παιδιά και δάσκαλοι.
Όταν είπα το ποίημα είχα τουλάχιστον 180 παλμούς, από το άγχος μου και τη βροντώδη φωνή που δεν ήταν το φόρτε μου, αλλά είχα την  ικανοποίηση ότι ήμουν αρκετά ψηλή χωρίς τακούνι! Η ψηλότερη από τα κορίτσια!

Όπως βλέπω στη φωτογραφία, Η ΕΛΛΑΣ μικρούλα και όμορφη με τις μπούκλες της, σχεδόν καλύπτει την 21η Απριλίου, η οποία είναι σε εσωτερική θέση και ΔΕΝ έχει κότσο, ώστε εγώ να της ρίχνω στο ύψος!
Κοιτάζω σήμερα αυτή την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και σκέπτομαι:
Έτσι ήταν πάντα Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ αμήχανη, ντελικάτη, αγχωμένη, αφού είχε δώσει κάποιες μάχες για να επικρατήσει και να είναι ψηλότερη από όλα και όλους.

Η μαγεία της Καθαρής Δευτέρας

Τέτοια μέρα όλα τα απαραίτητα είχαν συγκεντρωθεί. Απ’ το πρωί του Σαββάτου, είχε επισκεφτεί ένα ή και δυο, αν χρειαζόταν, ξυλουργεία και είχε διαλέξει τα κατάλληλα ξύλα. Αυτά ήταν τρία πηχάκια που διάλεγε με επίμονη και λεπτομερή εξέταση, ώστε σε όλο το μήκος τους να έχουν το ίδιο πάχος, να μην έχουν ρόζους ή άλλα σημάδια και να είναι εξίσου λυγερά και ανθεκτικά στην πίεση του αέρα. Ο ξυλουργός του τα χάριζε, γιατί οι άνθρωποι τότε, αγαπούσαν τα παιδιά αλλά κυρίως αγαπούσαν τα μεράκια, και ήθελαν να συμμετέχουν κι αυτοί κάπως σ’ αυτά.

Μετά πήγαινε στο βιβλιοπωλείο-χαρτοπωλείο και αγόραζε τις γλασέ κόλλες. Δεν θυμάμαι τις διαστάσεις, όμως ήταν ελαφρά γυαλιστερές και μεγάλες. Μια άσπρη και μια πράσινη. Ήταν διπλωμένες προσεκτικά απ΄ τον χαρτοπώλη, (που σεβόταν τα χρήματα και το εγχείρημα του μικρού πελάτη του) και όταν τις έφερνε, τις ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στα πηχάκια και πάντα στην άκρη της σάλας, ώστε να αποφευχθεί κάποιο τυχαίο ατύχημα με καταστροφικές συνέπειες.

Μετά σειρά είχε η αγορά του σπάγκου. Αυτός ήταν δύο ή τρία κουβάρια χακί σπάγκος, κερωμένος, τον οποίο έφερνε πάντα στο σπίτι μαζί με ένα ξύλο, που είχε διαλέξει με μεγάλη προσοχή στο ξυλουργείο και στο οποίο, έπρεπε να τυλιχτεί με ειδική τεχνική όλη η ποσότητα του σπάγκου, για να γίνει η περιβόητη καλούμπα!

Τελευταία έφτιαχνε τη αλευρόκολλα, με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην είναι ούτε πολύ πηχτή ούτε αραιή.

Αυτά ήταν τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή του ογδόου θαύματος στον κόσμο!

Όταν βράδιαζε και σταματούσαν τα πολλά πέρα δώθε μες το σπίτι, άρχιζε η κατανυκτική τελετουργία της καλλιτεχνικής κατασκευής.

Τα πηχάκια σταυρώνονταν στο δάπεδο και αφού μετρηθούν προσεχτικά, δένονταν σφιχτά με τον κερωμένο σπάγκο ώστε να σχηματιστεί το σωστό εξάγωνο. Οι κόλλες κόβονταν και με κάποιο μαγικό τρόπο που εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω, έμπαιναν εναλλάξ μια άσπρη μια πράσινη, μέχρι η ταυτότητα του Παναθηναϊκού να αναδυθεί ξεκάθαρα.

Ύστερα άρχιζαν οι λεπτομέρειες ,κολλήματα/στριφώματα στις άσπρο- πράσινες γλασέ, επιπλέον δεσίματα σπάγκων για τα ζύγια, στρογγυλά κομματάκια κόλλα για ενίσχυση στο κέντρο και βέβαια τα απαραίτητα πράσινα τριφύλλια, που θα κολλούσαν πάνω στα άσπρα τμήματα, για να μην αφήσουν καμία αμφιβολία για την υπεροχή της ομάδας που θα πέταγε ψηλότερα από όλες!

Τελευταία ήταν η κατασκευή της ουράς που έπρεπε να γίνει από την ίδια γλασέ κόλλα, και να δεθεί πάλι εναλλάξ, μια φούντα άσπρη, μια πράσινη.

Μέχρι αυτή τη στιγμή εγώ επιτρεπόταν μόνο να κρατάω σφιχτά το σημείο του σπάγκου για να μη λασκάρει και να δεθεί σφιχτά ο κόμπος και να φέρνω διάφορα απαραίτητα πράγματα, όπως το ψαλίδι, ένα στυλό, λίγο νερό ακόμα, και να του κάνω παρέα.

Στο στάδιο της ουράς όμως, τον είχα πείσει ότι ήμουν αρκετά άξια και ικανή και έτσι μου επέτρεπε να βοηθήσω κι εγώ και να «αγγίξω» κατά κάποιον τρόπο αυτό το αριστούργημα που είχε δημιουργηθεί εκ του μηδενός και ήταν ξαπλωμένο στο πάτωμα, ανάμεσα σε οδοφράγματα καρεκλών για την απόλυτη προστασία του.

Το χαρτί διπλωνόταν προσεκτικά και κοβόταν εξ ίσου προσεκτικά για είναι ομοιόμορφο. Η ουρά που φτιάχναμε ήταν πάντα περισσότερη γιατί δεν ήξερες τι καιρό θα κάνει (πού ΜΕΤΕΟ ε;) και έπρεπε να είσαι πανέτοιμος, για όλα τα ενδεχόμενα: ελαφρύ άνεμο, σχετική άπνοια, δυνατό βοριά, ή ανεμοθύελλα.

Όταν ο χαρταετός ήταν επιτέλους έτοιμος, ο αδελφός μου μόνο με τον Δημιουργό, που έφτιαξε τον κόσμο μπορούσε να συγκριθεί στα μάτια μου! Ο Αετός στερεωνόταν όρθιος στον τοίχο και ένοιωθα ότι είχε ζωή κι ανάσα,περιμένοντας το πρωί της Καθαρής Δευτέρας για να προσπαθήσει να φτάσει στον ήλιο ή στο Θεό! Κανείς δεν ξέρει ποτέ!

Κάθε χρόνο, ο δημιουργός, αύξανε το ύψος του χαρταετού και τα μέτρα του σπάγκου. Ξεκίνησε από τα 80 εκ., πήγε στο 1 μέτρο, στο 1.20, και πάντα κάθε χρόνο, υπήρχε η ίδια τελετουργία, ή ίδια τελειομανία, και στο τέλος ο ίδιος θρίαμβος! Ο χαρταετός πετούσε από τις οκτώμισι, εννιά το πρωί μέχρι που νύχτωνε. Εκεί έξω δεν υπήρχαν άλλοι βοηθοί και συμπαραστάτες εκτός από μένα, που τον είχα δει να φτιάχνεται λεπτό προς λεπτό για 5-6 επίπονες ώρες και τον είχα «πονέσει. Όλοι οι άλλοι είχαν το δικό τους αετό και το δικό τους καημό! Έτσι ήμουν πλέον αδιαφιλονίκητα σύντροφος. Δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες «κεφάλια» έκανα και πόσα μέτρα σπάγκο τύλιξα. Η χαρά όμως που ένοιωθα όταν τον κρατούσα, ανακατεμένη με το φόβο ότι μπορεί να μου φύγει από την κόντρα που είχε στον άνεμο, (και τότε δεν ήξερα ποια ήταν πιο μεγάλη συμφορά, ο αετός που θα χανόταν, ή η εμπιστοσύνη που θα έχανε ο αδελφός μου για τη δύναμή μου;) και η τελική νίκη μου να τον κρατήσω, ήταν η ανταμοιβή μου κι ας είχα τα χέρια μου «κομμένα» για μέρες μετά.

Ο τελευταίος που έφτιαξε ήταν μια πολύ παράτολμη κατασκευή, με πηχάκια μήκους 1.40μ. και τρία ή τέσσερα κουβάρια σπάγκο. Πού τα έμαθε όλα αυτά; Πώς τα έκανε με καταπληκτική ακρίβεια και πώς τα τελειοποιούσε; Μυστήριο! (Πού Youtube ε; )

Μέχρι τη στιγμή που ο τεράστιος αετός ανέβηκε, όλοι έλεγαν ότι είναι εξαιρετικά μεγάλος και βαρύς και δεν θα τα καταφέρει. Σε πείσμα όλων, μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες, ανέβηκε και πέταξε ως αργά το απόγευμα. Έφτασε σε τέτοιο ύψος, που τέλειωσε όλος ο σπάγκος και μόλις που φαινόταν ένα σημαδάκι στον ουρανό. Δεν ξεχώριζε ούτε χαρταετός ούτε ουρά. Γελάγαμε και λέγαμε ότι δεν θα κατέβει πια, τον πήγαμε περπατώντας ως το σπίτι και τον δέσαμε στο κάγκελο του μπαλκονιού, κουρασμένοι και νηστικοί και δεν ξέραμε πώς θα τον κατεβάσουμε τόσο που είχε υπερβεί κάθε μέτρο και κανονικότητα.

Και τότε… κόπηκε. Φύγαμε τρέχοντας με τα πόδια υπολογίζοντας! που μπορεί να έχει πέσει και διανύσαμε χιλιόμετρα ολόκληρα φτάνοντας σχεδόν στον Υμηττό αναζητώντας τον, αλλά βέβαια, ο τριφυλλάρας δεν βρέθηκε ποτέ. Γυρίσαμε στο σπίτι, βαρύ σούρουπο, λυπημένοι και απογοητευμένοι, χωρίς τον αετό. Εγώ για μέρες κοιτούσα επίμονα τον ουρανό λες και θα εμφανιζόταν από κάπου, καθώς και όλα τα σύρματα του ηλεκτρικού μήπως τον δω κάπου, ο αδελφός μου πάλι, δεν μίλησε ποτά ξανά γι αυτόν. Ένας δωδεκάχρονος /δεκατριάχρονος και μια εννιάχρονη/δεκάχρονη, χωρίς καμιά παρέμβαση των γονιών, των ψυχολόγων, των παιδαγωγών και των ειδικών προγραμμάτων, είχαν βιώσει τη συνεργασία, τη συντροφικότητα, τη χαρά της επιτυχίας των τολμηρών επιλογών, αλλά και είχαν μάθει την απογοήτευση, την υπέρβαση των ορίων, το κόστος της αλαζονείας, την απώλεια και είχαν προσπαθήσει ο καθένας με τον τρόπο του, να διαχειριστεί αυτή την απώλεια.

Π: όπως Πατέρας, Πολιτική, Παιδί.

Είναι μέρες μεταπολίτευσης και μέρες που κλείνουν πέντε χρόνια που πέθανε ο πατέρας μου. Όπως και να ’χει, ακόμα και οι σιωπές έχουν το ρόλο τους, κάποτε σε διαμορφώνουν, σου δίνουν πυξίδα και βακτηρία και μπορείς να ανατρέχεις πάντα σε αυτές.
  Αναμνήσεις In memoriam
Ανάμνηση 1η.
Το δημοψήφισμα έγινε λίγο μετά την εγκαθίδρυση της χούντας. Αυτοκίνητα περνούσαν και πετούσαν παντού μικρά τετράγωνα χαρτάκια που με χοντρά τυπογραφικά στοιχεία, φώναζαν, ΝΑΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ. Όλοι τα μαζεύαμε και παίζαμε πετώντας τα ξανά.. Κάποια μέρα κάπου, βρήκα και ένα αντίστοιχο χαρτάκι με ΟΧΙ στο νέο σύνταγμα! Το πήρα και το πήγα στο σπίτι. Μόλις μπήκα δείχνοντάς τα δυο χαρτάκια ρώτησα τον μπαμπά μου περιχαρής για το σπάνιο εύρημά μου: «Μπαμπά ναι ή όχι στο νέο σύνταγμα;»
«Εγώ, ΟΧΙ στο νέο σύνταγμα» μου απήντησε ήρεμα και κάθισε για φαγητό.
Αυτό ήταν! Όλο το απόγευμα έλεγα: « Όχι, στο νέο σύνταγμα!» Κάποια στιγμή με άκουσε η μητέρα μου και είπε άχρωμα: «Μην το λες αυτό. Όχι, θα ψηφίσουν οι αριστεροί.»
«Τι είναι οι αριστεροί;» ρώτησα εγώ, «Άρρωστοι» μου απάντησε. «Οι αριστεροί είναι άρρωστοι.»
«Μα… ο μπαμπάς μου είπε ότι θα ψηφίσει όχι»
«Κι αυτός άρρωστος είναι, γι αυτό» Αυτό ήταν, άρχισε να με τρώει η αγωνία. Άρχισα να τον κρυφοκοιτάζω και να τον παρατηρώ. Τι αρρώστια να έχει άραγε; Δεν έβλεπα να πονάνε οι αμυγδαλές του που εμένα με βασάνιζαν συνέχεια τότε, ούτε η κοιλιά του πονούσε, ούτε το αυτί του. Γελούσε, έτρωγε, κοιμόταν, δούλευε και άκουγε κάθε Κυριακή την Παναθηναϊκάρα να σκίζει. Τι αρρώστια είχε λοιπόν;
Με τα πολλά, μάζεψα όλο μου το κουράγιο και μια μέρα του λέω σιγά: «Είσαι άρρωστος γι αυτό θα ψηφίσεις ΟΧΙ;» «Γιατί το λες αυτό;» με ρωτάει ξαφνιασμένος;
«‘Έτσι μου είπε η μαμά, ότι είναι αρρώστια να είσαι αριστερός και ότι είσαι άρρωστος… είσαι;»
«Όχι μου λέει δεν είμαι άρρωστος, η μαμά δεν κατάλαβε τι της είπαν, της το έμαθαν λάθος και το λέει λάθος, αλλά μην της πεις τίποτα, γιατί είναι πολύ εγωίστρια και θα το πάρει πολύ στραβά, άστο, κάνε ότι το ξέχασες!»
Ανάμνηση 2η.
Είχαν περάσει δυο –τρεις μέρες από την ημέρα που γράψαμε την έκθεση και στο διάλειμμα η δασκάλα μου είπε να μείνω γιατί με θέλει. Όταν η αίθουσα άδειασε, μου έδωσε την έκθεσή μου και μια καθαρή κόλα αναφοράς και μου είπε σοβαρά: «Αντέγραψε την με ωραία γράμματα όπως είναι, διορθωμένη. Είναι η καλύτερη έκθεση όλων των σχολείων του δήμου και θα πάει στην περιφέρεια. Αν είναι και εκεί η καλύτερη, θα βραβευτεί.»
Άρχισα να αντιγράφω με την καρδιά μου να χτυπάει από αγωνία και χαρά. Όταν χτύπησε το κουδούνι, μου είπε να πάω να συνεχίσω στο γραφείο.
Την τελείωσα και την παρέδωσα και περίμενα ότι η δασκάλα θα μου έλεγε κάποια καλή κουβέντα. Εκείνη όμως με έστειλε στην τάξη μου χωρίς να πει λέξη. Μόλις χτύπησε το κουδούνι μάζεψα τη σάκα μου και έφυγα βιαστικά να πάω στο σπίτι να χαρώ για την αναπάντεχη διάκριση, αφού κανείς στο σχολείο δεν μου είπε μπράβο, και τότε, κατεβαίνοντας τα σκαλιά του ορόφου, κάποιο μεγαλύτερο κορίτσι χωρίς καν να με κοιτάξει μου σφύριξε: «Είσαι χουντικιά, εσύ και όλο σου το σόι!»
Αυτό ήταν! Η χαρά μου πάγωσε. Ένοιωσα σαν να έφαγα ένα δυνατό χαστούκι. Δεν ήξερα τι και πώς, όμως γενικά από υπονοούμενα και σιγανές κουβέντες είχα καταλάβει ότι η χούντα ήταν κακή και φρικτή και όποιος ήταν χουντικός, ήταν καταδικασμένος στη συνείδηση των πάντων.
Πήγα στο σπίτι και δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Προσπαθούσα να διαχειριστώ αυτό που με βρήκε. Καθόμουν και αναλογιζόμουν, τι θα πει «είμαι χουντικιά». Δεν είχα δει κανένα χουντικό και δεν ήξερα με τι μοιάζει! «Ήμουν χουντικιά; Και πώς έγινα; Πότε έγινα; Και τι θα γίνει τώρα με τους δικούς μου; Ήταν και αυτοί χουντικοί εξ αιτίας μου; Τους πήρα στο λαιμό μου; Και πώς θα πήγαινα τώρα πια στο σχολείο με ένα τόσο βαρύ στίγμα; Και πώς θα έπαιζα με τα άλλα παιδιά στη γειτονιά; Θα με ήθελαν;»
Θυμάμαι ότι εκείνο το μεσημέρι δεν έφαγα, έλεγα ότι πονάει το δόντι μου και όταν όλοι πήγαν για τον μεσημεριανό ύπνο, κατέβηκα σιγά σιγά στην αυλή και χτύπησα την πόρτα της Μαρίας που είχε αδελφό στους Λαμπράκηδες. Της εξήγησα την κατάσταση και τη ρώτησα αν είμαι οπωσδήποτε χουντικιά με αυτή τη βρωμοέκθεση που πήγα και έγραψα και τι να κάνω για να ξε-γίνω. Οι απαντήσεις της δεν με διαφώτισαν ιδιαίτερα, αφού μου είπε «να προσέχω άλλη φορά τα πονηρά θέματα στις εκθέσεις! γιατί «αυτό» όταν πέσει η χούντα, θα με ακολουθεί για πάντα!» Απελπίστηκα εντελώς! Τα είπα όλα στον Ερρίκο το γάτο μου σιγά σιγά στη σκάλα, αλλά εκείνος αφού με άκουσε με το ένα μάτι ανοιχτό, περιορίστηκε στο να τεντωθεί και να ξανακουλουριαστεί για ύπνο.
Γύρισα άπραχτη κι ανήσυχη στο σπίτι. Περίμενα να ξυπνήσει ο πατέρας μου και να ανάψει τσιγάρο πίνοντας τον καφέ του. Μετά πλησίασα και του είπα για τη διάκριση και για την πιθανή μου βράβευση.
«Αλλά, τα παιδιά με κοροϊδεύουν και δεν την θέλω, μήπως μπορείς να πας στο σχολείο και να πεις ότι δεν θέλω να βραβευτώ;» συμπλήρωσα.
«Τι θέμα είχε η έκθεση;» με ρώτησε ανίδεος.
«Πώς αισθάνθηκα όταν επέστρεψα στο σπίτι μου και έμαθα ότι η Εθνική Κυβέρνησις, χάρισε τα αγροτικά χρέη στην οικογένειά μου» απήγγειλα με στόμφο.
Ο πατέρας μου έμεινε αποσβολωμένος. Με κοίταζε σαν να είχα αποκτήσει ξαφνικά δύο κεφάλια ή ένα τρίτο μάτι. Τελείωσε το τσιγάρο του και άναψε δεύτερο, πράγμα σπάνιο. Άρα τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.
«Ανάθεμα την έκθεση! Αχ Θεέ μου ας γλυτώσω τώρα και δεν θα ξαναγράψω ποτέ τίποτα!»
Το δεύτερο τσιγάρο κόντευε να τελειώσει και τότε μου είπε με απορία: «Καλά, αφού εμείς δεν έχουμε χωριό, ούτε αγροτικά χρέη, πώς τα έγραψες όλα αυτά;»
«Τα φαντάστηκα» του λέω, «αλλά δεν το θέλω το βραβείο.»
Εκείνος προσπαθώντας να συνέλθει από την έκπληξη, πιάστηκε από τη μόνη βεβαιότητα που είχε αποκομίσει στη ζωή του: Η πραγματικότητα είναι πιο δυνατή και επιβλητική από οποιαδήποτε επινόηση και φαντασία. Έτσι είπε ήσυχα : «Μην ανησυχείς, θα βρεθεί καμιά καλύτερη έκθεση, θα τη γράψει κάποιος από κανένα χωριό που δεν θα τα έχει φανταστεί, αλλά θα τα έχει ζήσει!»
Μετά έφυγε για τη δουλειά του και με άφησε να σκέφτομαι ότι πράγματι θα γλυτώσω και κάποιος άλλος θα είναι πια ο χουντικός!
Τις επόμενες ημέρες δεν με ειδοποίησε κανείς για περαιτέρω διάκριση και δεν ξέρω ακόμα αν αυτό ήταν τυχαίο, πάντως, έκτοτε, σταμάτησα να γράφω διάφορα στις εκθέσεις και περιορίστηκα στο αυστηρό σχήμα: Πρόλογος, κυρίως θέμα, επίλογος, με δέκα κουβέντες και χωρίς λογοτεχνικές εξάρσεις, μέχρι τη μεταπολίτευση!
Ανάμνηση 3η.
Τη μισή έκτη δημοτικού την έκανα σε καινούργιο σχολείο, σε άλλη πόλη, άλλη γειτονιά με άλλους δασκάλους και άλλους συμμαθητές και όλο το σοκ που μου προκάλεσε αυτή η ανεπιθύμητη και αναγκαστική αλλαγή, είχε επακόλουθο να εμφανίσω για άμυνα, μια εσωστρέφεια μέχρι να ενταχθώ στη νέα πραγματικότητα.
Στο νέο σχολείο ο Διευθυντής με έβαλε να καθίσω στο πρώτο θρανίο. Την ώρα των εικαστικών/καλλιτεχνικών, όλοι άλλαζαν θέσεις, κυκλοφορούσαν και μιλούσαν μεταξύ τους. Η δασκάλα καθόταν στην έδρα της και συνήθως διόρθωνε γραπτά. Εγώ, χωρίς άνεση και χωρίς φίλους στην καινούργια τάξη, αυτή την ώρα καθόμουν στο θρανίο μου και περίμενα να χτυπήσει το κουδούνι.
Κάποια μέρα που προφανώς βαριόμουν αφόρητα και αφού τελείωσα με τη «διατεταγμένη» ζωγραφική, παρέλαβα το βιβλίο της Ιστορίας και άρχισα τις εικαστικές παρεμβάσεις! Στην τελευταία σελίδα είχε μια ευμεγέθη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γεώργιου Παπαδόπουλου και μετά το απαραίτητο πουλί της χούντας. Τον παρέλαβα λοιπόν «τον πρόεδρο» και τον μεταμόρφωσα εντελώς. Όταν τελείωσα, έμοιαζε περισσότερο με τον Τζων Λένον. Του πρόσθεσα μαλλιά μακριά, πλούσια μούσια και μουστάκια. Και όλα αυτά με στυλό!
Την επόμενη ώρα είχαμε Ιστορία και όπως καθόμουν στο πρώτο θρανίο, η δασκάλα πήρε το βιβλίο μου για να εξετάσει. Το βιβλίο έμεινε όλη την ώρα πάνω στην έδρα της. Όταν η ώρα τελείωσε και χτύπησε το κουδούνι εκείνη έφυγε και εγώ αναζήτησα το βιβλίο μου. Το βιβλίο είχε κάνει φτερά. Έφαγα τον κόσμο, αλλά το βιβλίο δεν βρέθηκε, έτσι την επόμενη ώρα, μόλις μπήκε την ρώτησα αν το πήρε κατά λάθος. Τότε εκείνη, μου απάντησε αυστηρά να πάω στο γραφείο με όλα τα βιβλία μου και με ακολούθησε.
Μπαίνοντας ανύποπτη και έκπληκτη στο γραφείο, αντίκρισα όλους τους δασκάλους του σχολείου να κάθονται σε ένα μεγάλο τραπέζι. Άλλοι (όταν τους σκέφτηκα εκ των υστέρων σε μεγάλη ηλικία), ήταν αμήχανοι, άλλοι αδιάφοροι και κάποιοι λίγο εχθρικοί, όλοι όμως με κοίταζαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η δασκάλα άρχισε να φυλλομετράει επιδεικτικά ένα ένα όλα μου τα βιβλία και να τα ακουμπάει επάνω στο μεγάλο τραπέζι. Στάθηκα όρθια στη μέση της αίθουσας και όταν τελείωσε με την έρευνα στα πειστήρια του εγκλήματος, άκουσα ένα οξύ κατηγορητήριο από τα χείλη της, «για τα εθνικά σύμβολα και τον πρωθυπουργό της χώρας μας και την προσβολή που έκανα στην εθνική μας κυβέρνηση και πόσο ανθελληνικό, προσβλητικό και απαράδεκτο ήταν να γελοιοποιώ τον αξιότιμο πρόεδρο της κυβέρνησης.» Έκλεισε δε, δηλώνοντας απειλητικά «ότι αυτό δεν μπορεί να το ανεχθεί και ότι θα μου χαλούσε τη διαγωγή.»
Νομίζω ότι κάπως έτσι θα ήταν τα στρατοδικεία της χούντας, τηρουμένων των αναλογιών της ηλικίας και του εγκλήματος του κατηγορουμένου.
Τελειώνοντας το κατηγορητήριο, πήρε το λόγο ο Διευθυντής που με ρώτησε «αν ο πατέρας μου δουλεύει κάπου κοντά και αν θα μπορούσα να τον φέρω τώρα αμέσως στο σχολείο, διότι το θέμα είναι σοβαρό και επείγον!»
Βεβαίωσα ότι σε λίγη ώρα θα ήταν εκεί και ξεκίνησα να τον φέρω. Φεύγοντας, με ακολούθησε ο Διευθυντής για να μου ανοίξει την πόρτα της αυλής.
Σε όλη τη διαδρομή μου μιλούσε φωνάζοντας και μου εξηγούσε ότι πρέπει να γυρίσω αμέσως, γιατί οι δάσκαλοι έχουν μάθημα και δεν μπορούν να περιμένουν. Όταν βγήκαμε από το κτίριο στην αυλή, μου είπε γρήγορα και χαμηλόφωνα: «Πες του μπαμπά σου να ζητήσει συγγνώμη για το μωρό σας που σου μουτζούρωσε το βιβλίο. Τη δασκάλα να του πεις τη λένε Γεωργία Παπαδοπούλου και πρέπει το θέμα να σταματήσει εδώ. Κατάλαβες;»
Βγήκα απ’ το σχολείο πήγα τρέχοντας στην ταβέρνα του πατέρα μου και του εξήγησα μέσες άκρες την υπόθεση. Εκείνος έβγαλε την ποδιά, παράτησε τις πατάτες που καθάριζε και τα υπόλοιπα εδέσματα που προετοίμαζε για το βράδυ και ξεκίνησε να αντιμετωπίσει το νέο μπελά που του ετοίμασε το βλαστάρι του.
Στο δρόμο δεν μιλούσε καθόλου για τίποτα και όταν στο τέλος, λίγο πριν μπούμε στην αυλή, θυμήθηκα να του πω αυτά που μου είπε ο διευθυντής, μου είπε: «Το μικρό σου αδελφάκι είναι αγόρι, τεσσάρων χρονών.»
«Πάει, τρελάθηκε!» σκέφτηκα.
Η διαδικασία ήταν εφιαλτική. Ο πατέρας μου στεκόταν όρθιος και άκουγε το κατηγορητήριο της δασκάλας, εμπλουτισμένο με την απόδοση ευθυνών προς τους γονείς που δεν ελέγχουν τα παιδιά τους και τους ξεφεύγουν και παίρνουν τον κακό δρόμο και γίνονται «επικίνδυνοι κομμουνισταί» και άλλα τραγικά και φαιδρά που μόνο ένα θέατρο παραλόγου θα δικαιολογούσε. Στο τέλος του δήλωσε ότι το βιβλίο θα πήγαινε με αναφορά στο υπουργείο και ότι αυτό σήμαινε ότι μπορεί να αποβληθώ από το σχολείο να γίνουν έρευνες για το ποιος με έβαλε να γελοιοποιήσω τον πρωθυπουργό και αυτός, που ήταν ο κηδεμόνας μου, υπεύθυνος για την ανατροφή μου και τη διαγωγή μου, έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά για την συμμετοχή του ή την αμέλειά του.
Ο πατέρας μου άρχισε να εκθέτει την κατάσταση με το μωρό, που ήταν άτακτο και ζωηρό και δεν άφηνε τίποτα στη θέση του στο σπίτι και έτσι αναγκάζομαι να το προσέχω εγώ, ενώ διαβάζω, γιατί οι γονείς μου δουλεύουν μέρα και νύχτα στο μαγαζί. Ζήτησε συγγνώμη και προσφέρθηκε να αντικαταστήσει το βιβλίο με ένα καινούργιο χωρίς μουτζούρες και να πάρει μέτρα για το μωρό!
Η δασκάλα κοίταζε τον Διευθυντή περιμένοντας να ενισχύσει τη θέση της και να ανακοινωθεί η εκτέλεσή μου! αλλά εκείνος άκουγε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, απορροφημένος τον πατέρα μου. Τότε η δασκάλα γύρισε νευριασμένη και κοιτάζοντας και τους δυό μας ρώτησε θριαμβευτικά: «Πόσων χρονών είναι το μωρό και τι είναι;» τότε ο Διευθυντής σηκώθηκε νευρικά από τη θέση του.
«Τεσσάρων, αγόρι» απαντήσαμε κι οι δυο μαζί και ο διευθυντής αναστέναξε ανακουφισμένος. Μετά αποφάσισε ότι έπρεπε να λήξει σύντομα αυτό το άθλιο πανηγύρι, γιατί κανείς δεν ήξερε όσο διαρκούσε, τι διαστάσεις μπορούσε να πάρει.
Συνόψισε λοιπόν τα θέματα, δέχτηκε τη συγγνώμη, δέχτηκε τα μέτρα που θα παρθούν για τον μικρό αντάρτη και ζήτησε από τον πατέρα μου να με απαλλάξουν από αυτόν, μετά με έβαλε να ζητήσω συγγνώμη από την εκλεκτή ομήγυρη και είπε ότι αύριο με δικά μου έξοδα πρέπει να έρθω στο σχολείο με καινούργιο καθαρό βιβλίο.
Η δασκάλα έμεινε αποσβολωμένη, όλα γίνονταν εξαιρετικά γρήγορα και δεν συμφωνούσε, ήξερε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα αλλά δεν καταλάβαινε τι της ξεφεύγει,επιπλέον δεν έβλεπε και συσχετισμό υπέρ της, για να οδηγήσει την κατάσταση στα άκρα, έτσι παρέμεινε σιωπηλή, αλλά έβαλε έναν όρο που δεν κατάλαβα ποτέ, αν είχε να κάνει με την ηλιθιότητά της, το φασισμό της ή την εκδικητικότητά της: «Αύριο, πρέπει να έχουν σβηστεί όλες οι ασχήμιες και το βιβλίο να έρθει καθαρό στο σχολείο!»
Ο πατέρας μου χαιρέτησε, ευχαρίστησε και έφυγε. Το μεσημέρι που γύρισε στο σπίτι, με βρήκε να σβήνω όλες εκείνες τις απλωτές επιφάνειες του στυλό με τη γόμα και «τον πρόεδρο» σε άθλια κατάσταση, «μακιγιαρισμένο» με φάμπερ μολύβι στα σημεία που είχε σχεδόν σκιστεί από το σβήσιμο. Μου άφησε ένα καινούργιο βιβλίο ιστορίας στο τραπέζι χωρίς να πει λέξη και πήγε να ετοιμαστεί για φαγητό. Ούτε την ίδια ημέρα ούτε ποτέ ξανά, δεν μου έκανε κουβέντα για το επεισόδιο.