Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Εξετάσεις

Κάθομαι σε καφέ/εστιατόριο. Δίπλα σε απόσταση αναπνοής κάθεται παρέα. Δυο νεαροί και ένα ζευγάρι. Μετά από ένα μπουκαλάκι ούζο (χωρίς μεζέ), ο ένας νεαρός αρχίζει να διηγείται το πώς τον άφησε η κοπέλα του. Λέει και ξαναλέει τον πόνο του .Οι φίλοι του τον ακούν υπομονετικά χωρίς να τον διακόπτουν. Αναλύει, ρωτάει και απαντάει, επιχειρηματολογεί, διαμαρτύρεται. Είναι στενοχωρημένος και πληγωμένος από τη στάση της. Δεν έχει καταλάβει γιατί του φέρθηκε έτσι. Είναι ήρεμος και ευγενής αλλά αμετακίνητος στο πρόβλημά του. Μετά το δεύτερο μπουκαλάκι ούζο, ανακεφαλαιώνει και πάλι αναρωτιέται γιατί.
Σε μια ώρα έχει πει: Δεν με αγαπάει, δεν αγαπάς, αγαπάω, δεν με αγάπησε, είχα αγαπήσει, αγαπώ, δεν με είχε αγαπήσει.
Είναι χρόνια που έχω να ακούσω τόσες πολλές φορές το ρήμα και από ένα τόσο νέο παιδί.
Έτσι απλά, χωρίς κόμπλεξ, χωρίς κανένα ύφος και δίλημμα.
ἀγαπάω – ἀγαπῶ (συνηρημένο) (α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής και υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα)
Καθόλου SOS ρε γαμώτο στις πανελλήνιες. Ποτέ.
Κανείς δεν περιμένει να πέσει κάτι τόσο απλό.
Απλό; Απλό; ΑΠΛΟ;
Όλοι, σχολείο, φροντιστήριο, καθηγητές, τονίζουν, επιμένουν, απαιτούν, το
ίστημι, τυγχάνω, αφικνούμαι, λανθάνω, εξανδραποδίζομαι, οίομαι και οίμαι, φέρω και άλλα πολλά.
Ο σκληρός δίσκος του μυαλού τους έχει γεμίσει από ρήματα.
Αγαπώ, όμως;
Αγαπώ, όχι.
Αχρείαστο ρήμα. Αχρείαστη γνώση. Αχρείαστη λέξη.
Αχρείαστο αίσθημα.
Αχ, έτσι θα πάνε, απροετοίμαστα…

Ματ

 

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν η μικρή με τη μεγάλη, οι ρόλοι ήταν ήδη μοιρασμένοι. Η μια ήταν η νύφη και η άλλη η πεθερά.
Η μικρή λόγω ηλικίας, άγνοιας και απειρίας του ρόλου στο συγκεκριμένο project, αλλά κυρίως λόγω της φυσικής τάσης να πηγαίνει κόντρα στα στερεότυπα, δεν είχε προσδοκίες ούτε απαιτήσεις από αυτή τη συνάντηση. Δεν έπαιζε καν το ρόλο. Ήταν μια γνωριμία με το νέο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ζητούσε και δεν περίμενε τίποτα.
Η μεγάλη, ενώ φαινόταν στα μάτια της ότι η φύση της ήταν καλή και αγαθή, η ηλικία και η εμπειρία της, την ωθούσαν ή μάλλον την ανάγκαζαν, να παίξει το ρόλο της. Το ρόλο της μάνας του γαμπρού, που έχει μια περιέργεια, μια ελπίδα και μια προσδοκία, για το προφίλ ή καλύτερα το «ποιόν» της γυναίκας με την οποία θα ζήσει ο γιός της. Και εδώ που τα λέμε, ποια Ελληνίδα μάνα δεν θα είχε ένα ενδιαφέρον ή μια αγωνία για να διαγνώσει με μια ματιά, με δυο πράξεις ή συμπεριφορές της μικρής, εκείνα τα στοιχεία που θα έδιναν μια προοικονομία για την πορεία αυτού του γάμου.
Σε εκείνη τη συνάντηση, η μεγάλη έριξε μια φευγαλέα ματιά και γρήγορα γύρισε αλλού το βλέμμα της. Ήταν σαν να φοβόταν να κοιτάξει πολύ, μήπως και δει κάτι που δεν της αρέσει και προδοθεί.
Η μικρή πάλι, ήταν ένα άτομο που καταλάβαινε πιο πολλά από όσα έπρεπε και έβλεπε πιο πολλά από όσα έπρεπε να βλέπει μια μικρή. Σε εκείνο λοιπόν το στιγμιαίο βλέμμα, είδε τη δυσπιστία.
Όχι την απόρριψη, ούτε την απογοήτευση, τίποτα περισσότερο από τη δυσπιστία.
Πέρασε λίγος καιρός, χάθηκε η αμηχανία της πρώτης γνωριμίας και τότε η μικρή κατάλαβε.
Ο γάμος για τη μεγάλη στηριζόταν σε τέσσερα πόδια. Στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Για να διατηρηθεί ένας γάμος, έπρεπε η γυναίκα να μαγειρεύει. Να αξιοποιεί καθημερινά με οικονομικό και ωφέλιμο τρόπο τα σωστά προϊόντα ώστε να προετοιμάζει σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό και να διατρέφει την οικογένειά της. Ήταν η βασική της υπευθυνότητα.
Η μικρή τότε, είχε άλλες φουρτούνες στο κεφάλι της. Έπρεπε να συντελέσει στο να αλλάξει ο κόσμος. Και ο κόσμος τότε άλλαζε, με συνεδριάσεις, με ολομέλειες, με ομιλίες, με εκλογές , με διαδηλώσεις, με προεκλογικές εκστρατείες και άλλα καθήκοντα, που είχαν προτεραιότητα και δεν μπορούσαν καθόλου να μείνουν στην άκρη. Αν σε αυτά όλα, τα ύψιστα, προσθέσεις και την προσπάθεια για την προσαρμογή σε διάφορες νέες καταστάσεις, καθώς και τη διαφορετική αντίληψη αλλά και προτίμηση για το τι τρώνε οι άνθρωποι, στα εικοσιπέντε και τι, στα εξήντα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή και η προετοιμασία του φαγητού είχε διαφορετική ιεράρχηση στο μυαλό των δύο γυναικών.
Εκεί λοιπόν είχε την έδρα της η αρχική δυσπιστία της μεγάλης. Δεν της «γέμισε το μάτι της» σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, η μικρή, για ικανή και άξια μαγείρισσα.
Ο καιρός πέρασε, έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος και χρόνια. Οι ιεραρχήσεις της μικρής τροποποιήθηκαν, (μια και αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ), αλλά παρά το γεγονός ότι και η μικρή, ήταν της άποψης, «Κάθε μέρα σπιτικό φαγητό», οι ώρες που απαιτούσε η εργασία της καθώς και η συστηματική ενασχόληση με την ολόπλευρη ανάπτυξη δύο μικρών παιδιών δεν άφηναν πολλά περιθώρια για τρίωρα στην κουζίνα. Έτσι οι διαφορετικές προτιμήσεις με τη μεγάλη παρέμεναν.
Η μεγάλη το μάντευε αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Κάθε φορά που οι δυο γυναίκες συναντιόντουσαν, η μεγάλη ρωτούσε τη μικρή, «τι τρώνε», «τι μαγειρεύει» και «πώς το μαγειρεύει». Η μικρή της απαντούσε πάντα με λεπτομέρειες καθησυχαστικές, αλλά πάλι εκείνη η αρχική δυσπιστία ήταν παρούσα. Ευγενικά κρυμμένη, αλλά παρούσα.
Μεταξύ τους δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Η κάθε μία όμως προωθούσε επίμονα τον τρόπο αντίληψής της, σχετικά με το φαγητό και τη διατροφή μιας οικογένειας.
Η μεγάλη δυσπιστούσε και φρόντιζε να «φέρει στον ίσιο δρόμο της μαγειρικής» τη μικρή, κυρίως με το να της στέλνει δέματα με παραδοσιακά και δικής της παραγωγής προϊόντα. Έτσι η μικρή παρελάμβανε δέματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες από ζαρζαβατικά και ντόπια προϊόντα και ό, τι άλλο πίστευε η μεγάλη, ότι έπρεπε να τρώει μια «σωστά» διατρεφόμενη οικογένεια. Με κάθε ευκαιρία επίσης, εξηγούσε πώς μαγειρεύονται τα διάφορα παραδοσιακά φαγητά και πώς, θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν να τρώνε τα πάντα και να μην κακομαθαίνουν με λιχουδιές και περίτεχνα φαγητά. Δεν την απασχολούσαν ούτε οι προτιμήσεις των παιδιών και των μεγάλων πια, γονιών τους, ούτε οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί με τα χρόνια, σε όλα όσα αφορούσαν τη διατροφή των εργαζομένων νέων ανθρώπων.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αλλά τα δέματα κατέφθαναν στην ίδια πάντα λογική. Πάντα γεμάτα με λογής λογής ζαρζαβατικά, τα οποία ήταν σε μεγάλες ποσότητες, (για πρακτικούς λόγους) και τα οποία έπρεπε να μαγειρευτούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ άσχημη η κατάληξή τους. Λάχανα σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ, που έπρεπε τάχιστα να φαγωθούν, κιλά από χόρτα που επίσης έπρεπε να βράσουν, κουκιά χλωρά που δεν τα έτρωγε κανείς μαζί με χλωρά σκορδόφυλλα, που δεν ήξερε κανείς στην ηλικία της μικρής ότι υπάρχουν, κολοκυθάκια, ων ουκ έστιν αριθμός και βέβαια πάντα, ατελείωτες ποσότητες από φασολάκια μπαρμπούνια. Όλα αυτά όταν έφθαναν, από φιλότιμο και σεβασμό στον κόπο που περιείχαν, έπρεπε αμέσως να καθαριστούν και να μαγειρευτούν διότι αλλιώς θα κατέληγαν στα σκουπίδια.
Η μικρή τα μαγείρευε ελπίζοντας ότι το επόμενο δέμα θα αργούσε, και εκνευριζόταν κάθε φορά που τα φασόλια κατέφθαναν μαζί με τα βλίτα και τις ξινομυζήθρες που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν καλιτσούνια ή τυρόπιτες.
Οι ελεύθερες ώρες της ήταν λίγες και οι ανάγκες της οικογένειας πολλές.
Οι προθέσεις της μεγάλης, ήταν άγιες. Πίστευε ότι βοηθούσε στην σωστή διατροφή και στην οικονομία της οικογένειας. Η μικρή δεν τις αμφισβητούσε, αλλά αυτή διαδικασία, αυτή η παρέμβαση, την κούραζε και την ενοχλούσε.
Κάποια φορά το καλοκαίρι που συναντήθηκαν στο σπίτι της μεγάλης στο χωριό, η μικρή πρόσεξε και θαύμασε τον κήπο της μεγάλης. Απόρησε πώς ένας άνθρωπος τόσο πρακτικός, πότιζε καθημερινά ανάμεσα στις τόσες πρακτικές ασχολίες της, έναν κήπο που δεν της πρόσφερε τίποτα. Οι φυτεμένες στο έδαφος γαρδένιες είχαν γίνει μεγάλοι φουντωτοί και ψηλοί θάμνοι. Ήταν κατάφορτες με λουλούδια και το άρωμά τους ήταν μεθυστικό. Πιο πέρα ήταν φυτεμένες μικρές ροζ τριανταφυλλιές , άλλες τριανταφυλλιές κίτρινες, ένα κοράλι, γαρύφαλλα, άλλα λουλούδια και βασιλικοί. Ο κήπος ήταν απλός, μυρωδάτος και γνήσιος. Άλλα λουλούδια ήταν σε πήλινες παλιές γλάστρες, και άλλα σε τενεκέδες.
Όταν η μικρή της είπε ότι είχε ωραίο κήπο, η μεγάλη την κοίταξε δύσπιστα. «Σ’ αρέσουν;»
«Σ’αρέσουν τα λουλούδια;» ρώτησε. Ήταν έξυπνη γυναίκα και αμφισβητούσε ότι μπορεί να της άρεσε της μικρής ένας τόσο απλός και ταπεινός κήπος.
«Μου αρέσει πολύ!» της δήλωσε η μικρή, «Τέτοιες γαρδένιες δεν έχω δει πουθενά! Είναι σχεδόν δέντρα και μυρίζουν τόσο δυνατά!»
Πέρασε καιρός και ένα ακόμα δέμα κατέφθασε.
Θεέ μου, πόσα φασολάκια και χόρτα θα φάμε ακόμα!-
Αυτή τη φορά όμως, εκεί, ανάμεσα στα φασόλια και τα βλίτα, ανάμεσα στα πορτοκάλια και τα κολοκυθάκια, ήταν και κάτι άλλο.
Μια ανθοδέσμη με πολύχρωμα λουλούδια του κήπου!
Τα κοτσάνια τους ήταν προσεκτικά τυλιγμένα σε βρεγμένο κουζινόχαρτο και μετά σε αλουμινόχαρτο. Η ανθοδέσμη ήταν τοποθετημένη και προφυλαγμένη σε μια ευρύχωρη σακούλα!
Επιπλέον, στο δέμα υπήρχε και ένα τάπερ. Όταν το άνοιξε η μικρή, έκπληκτη, βρήκε καμιά δεκαπενταριά γαρδένιες μέσα σε λίγο νεράκι να ευωδιάζουν μεθυστικά!

Αυτό ήταν. Η μεγάλη ήταν μετρ στο σκάκι. Έπαιξε, και με μια κίνηση έκανε ματ.

Η μικρή κοιτούσε την ανθοδέσμη και τις γαρδένιες και σκεφτόταν: «Αν αυτή η μεγάλη γυναίκα, μπορεί να κάνει μερικά βήματα μπροστά για να με συναντήσει, μπορώ κι εγώ να κάνω μερικά βήματα πίσω για να συναντηθούμε! »
Έτσι λοιπόν, άλλαξε αισθήματα για «το δέμα»! Τώρα πια το περίμενε με χαρά.
Έμαθε να μαγειρεύει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα χλωρά κουκιά και της άρεσαν κιόλας!
Έβραζε πού και πού, τα κολοκυθάκια μαζί με τις πατάτες και τα βλίτα στην ίδια κατσαρόλα , έτσι, για να της κάνει το κέφι, κι ας μη το έβλεπε κι ας μη το ήξερε η μεγάλη.
Έμαθε να φτιάχνει το μπουρέκι και γαμοπίλαφο με βραστό. Ακόμα και τούρτα έφτιαξε! Κρεατότουρτα και την κέρασε στη μεγάλη, η οποία τη θαύμασε και της έκανε γνήσιες φιλοφρονήσεις!

Μόνο τα καλτσούνια είχαν μείνει πια. Τα χορτάρινα. Δεν μιλάμε για οποιαδήποτε πιτάκια, και σπανακοπιτάκια. Μιλάμε γι αυτά τα διάσημα καλιτσούνια, που ήταν η ταυτότητα του νομού στην τουριστική του παρουσίαση. Τιμή και καύχημα όσων τα είχαν, χειροποίητα και σπιτικά και τα παρουσίαζαν στο τραπέζι τους.
Νοστιμιά, παράδοση, αγνά υλικά, υγεία, μεσογειακή διατροφή, όλα κλεισμένα σε ένα θαυματουργό ημικύκλιο! Θαύμα που ξεκίνησε από τα φτωχά και άγονα χωριά σε μεγάλο ύψος, όπου με λίγα άγρια χόρτα και αλεύρι , χωρίς έξοδα σχεδόν, έτρεφες και χόρταινες πολύτεκνες οικογένειες και κατέληξαν να γίνουν σήμα κατατεθέν. Αυτά λοιπόν τα διαβολεμένα καλιτσούνια η μεγάλη τα έφτιαχνε με την ευκολία και την άνεση που ανέπνεε. Η μικρή, δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με την τέχνη της.
Αυτά λοιπόν τώρα ήταν το κάστρο.
Ήταν το τελικό πειστήριο που χρειαζόταν για να φύγει και η τελευταία δυσπιστία.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά. Η μικρή έπαψε πια να είναι μικρή και η μεγάλη, η μεγάλη έγινε πολύ μεγάλη.
Άφησε τα καλιτσούνια και τα δέματα.
Μετά άφησε κι άλλα πολλά.
Μετά τα άφησε όλα.
Έγινε ελαφριά, ανάλαφρη για να μπορέσει να φύγει.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε.

Θα ήταν χαρούμενη αν όλος ο κόσμος μάθαινε και έφτιαχνε καλιτσούνια. Πίστευε ότι άξιζαν τον κόπο. Χαιρόταν και ήταν περήφανη γι αυτά.

Εδώ σας έχω τη συνταγή:
Φτιάξτε τα και να την θυμηθείτε.

Για το φύλλο θα χρειαστείτε:

1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι αλάτι
1 σφηνάκι τσικουδιά
1/2 ποτήρι λάδι

Για τη γέμιση:
Σπανάκι, περίπου 1 + 1/2 κιλό
Σέσκουλα, περίπου 1/2 κιλό
Καυκαλήθρες, 1 ματσάκι
Μάραθο, ½ από το ματσάκι και λιγότερο
4-5 φρέσκα κρεμμυδάκια
4-5 κρεμμυδόφυλλα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια
Μαϊντανό, ½ από το ματσάκι και λιγότερο

Λάδι (περίπου 1/4 της κούπας)
Αλάτι
Λίγο πιπέρι
Ξινομυζήθρα (2 πακέτα των 420 γραμ.) λιγότερο από κιλό δηλαδή
Σημείωση: Μπορεί κανείς να βάλει μόνο σπανάκι με το μάραθο τα κρεμμυδάκια και το μαϊντανό,
Όπως επίσης μπορεί να προσθέσει κι άλλα χόρτα της αρεσκείας του, π.χ λάπαθα
Μπορείτε να προσθέσετε και άλλο τυρί πχ φέτα, αυξομειώνοντας αναλόγως τις ποσότητες.

Ακόμα χρειάζονται:
1-2 αυγά χτυπημένα για την επάλειψη
Και σουσάμι για να τα πασπαλίσετε.

Εκτέλεση:
Ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι, την τσικουδιά και το λάδι και αρχίζετε να ρίχνετε σιγά σιγά το νερό, σε μια λεκάνη.
(Προσπαθούμε να προκύψει μια μαλακή και εύπλαστη ζύμη η οποία να μην κολλάει ώστε να ανοίξει εύκολα σε φύλλο. Μπορεί να μην χρειαστεί όλο το νερό)
Αφήνετε τη ζύμη σκεπασμένη με μια πετσέτα για καμιά ώρα.

Πλένετε καλά τα χορταρικά και τα απλώνετε σε κουζινόχαρτο στο τραπέζι ή στον πάγκο, ώστε να στεγνώσουν. (Μπορείτε να τα ετοιμάσετε το προηγούμενο βράδυ από την ημέρα που θα τα φτιάξετε, ή αλλιώς τα στεγνώνετε με άλλο κουζινόχαρτο))
Αφού στεγνώσουν τα κόβετε ψιλά ψιλά με μαχαίρι ,χωρίς τις ρίζες και τα σκληρά κοτσάνια σε μια λεκάνη.
Τους ρίχνετε λίγο αλάτι (Περίπου μια κουταλιά της σούπας για τις παραπάνω ποσότητες χορταρικών) , τα ανακατεύετε και τα στύβετε με τα χέρια για να «μαραθούν», δηλαδή να χάσουν τον όγκο τους και να μαλακώσουν. Πετάτε το ζουμί που θα βγάλουν.
Ρίχνετε μέσα στα χορταρικά το λάδι, λίγο πιπέρι και τη μυζήθρα θρυμματισμένη με τα δάκτυλα.
Ανακατεύετε να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα.
Παίρνετε τη ζύμη και την χωρίζετε σε δυο ή τρεις μπάλες για ευκολία .
Αρχίζετε να την ανοίγετε σε φύλλο μέτριο σε πάχος.
Κόβετε κομμάτια είτε τετράγωνα, με το ειδικό εργαλείο που κόβουμε ζύμες ,πίτσες κλπ, (ρόδα) είτε στρογγυλά με την βοήθεια από ένα πιατάκι του τσαγιού.
Σε κάθε κομμάτι βάζετε δυο κουταλιές γέμιση και είτε τα τετράγωνα τα κλείνετε σαν φακελάκια, κλείνοντας τις απέναντι γωνίες στο κέντρο,
Είτε τα στρόγγυλα κάνοντας ημικύκλια. Τις άκρες τις πιέζετε με ένα πιρούνι για να κλείσουν καλά το οποίο βρέχετε συνέχεια σε ένα ποτήρι με νερό.
Τα αλείφετε με το αυγό τα πασπαλίζετε με σουσάμι και τα ψήνεται σε αντικολλητικό χαρτί σε ταψί για περίπου μισή ώρα στους 180 βαθμούς.
Παρακάτω έχω επιλέξει από τα πολλά και διάφορα, τα πιο ενδιαφέροντα websites τα οποία δίνουν πολλές εναλλακτικές σε υλικά ,αλλά και πολλές τεχνικές λεπτομέρειες.
Αυτό που δίνουν κυρίως όμως είναι η εικόνα, (που ως γνωστόν ισοδυναμεί με 1000 λέξεις) και σου δίνει αμέριστη βοήθεια.

http://greekcook.gr/syntages/kalitsounia_pasxalina_xaniotika
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3003
http://delicieuses.forumotion.net/t2038-topic
http://aromakouzinas.blogspot.gr/2013/04/blog-post_29.html
https://www.sintagespareas.gr/sintages/kalitsounia-me-spanaki-kai-mizithra.html
http://goo.gl/9DydfG

 

 

 

Του ανιδιοτελούς

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, που μπορεί να μη σε ξέρουν σε βάθος καν, να μην έχεις ζήσει μαζί τους και να μην έχεις μοιραστεί τίποτα, να τους συναντάς σπάνια, όπως κοιτάζεις έναν επιβάτη στο απέναντι τραίνο.
Κι όμως, οι άνθρωποι αυτοί, σου λένε κάποτε μια κουβέντα,
που μπορεί,
να κρατιέσαι απ΄ αυτήν, χρόνια.
Να κρατιέσαι απ’ αυτήν στις χειρότερες ώρες σου. Να παρηγοριέσαι και να αντέχεις. Καμιά φορά και να σώζεσαι.
Θα’ πρεπε να υπάρχει κάπου ένα άγαλμα, ένα μνημείο, ένα ναός ,
Του αγνώστου κι ανιδιοτελούς συνανθρώπου.
Θα ήταν ένα δείγμα πολιτισμού.

Περπατώντας…

12062014559 21062014564 21062014565 03062015681 03062015682

T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3

Όταν τα καταφέρνω να αποδράσω από τον πύργο, παρότι τα μαλλιά μου δεν είναι πολύ μακριά και ο αλγόριθμος της Ραπουνζέλ χαλάει, όταν τα καταφέρω, περπατάω. Περπατάω χωρίς ακουστικά στα αυτιά, χωρίς μουσική, χωρίς ειδικό εξάρτημα που μετράει τα χιλιόμετρα που διανύω. Είμαι δηλαδή ένας ερασιτέχνης πεζοπόρος, με όλα τα καλά αυτής της επιλογής. Η διαδρομή που συνήθως διανύω είναι περίπου πέντε χιλιόμετρα. Ανάλογα πάντα την ημέρα, τις δυνατότητες και τη διάθεση. Η διαδρομή είναι όμως πάντα παραθαλάσσια. Τα αυτιά μου θέλω να είναι ελεύθερα, ακούω την κίνηση στο δρόμο, τα χαρακτηριστικά σφυρίγματα του τραμ, τα κουδούνια από τα ποδήλατα που με προσπερνούν, τα παιδιά που κλαίνε, τα σκυλιά που γαβγίζουν, σκόρπιες κουβέντες και γέλια άλλων περιπατητών και όταν ο αέρας αγριεύει, τις φωνές του και τους καβγάδες του με τη θάλασσα. Περπατάω με παρέα, συζητώντας και ακούγοντας και σκέπτομαι. Εκεί στην άκρη της παραλίας, αντίκρυ στη θάλασσα , μερικές φορές βρίσκομαι… στην Ηλιούπολη. Είναι το μέρος που γεννήθηκα και μεγάλωσα και πολλές φορές γυρίζω σε αυτό με έναν ανεξήγητο Ομηρικό τρόπο. Όσα χρόνια κι αν πέρασα δίπλα στη θάλασσα, δεν μπορούν να τη νικήσουν και να την εκτοπίσουν. Η Ηλιούπολη είναι ένα μέρος που το ξέρω σαν την παλάμη μου. Μπορώ να περπατήσω οπουδήποτε χωρίς να χαθώ, μπορώ να μαντέψω και να βρω ό, τι δεν ξέρω από τα μέρη της χωρίς να ανησυχήσω και θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μου να εγκατασταθώ και να νοιώσω σπίτι μου, εγώ, που μου παίρνει συνήθως οκτώ χρόνια, να συνηθίσω ένα καινούριο σπίτι και μια νέα γειτονιά στον ίδιο δήμο. Είναι η μαγεία της παιδικής ηλικίας, είναι η μαγεία της πρώτης επαφής με όλα τα πράγματα της ζωής; Καλοκαίρι, ζέστη αφόρητη, σαράντα βαθμοί και ο κόσμος όλος έξω στα μπαλκόνια, και στις αυλές. Τα λάστιχα έτρεχαν δροσερό νερό και πότιζαν κήπους με λουλούδια, τσιμέντα, μωσαϊκά, πλάκες και ξυπόλυτα πόδια και ενώ η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα, κανείς δεν αποφασίζει να πάει για ύπνο. Ήμουν περίπου έξι ετών και έπαιζα κρυφτό μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην αυλή και το πεζοδρόμιο. Τότε βγήκε η Μαρία, από την πόρτα του κάτω σπιτιού. Δεν έπαιζε μαζί μας, ήταν δεκατεσσάρων και πήγαινε στη Δευτέρα γυμνασίου. Πήρε το μεγάλο αντρικό ποδήλατο που πηγαινοερχόταν ο πατέρας της στη δουλειά και δειλά δειλά χωρίς να ζητήσει άδεια, άρχισε να κάνει μικρές βόλτες στην αυλή. Όλοι οι μεγάλοι ήταν αποχαυνωμένοι από τη ζέστη και με αντιδράσεις αργές χωρίς να δίνουν σημασία, έτσι εκείνη κάποια στιγμή, επωφελήθηκε και βγήκε από την μεγάλη διπλή μαύρη σιδερένια πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Εγώ ήμουν πίσω από μια φουντωτή ανθισμένη δάφνη και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να πεταχτώ και να «φτύσω» στο κρυφτό, τότε μου πέταξε κάπως αβέβαια: «Έλα ανέβα να πάμε μια βόλτα» Εγώ έτρεξα και ανέβηκα στη σχάρα πίσω της την αγκάλιασα σφιχτά κι αυτή άρχισε να κάνει πετάλι. Δεν θυμάμαι από ποιο δρόμο πήγε, ούτε πώς, νοιώθω όμως και μυρίζω ακόμα τον βουνήσιο αέρα της Ηλιούπολης, εκείνη την ζεστή νύχτα, όπως μας χτύπαγε στο πρόσωπο και θυμάμαι πάντα καθαρά αυτή την απίστευτη αίσθηση ελευθερίας που ένοιωθα καθώς το ποδήλατο κάλπαζε μέσα στην νύχτα, στην κεντρική λεωφόρο, χωρίς κανένα αυτοκίνητο αλλά και κανέναν πεζό και χωρίς να νοιώθω κανένα φόβο για τίποτα, μια και τα τρια-τέσσερα χιλιόμετρα, που υπολογίζω τώρα, ότι διανύσαμε πήγαινε-έλα, δεν είχαν για μένα καμιά διαφορά σε επικινδυνότητα απ’ την αυλή μας. Η Μαρία πάλι νομίζω ότι μιλώντας μου δυνατά κάθε τόσο, ξόρκιζε το φόβο της, όχι για τη νύχτα και την ερημιά, όσο για την απόφασή της να κάνει κάτι τόσο ασυνήθιστο και προχωρημένο, για εκείνο τον καιρό, χωρίς άδεια. Όπως και να’χει, Όταν γυρίσαμε, ούτε αυτή ούτε εγώ είμαστε ίδιες. Η θάλασσα όμως είναι εδώ, μια δυνατή παρουσία που δεν σου επιτρέπει να την αγνοήσεις και να στρέφεσαι σε αναμνήσεις. Ζωντανή και αεικίνητη,διεκδικεί μερίδιο απ΄την ψυχή σου. «Στραφταλίζει» στον ήλιο και αλλάζει διαρκώς χρώματα. Ένα ελαφρύ κυματάκι σπάζει στην άμμο,λίγο πιο μέσα είναι γαλαζοπράσινη και πιο βαθειά γίνεται σκούρο μπλε. Τραβάει το βλέμμα σου και απαιτεί να την κοιτάζεις. Ο ουρανός άλλοτε πέφτει βαρύς πάνω της κι άλλοτε την παρακολουθεί διακριτικά από απόσταση. Ο αέρας φυσάει αρκετά κι ας πλησιάζει το τέλος της Άνοιξης. Η διαδρομή είναι ειδυλλιακή με τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και στη παραλία έχουν στρώσει κάτω δεκάδες μικροπωλητές τα μαγαζάκια τους. Τελευταία δεν τους βλέπω να τα μαζεύουν άρον- άρον και να τρέχουν πανικόβλητοι να εξαφανιστούν. Φταίει άραγε η δημοτική αστυνομία που λείπει, ή γίνεται προσπάθεια να αποτελέσουν μέρος της ατμόσφαιρας και του «χρώματος» της παραλίας όπως σε άλλα μέρη του κόσμου, με τα χιλιάδες πολύχρωμα μικροπραγματάκια τους ; Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που κατάγονται συνήθως από την Αφρική, που κάθονται εδώ και πουλούν διάφορα, ή παίζουν μουσική, τι σκέφτονται; Τι νοιώθουν; Σκέφτονται την πατρίδα τους, τα παιδικά τους χρόνια, τόσο μακριά, αλλού; Τα αγαπημένα τους μέρη και πρόσωπα; Και νοσταλγούν; Κι όλοι αυτοί οι έλληνες που περπατούν; Τι σκέφτονται; Προσέχουν καθόλου και απολαμβάνουν τη φύση; Τα παιδιά θα θυμούνται αργότερα αυτές τις βόλτες; έχουν την ευκαιρία μιας συγκίνησης, μιας προσωπικής σύνδεσης που θα επιτρέψει να γίνει κάποια ανεξίτηλη εγγραφή μέσα τους; Και απασχολούν κανέναν αυτά ή εγώ είμαι στον κόσμο μου; Και όλα αυτά τα εξαρτήματα στα αυτιά τους ,κάνοντας τζόκινγκ ή βάδην ή περίπατο, που είναι τόόόόσο απαραίτητα, τους αφήνουν να εγγράψουν μέσα τους τον παφλασμό των κυμάτων; Μπορούν να κρατήσουν τον αέρα στο πρόσωπό τους, ακόμα κι όταν θα νοιώθουν να ασφυκτιούν στη ζωή τους; Αυτά κι άλλα σκέφτομαι όταν περπατάω, κι όταν μακρύνω πολύ,σκέφτομαι και τις βόρειες χώρες, με το κρύο τους, την καταχνιά τους,την παγωνιά τους,τη συννεφιά τους, που δεν σε ξεμυαλίζουν. Που σε αναγκάζουν να είσαι ακριβής,συνεπής,αποτελεσματικός,λεπτομερειακός και να ζεις χωρίς δικαιολογίες,χωρίς ηλιοβασιλέματα και χωρίς μουσικές από κυματισμούς. Όταν σκέφτεσαι χωρίς να το καταλάβεις περνάς το στρογγυλό κτίριο και αν αποφασίσεις να μπεις εσωτερικά, σου δίνεται η δυνατότητα μιας διπλής επιλογής. Ο ένας δρόμος είναι δίπλα στη θάλασσα. Υπάρχουν παγκάκια που μπορείς να κάτσεις και μυρίζει ιώδιο, νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη σου και όταν φυσάει αρκετά, το κύμα μπορεί να σε κάνει μούσκεμα καθώς σπάει με θόρυβο στα «μπλόκια», τους τεράστιους βράχους που έχουν βάλει για να προστατεύουν την τσιμεντένια διαδρομή από τη διάβρωση του νερού. Στο τέλος αυτής της διαδρομής, λίγο πριν μπεις στη Μαρίνα και αλλάξεις εντελώς εικόνες, μπορείς να ανέβεις μια μικρή σιδερένια σκάλα και να καθίσεις σε ένα φαρδύ πεζούλι ψηλά,αγναντεύοντας την απέραντη θάλασσα και να περάσεις την ώρα σου, χάνοντας ή βρίσκοντας τα νοήματα της ζωής σου. Η άλλη διαδρομή είναι μέσα από ένα τεράστιο,καταπράσινο,καθαρό,φροντισμένο,καλαίσθητο πάρκο. Έχει έκταση 4.800 στρεμμάτων και έχει 85 στρέμματα πράσινο, με πάρκα, αλσύλλια, παρτέρια, παιδικές χαρές, χώρο για σκύλους , όργανα γυμναστικής και νησίδες. Εκεί υπάρχει ο μεγαλύτερος παιδότοπος της Ελλάδας . Συστάδες από αλμυρίκια σε μέτρια μέχρι πολύ πυκνή φύτευση, δίνουν μια φυσικότητα και απλότητα στο χώρο και αποτελούν φυσικό φράχτη στην επίδραση της θάλασσας έχοντας το ρόλο του ανεμοθραύστη στην περιοχή. Υπάρχουν επίσης πολλοί διάδρομοι για ποδήλατο και περίπατο. Διανύοντας την μια ή την άλλη διαδρομή μπαίνεις στη Μαρίνα και εκεί μπορείς να περπατήσεις στα φαρδιά και πολυάνθρωπα πλακόστρωτα, να καθίσεις στα διάφορα καφέ ή να εξερευνήσεις και να παρατηρήσεις τα διάφορα σκάφη και τις προβλήτες. Εδώ δεν έχει μικροπωλητές ούτε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, οι φωτογραφίες απαγορεύονται και οι ιδιωτικοί αστυνομικοί φροντίζουν να τηρείται η τάξη. Φύση και άνθρωποι, δήμος και ιδιωτική πρωτοβουλία έχουν δημιουργήσει πολλαπλές δυνατότητες και ευκαιρίες στο πλαίσιο της πόλης, για αναψυχή, στοχασμό, άθληση ,ψυχαγωγία και διασκέδαση. Σε εμάς μένει, να περπατήσουμε, να σκεφτούμε και να νοιώσουμε ό, τι καλό.