Ματ

 

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν η μικρή με τη μεγάλη, οι ρόλοι ήταν ήδη μοιρασμένοι. Η μια ήταν η νύφη και η άλλη η πεθερά.
Η μικρή λόγω ηλικίας, άγνοιας και απειρίας του ρόλου στο συγκεκριμένο project, αλλά κυρίως λόγω της φυσικής τάσης να πηγαίνει κόντρα στα στερεότυπα, δεν είχε προσδοκίες ούτε απαιτήσεις από αυτή τη συνάντηση. Δεν έπαιζε καν το ρόλο. Ήταν μια γνωριμία με το νέο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ζητούσε και δεν περίμενε τίποτα.
Η μεγάλη, ενώ φαινόταν στα μάτια της ότι η φύση της ήταν καλή και αγαθή, η ηλικία και η εμπειρία της, την ωθούσαν ή μάλλον την ανάγκαζαν, να παίξει το ρόλο της. Το ρόλο της μάνας του γαμπρού, που έχει μια περιέργεια, μια ελπίδα και μια προσδοκία, για το προφίλ ή καλύτερα το «ποιόν» της γυναίκας με την οποία θα ζήσει ο γιός της. Και εδώ που τα λέμε, ποια Ελληνίδα μάνα δεν θα είχε ένα ενδιαφέρον ή μια αγωνία για να διαγνώσει με μια ματιά, με δυο πράξεις ή συμπεριφορές της μικρής, εκείνα τα στοιχεία που θα έδιναν μια προοικονομία για την πορεία αυτού του γάμου.
Σε εκείνη τη συνάντηση, η μεγάλη έριξε μια φευγαλέα ματιά και γρήγορα γύρισε αλλού το βλέμμα της. Ήταν σαν να φοβόταν να κοιτάξει πολύ, μήπως και δει κάτι που δεν της αρέσει και προδοθεί.
Η μικρή πάλι, ήταν ένα άτομο που καταλάβαινε πιο πολλά από όσα έπρεπε και έβλεπε πιο πολλά από όσα έπρεπε να βλέπει μια μικρή. Σε εκείνο λοιπόν το στιγμιαίο βλέμμα, είδε τη δυσπιστία.
Όχι την απόρριψη, ούτε την απογοήτευση, τίποτα περισσότερο από τη δυσπιστία.
Πέρασε λίγος καιρός, χάθηκε η αμηχανία της πρώτης γνωριμίας και τότε η μικρή κατάλαβε.
Ο γάμος για τη μεγάλη στηριζόταν σε τέσσερα πόδια. Στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Για να διατηρηθεί ένας γάμος, έπρεπε η γυναίκα να μαγειρεύει. Να αξιοποιεί καθημερινά με οικονομικό και ωφέλιμο τρόπο τα σωστά προϊόντα ώστε να προετοιμάζει σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό και να διατρέφει την οικογένειά της. Ήταν η βασική της υπευθυνότητα.
Η μικρή τότε, είχε άλλες φουρτούνες στο κεφάλι της. Έπρεπε να συντελέσει στο να αλλάξει ο κόσμος. Και ο κόσμος τότε άλλαζε, με συνεδριάσεις, με ολομέλειες, με ομιλίες, με εκλογές , με διαδηλώσεις, με προεκλογικές εκστρατείες και άλλα καθήκοντα, που είχαν προτεραιότητα και δεν μπορούσαν καθόλου να μείνουν στην άκρη. Αν σε αυτά όλα, τα ύψιστα, προσθέσεις και την προσπάθεια για την προσαρμογή σε διάφορες νέες καταστάσεις, καθώς και τη διαφορετική αντίληψη αλλά και προτίμηση για το τι τρώνε οι άνθρωποι, στα εικοσιπέντε και τι, στα εξήντα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή και η προετοιμασία του φαγητού είχε διαφορετική ιεράρχηση στο μυαλό των δύο γυναικών.
Εκεί λοιπόν είχε την έδρα της η αρχική δυσπιστία της μεγάλης. Δεν της «γέμισε το μάτι της» σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, η μικρή, για ικανή και άξια μαγείρισσα.
Ο καιρός πέρασε, έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος και χρόνια. Οι ιεραρχήσεις της μικρής τροποποιήθηκαν, (μια και αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ), αλλά παρά το γεγονός ότι και η μικρή, ήταν της άποψης, «Κάθε μέρα σπιτικό φαγητό», οι ώρες που απαιτούσε η εργασία της καθώς και η συστηματική ενασχόληση με την ολόπλευρη ανάπτυξη δύο μικρών παιδιών δεν άφηναν πολλά περιθώρια για τρίωρα στην κουζίνα. Έτσι οι διαφορετικές προτιμήσεις με τη μεγάλη παρέμεναν.
Η μεγάλη το μάντευε αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Κάθε φορά που οι δυο γυναίκες συναντιόντουσαν, η μεγάλη ρωτούσε τη μικρή, «τι τρώνε», «τι μαγειρεύει» και «πώς το μαγειρεύει». Η μικρή της απαντούσε πάντα με λεπτομέρειες καθησυχαστικές, αλλά πάλι εκείνη η αρχική δυσπιστία ήταν παρούσα. Ευγενικά κρυμμένη, αλλά παρούσα.
Μεταξύ τους δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Η κάθε μία όμως προωθούσε επίμονα τον τρόπο αντίληψής της, σχετικά με το φαγητό και τη διατροφή μιας οικογένειας.
Η μεγάλη δυσπιστούσε και φρόντιζε να «φέρει στον ίσιο δρόμο της μαγειρικής» τη μικρή, κυρίως με το να της στέλνει δέματα με παραδοσιακά και δικής της παραγωγής προϊόντα. Έτσι η μικρή παρελάμβανε δέματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες από ζαρζαβατικά και ντόπια προϊόντα και ό, τι άλλο πίστευε η μεγάλη, ότι έπρεπε να τρώει μια «σωστά» διατρεφόμενη οικογένεια. Με κάθε ευκαιρία επίσης, εξηγούσε πώς μαγειρεύονται τα διάφορα παραδοσιακά φαγητά και πώς, θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν να τρώνε τα πάντα και να μην κακομαθαίνουν με λιχουδιές και περίτεχνα φαγητά. Δεν την απασχολούσαν ούτε οι προτιμήσεις των παιδιών και των μεγάλων πια, γονιών τους, ούτε οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί με τα χρόνια, σε όλα όσα αφορούσαν τη διατροφή των εργαζομένων νέων ανθρώπων.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αλλά τα δέματα κατέφθαναν στην ίδια πάντα λογική. Πάντα γεμάτα με λογής λογής ζαρζαβατικά, τα οποία ήταν σε μεγάλες ποσότητες, (για πρακτικούς λόγους) και τα οποία έπρεπε να μαγειρευτούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ άσχημη η κατάληξή τους. Λάχανα σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ, που έπρεπε τάχιστα να φαγωθούν, κιλά από χόρτα που επίσης έπρεπε να βράσουν, κουκιά χλωρά που δεν τα έτρωγε κανείς μαζί με χλωρά σκορδόφυλλα, που δεν ήξερε κανείς στην ηλικία της μικρής ότι υπάρχουν, κολοκυθάκια, ων ουκ έστιν αριθμός και βέβαια πάντα, ατελείωτες ποσότητες από φασολάκια μπαρμπούνια. Όλα αυτά όταν έφθαναν, από φιλότιμο και σεβασμό στον κόπο που περιείχαν, έπρεπε αμέσως να καθαριστούν και να μαγειρευτούν διότι αλλιώς θα κατέληγαν στα σκουπίδια.
Η μικρή τα μαγείρευε ελπίζοντας ότι το επόμενο δέμα θα αργούσε, και εκνευριζόταν κάθε φορά που τα φασόλια κατέφθαναν μαζί με τα βλίτα και τις ξινομυζήθρες που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν καλιτσούνια ή τυρόπιτες.
Οι ελεύθερες ώρες της ήταν λίγες και οι ανάγκες της οικογένειας πολλές.
Οι προθέσεις της μεγάλης, ήταν άγιες. Πίστευε ότι βοηθούσε στην σωστή διατροφή και στην οικονομία της οικογένειας. Η μικρή δεν τις αμφισβητούσε, αλλά αυτή διαδικασία, αυτή η παρέμβαση, την κούραζε και την ενοχλούσε.
Κάποια φορά το καλοκαίρι που συναντήθηκαν στο σπίτι της μεγάλης στο χωριό, η μικρή πρόσεξε και θαύμασε τον κήπο της μεγάλης. Απόρησε πώς ένας άνθρωπος τόσο πρακτικός, πότιζε καθημερινά ανάμεσα στις τόσες πρακτικές ασχολίες της, έναν κήπο που δεν της πρόσφερε τίποτα. Οι φυτεμένες στο έδαφος γαρδένιες είχαν γίνει μεγάλοι φουντωτοί και ψηλοί θάμνοι. Ήταν κατάφορτες με λουλούδια και το άρωμά τους ήταν μεθυστικό. Πιο πέρα ήταν φυτεμένες μικρές ροζ τριανταφυλλιές , άλλες τριανταφυλλιές κίτρινες, ένα κοράλι, γαρύφαλλα, άλλα λουλούδια και βασιλικοί. Ο κήπος ήταν απλός, μυρωδάτος και γνήσιος. Άλλα λουλούδια ήταν σε πήλινες παλιές γλάστρες, και άλλα σε τενεκέδες.
Όταν η μικρή της είπε ότι είχε ωραίο κήπο, η μεγάλη την κοίταξε δύσπιστα. «Σ’ αρέσουν;»
«Σ’αρέσουν τα λουλούδια;» ρώτησε. Ήταν έξυπνη γυναίκα και αμφισβητούσε ότι μπορεί να της άρεσε της μικρής ένας τόσο απλός και ταπεινός κήπος.
«Μου αρέσει πολύ!» της δήλωσε η μικρή, «Τέτοιες γαρδένιες δεν έχω δει πουθενά! Είναι σχεδόν δέντρα και μυρίζουν τόσο δυνατά!»
Πέρασε καιρός και ένα ακόμα δέμα κατέφθασε.
Θεέ μου, πόσα φασολάκια και χόρτα θα φάμε ακόμα!-
Αυτή τη φορά όμως, εκεί, ανάμεσα στα φασόλια και τα βλίτα, ανάμεσα στα πορτοκάλια και τα κολοκυθάκια, ήταν και κάτι άλλο.
Μια ανθοδέσμη με πολύχρωμα λουλούδια του κήπου!
Τα κοτσάνια τους ήταν προσεκτικά τυλιγμένα σε βρεγμένο κουζινόχαρτο και μετά σε αλουμινόχαρτο. Η ανθοδέσμη ήταν τοποθετημένη και προφυλαγμένη σε μια ευρύχωρη σακούλα!
Επιπλέον, στο δέμα υπήρχε και ένα τάπερ. Όταν το άνοιξε η μικρή, έκπληκτη, βρήκε καμιά δεκαπενταριά γαρδένιες μέσα σε λίγο νεράκι να ευωδιάζουν μεθυστικά!

Αυτό ήταν. Η μεγάλη ήταν μετρ στο σκάκι. Έπαιξε, και με μια κίνηση έκανε ματ.

Η μικρή κοιτούσε την ανθοδέσμη και τις γαρδένιες και σκεφτόταν: «Αν αυτή η μεγάλη γυναίκα, μπορεί να κάνει μερικά βήματα μπροστά για να με συναντήσει, μπορώ κι εγώ να κάνω μερικά βήματα πίσω για να συναντηθούμε! »
Έτσι λοιπόν, άλλαξε αισθήματα για «το δέμα»! Τώρα πια το περίμενε με χαρά.
Έμαθε να μαγειρεύει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα χλωρά κουκιά και της άρεσαν κιόλας!
Έβραζε πού και πού, τα κολοκυθάκια μαζί με τις πατάτες και τα βλίτα στην ίδια κατσαρόλα , έτσι, για να της κάνει το κέφι, κι ας μη το έβλεπε κι ας μη το ήξερε η μεγάλη.
Έμαθε να φτιάχνει το μπουρέκι και γαμοπίλαφο με βραστό. Ακόμα και τούρτα έφτιαξε! Κρεατότουρτα και την κέρασε στη μεγάλη, η οποία τη θαύμασε και της έκανε γνήσιες φιλοφρονήσεις!

Μόνο τα καλτσούνια είχαν μείνει πια. Τα χορτάρινα. Δεν μιλάμε για οποιαδήποτε πιτάκια, και σπανακοπιτάκια. Μιλάμε γι αυτά τα διάσημα καλιτσούνια, που ήταν η ταυτότητα του νομού στην τουριστική του παρουσίαση. Τιμή και καύχημα όσων τα είχαν, χειροποίητα και σπιτικά και τα παρουσίαζαν στο τραπέζι τους.
Νοστιμιά, παράδοση, αγνά υλικά, υγεία, μεσογειακή διατροφή, όλα κλεισμένα σε ένα θαυματουργό ημικύκλιο! Θαύμα που ξεκίνησε από τα φτωχά και άγονα χωριά σε μεγάλο ύψος, όπου με λίγα άγρια χόρτα και αλεύρι , χωρίς έξοδα σχεδόν, έτρεφες και χόρταινες πολύτεκνες οικογένειες και κατέληξαν να γίνουν σήμα κατατεθέν. Αυτά λοιπόν τα διαβολεμένα καλιτσούνια η μεγάλη τα έφτιαχνε με την ευκολία και την άνεση που ανέπνεε. Η μικρή, δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με την τέχνη της.
Αυτά λοιπόν τώρα ήταν το κάστρο.
Ήταν το τελικό πειστήριο που χρειαζόταν για να φύγει και η τελευταία δυσπιστία.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά. Η μικρή έπαψε πια να είναι μικρή και η μεγάλη, η μεγάλη έγινε πολύ μεγάλη.
Άφησε τα καλιτσούνια και τα δέματα.
Μετά άφησε κι άλλα πολλά.
Μετά τα άφησε όλα.
Έγινε ελαφριά, ανάλαφρη για να μπορέσει να φύγει.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε.

Θα ήταν χαρούμενη αν όλος ο κόσμος μάθαινε και έφτιαχνε καλιτσούνια. Πίστευε ότι άξιζαν τον κόπο. Χαιρόταν και ήταν περήφανη γι αυτά.

Εδώ σας έχω τη συνταγή:
Φτιάξτε τα και να την θυμηθείτε.

Για το φύλλο θα χρειαστείτε:

1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι αλάτι
1 σφηνάκι τσικουδιά
1/2 ποτήρι λάδι

Για τη γέμιση:
Σπανάκι, περίπου 1 + 1/2 κιλό
Σέσκουλα, περίπου 1/2 κιλό
Καυκαλήθρες, 1 ματσάκι
Μάραθο, ½ από το ματσάκι και λιγότερο
4-5 φρέσκα κρεμμυδάκια
4-5 κρεμμυδόφυλλα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια
Μαϊντανό, ½ από το ματσάκι και λιγότερο

Λάδι (περίπου 1/4 της κούπας)
Αλάτι
Λίγο πιπέρι
Ξινομυζήθρα (2 πακέτα των 420 γραμ.) λιγότερο από κιλό δηλαδή
Σημείωση: Μπορεί κανείς να βάλει μόνο σπανάκι με το μάραθο τα κρεμμυδάκια και το μαϊντανό,
Όπως επίσης μπορεί να προσθέσει κι άλλα χόρτα της αρεσκείας του, π.χ λάπαθα
Μπορείτε να προσθέσετε και άλλο τυρί πχ φέτα, αυξομειώνοντας αναλόγως τις ποσότητες.

Ακόμα χρειάζονται:
1-2 αυγά χτυπημένα για την επάλειψη
Και σουσάμι για να τα πασπαλίσετε.

Εκτέλεση:
Ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι, την τσικουδιά και το λάδι και αρχίζετε να ρίχνετε σιγά σιγά το νερό, σε μια λεκάνη.
(Προσπαθούμε να προκύψει μια μαλακή και εύπλαστη ζύμη η οποία να μην κολλάει ώστε να ανοίξει εύκολα σε φύλλο. Μπορεί να μην χρειαστεί όλο το νερό)
Αφήνετε τη ζύμη σκεπασμένη με μια πετσέτα για καμιά ώρα.

Πλένετε καλά τα χορταρικά και τα απλώνετε σε κουζινόχαρτο στο τραπέζι ή στον πάγκο, ώστε να στεγνώσουν. (Μπορείτε να τα ετοιμάσετε το προηγούμενο βράδυ από την ημέρα που θα τα φτιάξετε, ή αλλιώς τα στεγνώνετε με άλλο κουζινόχαρτο))
Αφού στεγνώσουν τα κόβετε ψιλά ψιλά με μαχαίρι ,χωρίς τις ρίζες και τα σκληρά κοτσάνια σε μια λεκάνη.
Τους ρίχνετε λίγο αλάτι (Περίπου μια κουταλιά της σούπας για τις παραπάνω ποσότητες χορταρικών) , τα ανακατεύετε και τα στύβετε με τα χέρια για να «μαραθούν», δηλαδή να χάσουν τον όγκο τους και να μαλακώσουν. Πετάτε το ζουμί που θα βγάλουν.
Ρίχνετε μέσα στα χορταρικά το λάδι, λίγο πιπέρι και τη μυζήθρα θρυμματισμένη με τα δάκτυλα.
Ανακατεύετε να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα.
Παίρνετε τη ζύμη και την χωρίζετε σε δυο ή τρεις μπάλες για ευκολία .
Αρχίζετε να την ανοίγετε σε φύλλο μέτριο σε πάχος.
Κόβετε κομμάτια είτε τετράγωνα, με το ειδικό εργαλείο που κόβουμε ζύμες ,πίτσες κλπ, (ρόδα) είτε στρογγυλά με την βοήθεια από ένα πιατάκι του τσαγιού.
Σε κάθε κομμάτι βάζετε δυο κουταλιές γέμιση και είτε τα τετράγωνα τα κλείνετε σαν φακελάκια, κλείνοντας τις απέναντι γωνίες στο κέντρο,
Είτε τα στρόγγυλα κάνοντας ημικύκλια. Τις άκρες τις πιέζετε με ένα πιρούνι για να κλείσουν καλά το οποίο βρέχετε συνέχεια σε ένα ποτήρι με νερό.
Τα αλείφετε με το αυγό τα πασπαλίζετε με σουσάμι και τα ψήνεται σε αντικολλητικό χαρτί σε ταψί για περίπου μισή ώρα στους 180 βαθμούς.
Παρακάτω έχω επιλέξει από τα πολλά και διάφορα, τα πιο ενδιαφέροντα websites τα οποία δίνουν πολλές εναλλακτικές σε υλικά ,αλλά και πολλές τεχνικές λεπτομέρειες.
Αυτό που δίνουν κυρίως όμως είναι η εικόνα, (που ως γνωστόν ισοδυναμεί με 1000 λέξεις) και σου δίνει αμέριστη βοήθεια.

http://greekcook.gr/syntages/kalitsounia_pasxalina_xaniotika
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3003
http://delicieuses.forumotion.net/t2038-topic
http://aromakouzinas.blogspot.gr/2013/04/blog-post_29.html
https://www.sintagespareas.gr/sintages/kalitsounia-me-spanaki-kai-mizithra.html
http://goo.gl/9DydfG

 

 

 

Advertisements

Αλλού είναι το θέμα μου.

Κάθομαι και κοιτάζω αφηρημένα ένα λογαριασμό του super market. Ένας αγαπημένος, σχεδόν δεκαεφτάχρονος , αρκετά σκεπτόμενος και φιλοσοφημένος για την ηλικία του μου πετάει προκλητικά: «Χωρίς πόσα από αυτά θα μπορούσες να ζήσεις;» Κοιτάζω με πραγματικό ενδιαφέρον αυτή τη φορά το λογαριασμό, μετράω: «Από τα εξήντα πέντε προϊόντα, θα μου ήταν απολύτως απαραίτητα, οκτώ.» Ο νεαρός με κοιτάζει δύσπιστος και συνεχίζει ελπίζοντας να με στριμώξει για τα καλά: «Από τα πράγματα που έχουμε εδώ, χωρίς ποια θα μπορούσες να ζήσεις;» Αρχίζω να απαριθμώ: «Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς κινητό. Δεν μου είναι απαραίτητο, αν θέλω να επικοινωνήσω με κάποιον έχω το σταθερό, μπορώ να τον συναντήσω, ακόμα και γράμμα ξέρω να γράφω! Δεν μου προσφέρει τίποτα, δεν δηλώνω συνέχεια πού είμαι και τι κάνω και βαρέθηκα σε κάθε στάση του τραμ να ακούω Χ 4 :Έλα, είμαι Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έλα, είμαι Αγία Φωτεινή. Έλα, είμαι Μαρίνα Φλοίσβου. Χωρίς καμία άλλη αιτιολογία ή λόγο. Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτοκίνητο. Θα έπαιρνα τα ΜΜΜ και αν υπήρχε ανάγκη ταξί. Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τηλεόραση. Θα πήγαινα σινεμά ή θέατρο, θα άκουγα ραδιόφωνο και θα περπατούσα. Να μην αρχίσω τώρα και μετράω, καφετιέρες, φρυγανιέρες, τοστιέρες, φριτέζες, μίξερ, βραστήρες, πιστολάκι, ψηστιέρες, ηλεκτρικές σκούπες, κλπ κλπ.» Ο νεαρός με κοιτάζει σαν να έχω μόλις προσγειωθεί από τον Άρη και αναρωτιέται αν πρέπει να είναι φιλικός και να χαρεί που έχει τον E.T σπίτι του, ή αν πρέπει να με πετάξει με τις κλωτσιές έξω πριν αρχίσω τις καταστροφές γι αυτόν και τη γενιά του. Τον βλέπω να αμφιταλαντεύεται και τότε του δίνω τη χαριστική βολή: «Θα ζούσα χωρίς υπολογιστή !» Αυτό ήταν! Εκδηλώθηκε. «Εγώ δεν θα μπορούσα, χωρίς υπολογιστή, ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ!» Τον κοιτάζω.Αυτό τον άνθρωπο, τον μεγάλωσα εγώ. Με διάβασμα από μηδέν χρόνων, με μουσικές, με ζωγραφικές, με παιχνίδια παιδαγωγικά. «Ξέρεις , δεν είναι ότι νοσταλγώ μια εποχή χωρίς τεχνολογία, ούτε με ενδιαφέρει να μάθω πλέξιμο (κι ας έχει κι αυτό την αξία του). Εκστασιάζομαι στην ιδέα πώς οτιδήποτε μου λες, είτε γενικό είτε ειδικό, από όποιο πεδίο κι αν είναι: θετικών μαθημάτων, θεωρητικών ή οτιδήποτε θέλεις να συζητήσουμε που δεν το ξέρω, ή κάτι εφηβικό, σχετικό με μουσική, ή ψυχολογικό ,ή οτιδήποτε τέλος πάντων σε απασχολεί, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μπορώ να έχω πληροφορίες, γνώση και να διαμορφώσω άποψη, αφού λάβω υπόψη μου πολλές διαφορετικές και αξιόπιστες πηγές, χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, χωρίς να περιμένω και χωρίς να δαπανήσω χρήματα, και έτσι «το οποιοδήποτε χάσμα, ευθύς να γεμίσει άνθη» Μπορώ ακόμα να μεταφερθώ στην άλλη άκρη της γης και να δω, να ακούσω, να μάθω, να σκεφτώ και να αισθανθώ ,εύκολα και απλά, μπορώ να διαβάσω βιβλία, να μπω σε μουσεία, να παρακολουθήσω μουσικά δρώμενα, να δω εκθέσεις ζωγραφικής, να μάθω, να πληροφορηθώ , να αναπτυχθώ, « να πετάξω» χωρίς φτερά! Δεν το απαρνιέμαι εύκολα αυτό, δεν το περιφρονώ, δεν το πετάω, ούτε μπορεί να αντικατασταθεί με πεζοπορία ή άκουσμα θεάτρου από το ραδιόφωνο. Είναι ποιοτικό άλμα. Απλώς θέλω να πω, ότι έχω ζήσει χωρίς αυτό και ξέρω ότι γίνεται. Έχω ζήσει χωρίς όλα αυτά και ξέρω ότι μπορώ, αν χρειαστεί σε κατάσταση απολύτου ανάγκης, να ξαναζήσω» «Εγώ όχι! Δεν μπορώ» Επανέλαβε ο νεαρός μου τελεσίδικα και η συζήτηση έληξε. Στη γειτονιά μου σε μια απόσταση λιγότερη από χιλιόμετρο υπήρχαν τρία κομμωτήρια και τον τελευταίο μήνα άνοιξαν άλλα δυο. Σύνολο πέντε, σε μια ευθεία ενός χιλιομέτρου. Ας μην επεκταθούμε σε μετρήσεις στα στενά και τις πλατείες εκατέρωθεν της ευθείας γιατί θα ανακαλύψουμε γεωμετρική πρόοδο. Η συνήθης πρακτική είναι να δουλεύουν με ραντεβού και αν διανοηθείς να μπεις έτσι άνετα και ανάλαφρα, όπως κάνω εγώ συνήθως, (τα μαλλιά σου θέλεις να κόψεις ρε αδελφέ, για τρίχες μιλάμε) και πεις: «Μπορώ να κουρευτώ;» Ανταλλάσσουν βλέμματα απελπισίας και απόγνωσης, σαν να είδες φως και ανέβηκες στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό κέντρο και να είπες: « Γειάάάά σας! Μια και σας βρίσκω, μου κάνετε ένα τετραπλό By pass ;» Αφού σε κοιτάξουν τόσο όσο να καταλάβεις το άτοπον της συμπεριφοράς σου, μετά αναλαμβάνει η επικεφαλής του χειρουργείου εεεεε συγγνώμη, του κομμωτηρίου ήθελα να πω, να σου εξηγήσει, ότι: «ΔΕΝ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΕΤΣΙ!» Θα πρέπει να κλείσεις ραντεβού και να εμφανιστείς σοβαρά και υπεύθυνα την ημερομηνία και την ώρα που θα σου πουν, για να διεκπεραιώσεις αυτή την υψίστης σημασίας δράση, που λέγεται κούρεμα. Όταν έρθει αυτή η ευλογημένη ώρα και καθίσεις στην καρέκλα , τα μαλλιά σου έχουν μακρύνει ακόμα τρεις πόντους γιατί πάντα κάποια από τις επιφανείς πελάτισσες, έχει πάρει περισσότερο χρόνο, είτε γιατί δεν της άρεσε την τελευταία στιγμή το αποτέλεσμα, και φτου κι απ’ την αρχή, είτε γιατί το νερό δεν ζεστάθηκε καλά , είτε γιατί ήρθε μια έγκυος που δεν μπορεί να περιμένει, είτε γιατί έφεραν ένα παιδάκι που δεν κάθεται ήσυχο να περιμένει ,είτε, είτε, είτε, πάντα υπάρχει λόγος, που η συνέπεια στο ραντεβού ισχύει για εσένα και όχι γι αυτούς. Θα μου πείτε γιατί δεν πας σε κάποιο άλλο. Και το άλλο θα είναι το ίδιο ή χειρότερο, αυτό είναι σίγουρο. Όση ώρα λοιπόν περιμένεις , παρακολουθείς διακριτικά, συζητήσεις για μάσκες κουρασμένων μαλλιών, για « θεραπείες» επίσης κουρασμένων μαλλιών, για νύχια που ξεβάφουν εύκολα! Που σπάζουν, (πάλι καλά που δεν διαμαρτύρονται που μεγαλώνουν!) Για μύκητες στα νύχια, για φρύδια, για , για ,για για… Θα μου πείτε πρώτη φορά πας σε κομμωτήριο; ¨Όχι, αλλού είναι το θέμα μου. Οι γυναίκες που παρελαύνουν εκεί, είναι πάσης φύσεως, ηλικίας, σωματικής διάπλασης και οικονομικής δυνατότητας. Τα κάνουν συνήθως όλα: Μαλλιά: λούσιμο, θεραπείες, βάψιμο, ανταύγειες, (κάτι ενδιάμεσα στάδια που δεν τα έπιασα, για την κιτρινίλα για την ασπρίλα θα σας γελάσω) Κούρεμα, χτένισμα. Νύχια: Χέρια και πόδια. Επίσης φεύγοντας , αγοράζουν, είτε λακ, είτε μάσκα, είτε μανό. Θα μου πείτε: «ΤΙ ζόρι τραβάς με τα κομμωτήρια; Μην πας.» Αλλού είναι το θέμα μου. Στη γειτονιά μου επίσης στο ίδιο παραπάνω χιλιόμετρο, είναι τρία, φανερά, γυμναστήρια. Ο κόσμος και ο λαός που παρελαύνει και περιμένει, παρκάρει, ξε-παρκάρει εκεί , μόνο με τον κόσμο των δέκα (10), φανερών, φροντιστηρίων Γυμνασίου/Λυκείου/Πανελληνίων που υπάρχουν στο ίδιο χιλιόμετρο ,μπορεί να συγκριθεί. Οι πάντες καταφθάνουν βιαστικοί να γυμναστούν. Θα μου πείτε: «Τι σε νοιάζουν τα γυμναστήρια, άσε τον κόσμο να γυμναστεί». Άλλου είναι το θέμα μου. Και ερχόμαστε τώρα που έκλεισαν τα σχολεία σε όσους δεν έχουν την ευτυχία να κάνουν προετοιμασία (για έγκλημα, θα έπρεπε να πούμε) για τις πανελλήνιες, αυτές ναι,ναι, τις Πανελλήνιες που η κάθε κυβέρνηση, τις κόβει, τις ράβει, τις εξαγγέλλει, τις αναθεωρεί, τις εμπλουτίζει, τις αυξάνει ,τις μειώνει και οι οποίες θα οδηγήσουν στο ΙΔΙΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, από καταβολής κόσμου: Στην ισοπέδωση χιλιάδων άγουρων και ανώριμων παιδιών, στο σπρώξιμό τους στην απομνημόνευση και στην κατάποση αμάσητων γνώσεων; στην ψυχολογική τους κατάρρευση και στην είσοδο κατά κανόνα σε σχολές (που περίπου προτιμούν) αλλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις ανάγκες της χώρας , ή στην απόρριψή τους και στην είσοδο σε άλλες σχολές, που δεν προτιμούν και επίσης δεν τους εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας. Αυτοί λοιπόν (οι γονείς) που δεν έχουν το ιερό φροντιστήριο Της ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ, περνάνε πολύ καιρό στο ίντερνετ , βρίσκοντας και κανονίζοντας εκδρομικά μονοήμερα, διήμερα, τριήμερα. Κάθε τόσο ακούς για μια Τζια, μια Σύρο, μια Άνδρο, μια Αίγινα, μια Επίδαυρο, έναν Κόρφο, μια Εύβοια κλπ ., κλπ. Θα μου πείτε, «Τι σε ενοχλεί; Εσύ δεν κουνιέσαι απ’ το σπίτι σου;» Δεν με ενοχλεί. Αλλού είναι το θέμα μου. Θα μπορούσα να γράφω ως αύριο το πρωί, για μεταπτυχιακά χιλιάδων ευρώ, για αυτοκίνητα σε εικοσάχρονους, για καθημερινά μικροέξοδα επιπέδου ημερομισθίου που εξασφαλίζουμε στα «παιδιά μας»,για ορθοδοντικές χιλιάδων ευρω ,για γάμους και βαπτίσεις σε κτήματα και για ιατρικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα σε ιδιωτικά θεραπευτήρια με την αρωγή των ασφαλειών,συμπεριλαμβανομένης της γέννησης παιδιών στα ιδιωτικά μαιευτήρια σχεδόν κατ’αποκλειστικότητα. Και τίποτα από όλα αυτά δεν με ενοχλεί,μακάρι να μπορούν οι πάντες να τα απολαμβάνουν, αρκεί να είναι το αποτέλεσμα των κόπων τους. Αλλού είναι το θέμα μου και ας φτάσω επιτέλους σε αυτό: Απεχθάνομαι όσο τίποτα άλλο, όλη αυτή την αντιπαλότητα, όλη αυτή την εχθρότητα, όλη αυτή την εμπάθεια, όλο αυτή την αντίθεση που κατέλαβε το χώρο της νοήμονος, λογικής, ψύχραιμης, νηφάλιας, πολιτισμένης, πολιτικής και πολιτικοποιημένης, στάσης, συμπεριφοράς, πρακτικής ,δράσης και συνεργασίας των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, Και για άλλη μια φορά, στην ιστορία αυτής της χώρας, έχασε το μέτρο και την ουσία και την ευκαιρία για αποτελεσματικές ,δημοκρατικές, προοδευτικές συμπαρατάξεις, που θα έφερναν την Ελλάδα όχι τυπικά στην Ευρώπη, αλλά ουσιαστικά στον κατάλογο των προοδευτικών και πολιτισμένων χωρών και το θέμα που με απασχολεί χωρίς να εκφράζει κινδυνολογία ούτε πολιτικολογία , είναι: Χωρίς πόσα από αυτά που θεωρούμε απαραίτητα στη ζωή μας πλέον , είμαστε διατεθειμένοι να ζήσουμε; Όλα αυτά τα χιλιάδες «απαραίτητα» με τα οποία ζούμε εμείς και τα παιδιά μας, όπως πια έχουμε διαμορφωθεί, μπορούμε να τα θυσιάσουμε για κάτι άλλο στο οποίο πιστεύουμε δυνατά; Πιστεύουμε πια σε τίποτα; Έχει μείνει κάτι απ’ την ουσία για να πιαστούμε; Έχουμε συνείδηση τι είμαστε, και τι μπορούμε να θυσιάσουμε; Έχουμε καθόλου ιδέα ποιες είναι πια «οι αλυσίδες μας ;» Αυτό είναι το θέμα μου και απάντηση δεν παίρνω από κανέναν .