Καλοκαιρινά θαύματα

Όπως το νεογέννητο με κλειστά μάτια σχεδόν, αρχίζει να θηλάζει στον αέρα ψάχνοντας για την πηγή της ζωής,
Έτσι νοιώθεις,
έτσι ξεκινάς.
Να «γεμίσεις» με ανάλαφρη ζωή, με λίγη ξεγνοιασιά, απόσταση και λήθη, διάφανη και λαμπερή/φωτεινή ατμόσφαιρα.
Κάτι σε σπρώχνει να φύγεις, με κάθε θυσία λίγο, για αλλού.
Όχι για ¨διακοπές¨, αλλά να, κάπως νοιώθεις πώς αν «ταπετσάρεις»
με όλα τα μπλε και τα σμαραγδί και τα γαλάζια της θάλασσας, με το βαθύ μπλε του ουρανού, με τα πράσινα και κόκκινα των δένδρων και των λουλουδιών, με το αφρισμένο λευκό του κύματος ,
όλο το μέσα σου,
αν το φωτίσεις με καθαρό και λαμπερό φως,
όταν μπει το νυστέρι,
δεν θα βρει τίποτα κακό.
Μόνο αλμύρα και θαλασσινή αύρα και σμαραγδένιες θάλασσες, εκκλησάκια και άσπρα σπιτάκια, με αυλές και λουλούδια
θα βρει μόνο φωτάκια να φέγγουν στη καλοκαιρινή νύχτα και καφτάνια που φουσκώνουν στις αμμουδιές σαν πανιά σε πλεούμενα που αρμενίζουν
και τον Άγιο στο μοναστήρι, βλοσυρό, να απαγορεύει τις θλιβερές συνέχειες,
και τη Βαγία,
που με το θησαυρό της, θησαύρισε πολλά βράδια κοιμίζοντας παιδικά ματάκια, τότε που τα προβλήματα ήταν εύκολα ,
αλλά κανείς δεν το ήξερε.
Νησάκια του Σαρωνικού.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά…
Θα έπρεπε να τα συνταγογραφούν οι γιατροί.
Rp: «Τρεις τέσσερις μέρες Αίγινα και αν δεν υπάρχει βελτίωση, τρεις μέρες Πόρο»
Σε σοβαρές περιπτώσεις, να συστήνουν Κυκλάδες, ή Δωδεκάνησα και Ικαρία, πάντα λίγο απόμακρα κάπως σιωπηλά, ταπεινά και γαλήνια, όχι τουριστικά.
Εκεί που η ψυχή του ανθρώπου γίνεται ανάλαφρη και μπορεί να ακουμπήσει, σε γλάρους, σε καμπαναριά, σε καΐκια, σε ελιές και φιστικιές, εκεί που η ψυχή ανάλαφρη, μπορεί να ξεχάσει, να κάνει την υπέρβαση και να πιστέψεις έστω για λίγο, ότι τίποτα δεν έγινε, μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή
Εκεί που ο φόβος δεν έχει εισιτήριο, και τον πετάει έξω ο λιμενικός
Δεν επιβιβάζεται στο καράβι μας και δεν μας ακολουθεί
Εκεί που η φύση επιμένει και κυριαρχεί αυτοκρατορικά
Εκεί που όλα δένουν αρμονικά και παύεις να είσαι ένα μοναχικό, αλλότριο.

Και εκεί που αιφνίδια, η φύση και εσύ έχεις αρχίσει μια ακόμα νέα σχέση, άγουρη και σύντομη, εφήμερη
χωρίς να το επιδιώξεις,
αναπάντεχα, έρχεται να σε συναντήσει ο άνθρωπος, ο άνθρωπος που ελεημονεί με την τέχνη!
Σαν να ένοιωσε το σιωπηρό σου κάλεσμα, προτού καν το νοιώσεις εσύ
Αιφνίδια σε δρομάκι με πλήθος μαγαζιών, με ανθρώπους ανθρωπένιους, με αγορά, με «εδώδιμα κι αποικιακά»
Ανοιχτή μια πόρτα, σε καλεί σε προσκαλεί, λίγο ντροπαλά
Σαν να έχει χέρια και σ’ αγκαλιάζει λίγο αδέξια, αλλά θέλει να σου προσφέρει.
«Λαογραφικό μουσείο»
Μια έκθεση ζωγραφικής: Κυριακή Χριστακοπούλου @Kyriaki Christakopoulou
Πώς έρχεται το ίαμα και σε βρίσκει όταν όλο σου το είναι το έχει τόσο ανάγκη…
Πώς τα χρώματα, τα παιδικά πρόσωπα, οι σταυροφόροι, η Περσεφόνη, ο ακροβάτης, «κουμπώνουν» μέσα σου…
Πώς η τέχνη δεν αφορά τους λίγους στις απροσπέλαστες αίθουσες του Κολωνακίου
Πώς κλείνει μέσα σου μια τρύπα που δεν την κάλυψε η θάλασσα και η φύση
γιατί αυτές είναι αιώνιες κι εσύ είσαι θνητή
Πώς έχεις ανάγκη τόσο την ανθρώπινη έκφραση για να νοιώσεις, για να γαληνέψεις, για να ησυχάσεις, για να πάρεις δύναμη και να συνεχίσεις…
Πώς συμβαίνουν τα θαύματα;
Όλα τα θαύματα,
Τα θεϊκά αλλά και τα ανθρώπινα
Όταν τα επιζητάς,
Όταν τα έχεις αδήριτη ανάγκη
Όταν πιστεύεις σ’ αυτά
Και πόσο ανάγκη τα έχουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, κάθε στιγμή
Πίνακες με χρώματα και έννοιες ιαματικές,
Με ιστορία και γνώση, με ελπίδα και αέναη συνέχεια
Με νόημα,
«Το τέλος της αθωότητας»
Πότε τελείωσε η δική σου αθωότητα;
Τελείωσε;
Όχι τότε που νομίζουν οι πολλοί…
Πόνεσε;
Πονάει ακόμα;
Πόσο σου κοστίζει;
Κι όμως, οι πίνακες, σου δίνουν μιαν απάντηση, σου δίνουν «κάτι»
Έχεις την τύχη να «κοινωνήσεις» αυτό το διαχρονικό «κάτι» που έρχεται από μύθους, θρύλους, παραδόσεις, ιστορία, παραμύθια, ιδέες, και απαλύνει τον πόνο και …
Ναι , μπορείς να ελπίζεις, να ταξιδέψεις και να σκεφτείς ότι μπορείς να ζήσεις αθώος,
Μετά το τέλος της Αθωότητας

Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.