Στον αφρό και στο βυθό

Σκαρί απ’ τα παλιά
Ξύλινο
Μεσαίο μέγεθος με φαρδύ σκελετό
Εξωτερικά τα’ χει τα χρονάκια του
Και τα δείχνει.
Όταν είναι βαμμένο, γυαλισμένο και μακιγιαρισμένο,
κρύβει κάτι λίγα χρόνια
και κάμποσες τρικυμίες
Εσωτερικά όμως…
αξιόπλοο μέχρι προσφάτως,
με όλα τα απαραίτητα έγγραφα επαρκώς σφραγισμένα
Με τα ημερολόγιο γραμμένο ευκρινώς
Κι αν κάποιες σελίδες είναι λευκές,
δεν είναι άγραφες
Είναι ειδικό μελάνι, για υποψιασμένους και ομοιοπαθείς.
Διαβάζονται με κόλπο.
Τα σχέδια πλεύσης του,
σε γενικές γραμμές ξεκάθαρα.
Με περιθώρια για απρόβλεπτες στάσεις σε ξερονήσια ή σε φιλόξενα νερά
Με πληρωμένες τις ασφάλειες,
πλέει ασταμάτητα για πολλές δεκαετίες συνεχώς
χωρίς ναυάγια,
μόνο κάτι μικρές ανταρσίες, χωρίς συνέχεια
και επισκευές στο λιμάνι, χωρίς κίνδυνο.
Μόνο να, τελευταία, πλέει
σε βαθειά νερά.
Σκοτεινά και θολά
Άλλοτε φουρτουνιασμένα,
απειλητικά, με θεόρατα κύματα,
από κείνα που το καταπίνουν αύτανδρο.
Με μεγάλο κόπο, γυρίζει και αφήνει το «κόντρα στον καιρό»
Τώρα λίγο πιο ήρεμα.
Άλλοτε αφήνει απόνερα
Άλλοτε χάνεται στην καταιγίδα και δεν αφήνει κανένα ίχνος
Άφαντο.
Με αμπάρια πολλά
Γεμάτα ως επάνω
Παλιές εκδρομές και οικογενειακά τραπέζια,
Πρόσωπα που πρόλαβαν και γέρασαν και άλλα πρόωρα γερασμένα
Κατά βάθος μωρουδιακά.
Με ημιτελείς αποφάσεις και ημιτελείς υποσχέσεις
Φωτογραφίες, πολλές
Έγχρωμες και γελαστές χωρίς ρυτίδες
με μάτια που δεν καθρεφτίζουν απώλειες,
χωρίς φόβο,
ανυποψίαστα,
αθώα.
Και άλλες φωτογραφίες
Απούσες.
Κανείς δεν βγάζει φωτογραφίες
Όταν διανύει το θάνατο
ή την αρρώστια
το φόβο ή τον πόνο.
Αυτές είναι πάντα ασπρόμαυρες
Τσαλακωμένες
Δυσανάγνωστες
Αυτές που δεν τυπώθηκαν
Συνημμένες στις λευκές σελίδες
του ημερολογίου.
Και άλλα αμπάρια
Σκοτεινά
Κλειστά
Βαθειά
Ανοιχτά στον πυθμένα της θάλασσας
Από τη μια μεριά
Μπαινοβγαίνουν θεόρατα θαλάσσια τέρατα
Δοκιμάζουν να εισβάλλουν στο πλεούμενο
Από μέσα όμως,
Είναι κλειδωμένα με βαριές αλυσίδες και θεόρατα λουκέτα σκουριασμένα.
Και οι πόρτες ,
Αχ αυτές οι πόρτες, οι ενδιάμεσες
Βαριές, ασήκωτες, σιδερένιες.
Πόση δύναμη για να ανοίξουν
Και πόση κόντρα, για να κρατηθούν ανοιχτές
Εσύ να σπρώχνεις,
από δω
Κι ο αέρας, η θάλασσα, η πίεση,
(η κακιά στιγμή, ο αστάθμητος παράγων, το τυχαίο ),
ο ιανός να σπρώχνει με βία,
από κει
Αχ αυτές οι πόρτες
Που αν κλείσουν με δύναμη
Μπορεί να σου αποκόψουν
Τον μισό εαυτό
Ή και ολόκληρο.
Να σε συνθλίψουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό,
Χωρίς τύψη, απολογία ή αιτιάζοντα λόγο σε κανέναν
Και τα φώτα
Πολλά. Άσπρα, κίτρινα, φώτα,
γιρλάντες φωτεινές.
Φώτα πανηγυρικά, να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα.
Είμαι εδώ!
Πλέω, ταξιδεύω
στο χρόνο,
χορεύω στα κύματα,
τιθασεύω με το εκτόπισμά μου
τα σκοτεινά βάθη
Υπάρχω.
Και άλλες φορές, που το μπλακ αουτ
Του απρόσμενου
Του ανεπιθύμητου
Του φοβερού βήματος,
Δίνει το απόλυτο σκότος.
Και την απόλυτη τυφλή πορεία
Χάνονται οι νόμοι της φυσικής,
της μηχανικής
Χάνονται τα σχέδια πλεύσης
Χάνεται η λειτουργικότητα
Χάνεται ο έλεγχος
Χάνεται η δύναμη του κυβερνήτη.
Ακυβέρνητο σκάφος
Το σκάφος είναι ακυβέρνητο.
Είμαστε Ακυβέρνητοι!
Και άοπλοι.
Είμαστε άοπλοι!
Είμαστε άοπλοι!
Νάτο το νόημα.
Αυτό ήταν λοιπόν το νόημα.
Τώρα μπήκαν όλα σε μια σειρά κατανόησης
Γιατί αλλιώς…
πορείες,
διαμαρτυρίες,
αγώνες
Τόσες συνεδριάσεις
Και ολομέλειες
Και γενικές συνελεύσεις
Συγκεντρώσεις και Πορείες
Και καταλήψεις
πανό,
εφημερίδες,
και ψηφοφορίες
και συνέδρια
(Με γραμμή και χωρίς γραμμή)
Κι όμως
Εντέλει,
είμαστε Άοπλοι
Είμαστε Άοπλοι.
Δεν μπορείς
να καταγγείλεις,
να αντιδράσεις,
να διαμαρτυρηθείς,
να βρεις το δίκιο σου.
Να πεις «διαφωνώ».
Δεν θέλω.
Δεν είναι αυτή η πορεία μου,
Δεν είναι αυτή η δική μου πορεία.
Δεν συμφωνώ, δεν ακολουθώ.
Τίποτα από όλα αυτά δεν σε σώζει πια
Τίποτα δεν δίνει το ζητούμενο φως
Μόνο όσα κουβαλάς στα αμπάρια σου
Αποκτήματα
Όλα όσα απόκτησες,
Με κάθε τρόπο,
Νόμιμο, άνομο, επώδυνο,σκόπιμο,τυχαίο.
Με κόπο
Και η σαβούρα βέβαια.
Όλα δικά σου
Με τον κόπο σου και τον πόνο σου
Και όλα όσα δεν πίστευες.
Χα! Όλα όσα δεν πίστευες!
Αυτά ήρθαν να σε συνδράμουν στα σκοτάδια
Μόνο αυτά, σού στέκονται στο σκοτάδι
Στα σκοτάδια
Οι φάροι
Οι φάροι πάντα σταθεροί
Να δίνουν μιαν ελπίδα
Και ένα όνειρο μεταμεσονύκτιο ασφάλειας
Φάροι,
εκείνα τα χρωματιστά λαμπάκια
Αυτά που έβαζε τελευταία στιγμή, ο πατέρας στο δέντρο.
Εκείνα που φώτιζαν το θαύμα.
Εκείνα φωτίζουν, ακόμα,
το απόλυτο σκότος και μπορεί να φέρουν το θαύμα.
Κι εκείνο το φωτάκι στο χωλ ,
που το άφηναν ανοιχτό για να φωτίζει τη νύχτα,
να διώχνει τα άσχημα όνειρα.
Και το καντήλι, ναι ,ναι, εκείνο που πάντα, σου έφταιγε
Εκείνο φωτίζει τώρα,
επαρκώς,
όλο το εσωτερικό σου!
Και η πορεία σου ως τώρα.
Τα σημειωμένα λιμάνια σου
Και τα μάτια
Τα βλέμματα,
Λάμπουν στο σκοτάδι και βρίσκεις λίγο το δρόμο.
Το πλεούμενο επισκευάζεται, με ισχυρά υλικά
Ξένα προς το γήινο σκαρί.
Και η θάλασσα
Η θάλασσα άλλαξε.
Νέα νερά,
Αλλιώτικα.
Έως κυματώδης
Ποτέ πια τρικυμιώδης.
Νηφάλια
Θάλασσα με γλυφό νερό,
Αβαθής,
Γλυκιά.
Θάλασσα ιαματική
καθημερινά,
πρέπει να την πίνεις με τα μάτια
Με τα αυτιά
Με την όσφρηση
Με τη γεύση
Με το δέρμα.
Σα φάρμακο,
Ίαμα
Συμπληρωματικά,
Αν δεν επαρκεί,
Natrum muriaticum
Επιμένεις
Χαράζεις νέο σχέδιο πλεύσης και ορίζεις νέο καπετάνιο
Πιο συνετό
Και νέα καθήκοντα στο πλήρωμα.
Νέο κουμάντο τώρα.
Και καινούρια αμπάρια, κλειδωμένα γερά,
Αρκετά επικίνδυνα.
Ελπίζω τσιμενταρισμένα γερά,
στον πυρήνα,
για τον φόβο της διαρροής
Και το όνομα
Αλλάζεις το όνομα στο σκαρί
Το όνομά του πια,
Ελπίδα.

Αλλού είναι το θέμα μου.

Κάθομαι και κοιτάζω αφηρημένα ένα λογαριασμό του super market. Ένας αγαπημένος, σχεδόν δεκαεφτάχρονος , αρκετά σκεπτόμενος και φιλοσοφημένος για την ηλικία του μου πετάει προκλητικά: «Χωρίς πόσα από αυτά θα μπορούσες να ζήσεις;» Κοιτάζω με πραγματικό ενδιαφέρον αυτή τη φορά το λογαριασμό, μετράω: «Από τα εξήντα πέντε προϊόντα, θα μου ήταν απολύτως απαραίτητα, οκτώ.» Ο νεαρός με κοιτάζει δύσπιστος και συνεχίζει ελπίζοντας να με στριμώξει για τα καλά: «Από τα πράγματα που έχουμε εδώ, χωρίς ποια θα μπορούσες να ζήσεις;» Αρχίζω να απαριθμώ: «Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς κινητό. Δεν μου είναι απαραίτητο, αν θέλω να επικοινωνήσω με κάποιον έχω το σταθερό, μπορώ να τον συναντήσω, ακόμα και γράμμα ξέρω να γράφω! Δεν μου προσφέρει τίποτα, δεν δηλώνω συνέχεια πού είμαι και τι κάνω και βαρέθηκα σε κάθε στάση του τραμ να ακούω Χ 4 :Έλα, είμαι Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έλα, είμαι Αγία Φωτεινή. Έλα, είμαι Μαρίνα Φλοίσβου. Χωρίς καμία άλλη αιτιολογία ή λόγο. Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτοκίνητο. Θα έπαιρνα τα ΜΜΜ και αν υπήρχε ανάγκη ταξί. Θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τηλεόραση. Θα πήγαινα σινεμά ή θέατρο, θα άκουγα ραδιόφωνο και θα περπατούσα. Να μην αρχίσω τώρα και μετράω, καφετιέρες, φρυγανιέρες, τοστιέρες, φριτέζες, μίξερ, βραστήρες, πιστολάκι, ψηστιέρες, ηλεκτρικές σκούπες, κλπ κλπ.» Ο νεαρός με κοιτάζει σαν να έχω μόλις προσγειωθεί από τον Άρη και αναρωτιέται αν πρέπει να είναι φιλικός και να χαρεί που έχει τον E.T σπίτι του, ή αν πρέπει να με πετάξει με τις κλωτσιές έξω πριν αρχίσω τις καταστροφές γι αυτόν και τη γενιά του. Τον βλέπω να αμφιταλαντεύεται και τότε του δίνω τη χαριστική βολή: «Θα ζούσα χωρίς υπολογιστή !» Αυτό ήταν! Εκδηλώθηκε. «Εγώ δεν θα μπορούσα, χωρίς υπολογιστή, ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ!» Τον κοιτάζω.Αυτό τον άνθρωπο, τον μεγάλωσα εγώ. Με διάβασμα από μηδέν χρόνων, με μουσικές, με ζωγραφικές, με παιχνίδια παιδαγωγικά. «Ξέρεις , δεν είναι ότι νοσταλγώ μια εποχή χωρίς τεχνολογία, ούτε με ενδιαφέρει να μάθω πλέξιμο (κι ας έχει κι αυτό την αξία του). Εκστασιάζομαι στην ιδέα πώς οτιδήποτε μου λες, είτε γενικό είτε ειδικό, από όποιο πεδίο κι αν είναι: θετικών μαθημάτων, θεωρητικών ή οτιδήποτε θέλεις να συζητήσουμε που δεν το ξέρω, ή κάτι εφηβικό, σχετικό με μουσική, ή ψυχολογικό ,ή οτιδήποτε τέλος πάντων σε απασχολεί, σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μπορώ να έχω πληροφορίες, γνώση και να διαμορφώσω άποψη, αφού λάβω υπόψη μου πολλές διαφορετικές και αξιόπιστες πηγές, χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου, χωρίς να περιμένω και χωρίς να δαπανήσω χρήματα, και έτσι «το οποιοδήποτε χάσμα, ευθύς να γεμίσει άνθη» Μπορώ ακόμα να μεταφερθώ στην άλλη άκρη της γης και να δω, να ακούσω, να μάθω, να σκεφτώ και να αισθανθώ ,εύκολα και απλά, μπορώ να διαβάσω βιβλία, να μπω σε μουσεία, να παρακολουθήσω μουσικά δρώμενα, να δω εκθέσεις ζωγραφικής, να μάθω, να πληροφορηθώ , να αναπτυχθώ, « να πετάξω» χωρίς φτερά! Δεν το απαρνιέμαι εύκολα αυτό, δεν το περιφρονώ, δεν το πετάω, ούτε μπορεί να αντικατασταθεί με πεζοπορία ή άκουσμα θεάτρου από το ραδιόφωνο. Είναι ποιοτικό άλμα. Απλώς θέλω να πω, ότι έχω ζήσει χωρίς αυτό και ξέρω ότι γίνεται. Έχω ζήσει χωρίς όλα αυτά και ξέρω ότι μπορώ, αν χρειαστεί σε κατάσταση απολύτου ανάγκης, να ξαναζήσω» «Εγώ όχι! Δεν μπορώ» Επανέλαβε ο νεαρός μου τελεσίδικα και η συζήτηση έληξε. Στη γειτονιά μου σε μια απόσταση λιγότερη από χιλιόμετρο υπήρχαν τρία κομμωτήρια και τον τελευταίο μήνα άνοιξαν άλλα δυο. Σύνολο πέντε, σε μια ευθεία ενός χιλιομέτρου. Ας μην επεκταθούμε σε μετρήσεις στα στενά και τις πλατείες εκατέρωθεν της ευθείας γιατί θα ανακαλύψουμε γεωμετρική πρόοδο. Η συνήθης πρακτική είναι να δουλεύουν με ραντεβού και αν διανοηθείς να μπεις έτσι άνετα και ανάλαφρα, όπως κάνω εγώ συνήθως, (τα μαλλιά σου θέλεις να κόψεις ρε αδελφέ, για τρίχες μιλάμε) και πεις: «Μπορώ να κουρευτώ;» Ανταλλάσσουν βλέμματα απελπισίας και απόγνωσης, σαν να είδες φως και ανέβηκες στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό κέντρο και να είπες: « Γειάάάά σας! Μια και σας βρίσκω, μου κάνετε ένα τετραπλό By pass ;» Αφού σε κοιτάξουν τόσο όσο να καταλάβεις το άτοπον της συμπεριφοράς σου, μετά αναλαμβάνει η επικεφαλής του χειρουργείου εεεεε συγγνώμη, του κομμωτηρίου ήθελα να πω, να σου εξηγήσει, ότι: «ΔΕΝ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΕΤΣΙ!» Θα πρέπει να κλείσεις ραντεβού και να εμφανιστείς σοβαρά και υπεύθυνα την ημερομηνία και την ώρα που θα σου πουν, για να διεκπεραιώσεις αυτή την υψίστης σημασίας δράση, που λέγεται κούρεμα. Όταν έρθει αυτή η ευλογημένη ώρα και καθίσεις στην καρέκλα , τα μαλλιά σου έχουν μακρύνει ακόμα τρεις πόντους γιατί πάντα κάποια από τις επιφανείς πελάτισσες, έχει πάρει περισσότερο χρόνο, είτε γιατί δεν της άρεσε την τελευταία στιγμή το αποτέλεσμα, και φτου κι απ’ την αρχή, είτε γιατί το νερό δεν ζεστάθηκε καλά , είτε γιατί ήρθε μια έγκυος που δεν μπορεί να περιμένει, είτε γιατί έφεραν ένα παιδάκι που δεν κάθεται ήσυχο να περιμένει ,είτε, είτε, είτε, πάντα υπάρχει λόγος, που η συνέπεια στο ραντεβού ισχύει για εσένα και όχι γι αυτούς. Θα μου πείτε γιατί δεν πας σε κάποιο άλλο. Και το άλλο θα είναι το ίδιο ή χειρότερο, αυτό είναι σίγουρο. Όση ώρα λοιπόν περιμένεις , παρακολουθείς διακριτικά, συζητήσεις για μάσκες κουρασμένων μαλλιών, για « θεραπείες» επίσης κουρασμένων μαλλιών, για νύχια που ξεβάφουν εύκολα! Που σπάζουν, (πάλι καλά που δεν διαμαρτύρονται που μεγαλώνουν!) Για μύκητες στα νύχια, για φρύδια, για , για ,για για… Θα μου πείτε πρώτη φορά πας σε κομμωτήριο; ¨Όχι, αλλού είναι το θέμα μου. Οι γυναίκες που παρελαύνουν εκεί, είναι πάσης φύσεως, ηλικίας, σωματικής διάπλασης και οικονομικής δυνατότητας. Τα κάνουν συνήθως όλα: Μαλλιά: λούσιμο, θεραπείες, βάψιμο, ανταύγειες, (κάτι ενδιάμεσα στάδια που δεν τα έπιασα, για την κιτρινίλα για την ασπρίλα θα σας γελάσω) Κούρεμα, χτένισμα. Νύχια: Χέρια και πόδια. Επίσης φεύγοντας , αγοράζουν, είτε λακ, είτε μάσκα, είτε μανό. Θα μου πείτε: «ΤΙ ζόρι τραβάς με τα κομμωτήρια; Μην πας.» Αλλού είναι το θέμα μου. Στη γειτονιά μου επίσης στο ίδιο παραπάνω χιλιόμετρο, είναι τρία, φανερά, γυμναστήρια. Ο κόσμος και ο λαός που παρελαύνει και περιμένει, παρκάρει, ξε-παρκάρει εκεί , μόνο με τον κόσμο των δέκα (10), φανερών, φροντιστηρίων Γυμνασίου/Λυκείου/Πανελληνίων που υπάρχουν στο ίδιο χιλιόμετρο ,μπορεί να συγκριθεί. Οι πάντες καταφθάνουν βιαστικοί να γυμναστούν. Θα μου πείτε: «Τι σε νοιάζουν τα γυμναστήρια, άσε τον κόσμο να γυμναστεί». Άλλου είναι το θέμα μου. Και ερχόμαστε τώρα που έκλεισαν τα σχολεία σε όσους δεν έχουν την ευτυχία να κάνουν προετοιμασία (για έγκλημα, θα έπρεπε να πούμε) για τις πανελλήνιες, αυτές ναι,ναι, τις Πανελλήνιες που η κάθε κυβέρνηση, τις κόβει, τις ράβει, τις εξαγγέλλει, τις αναθεωρεί, τις εμπλουτίζει, τις αυξάνει ,τις μειώνει και οι οποίες θα οδηγήσουν στο ΙΔΙΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, από καταβολής κόσμου: Στην ισοπέδωση χιλιάδων άγουρων και ανώριμων παιδιών, στο σπρώξιμό τους στην απομνημόνευση και στην κατάποση αμάσητων γνώσεων; στην ψυχολογική τους κατάρρευση και στην είσοδο κατά κανόνα σε σχολές (που περίπου προτιμούν) αλλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις ανάγκες της χώρας , ή στην απόρριψή τους και στην είσοδο σε άλλες σχολές, που δεν προτιμούν και επίσης δεν τους εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας. Αυτοί λοιπόν (οι γονείς) που δεν έχουν το ιερό φροντιστήριο Της ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ, περνάνε πολύ καιρό στο ίντερνετ , βρίσκοντας και κανονίζοντας εκδρομικά μονοήμερα, διήμερα, τριήμερα. Κάθε τόσο ακούς για μια Τζια, μια Σύρο, μια Άνδρο, μια Αίγινα, μια Επίδαυρο, έναν Κόρφο, μια Εύβοια κλπ ., κλπ. Θα μου πείτε, «Τι σε ενοχλεί; Εσύ δεν κουνιέσαι απ’ το σπίτι σου;» Δεν με ενοχλεί. Αλλού είναι το θέμα μου. Θα μπορούσα να γράφω ως αύριο το πρωί, για μεταπτυχιακά χιλιάδων ευρώ, για αυτοκίνητα σε εικοσάχρονους, για καθημερινά μικροέξοδα επιπέδου ημερομισθίου που εξασφαλίζουμε στα «παιδιά μας»,για ορθοδοντικές χιλιάδων ευρω ,για γάμους και βαπτίσεις σε κτήματα και για ιατρικές πράξεις που λαμβάνουν χώρα σε ιδιωτικά θεραπευτήρια με την αρωγή των ασφαλειών,συμπεριλαμβανομένης της γέννησης παιδιών στα ιδιωτικά μαιευτήρια σχεδόν κατ’αποκλειστικότητα. Και τίποτα από όλα αυτά δεν με ενοχλεί,μακάρι να μπορούν οι πάντες να τα απολαμβάνουν, αρκεί να είναι το αποτέλεσμα των κόπων τους. Αλλού είναι το θέμα μου και ας φτάσω επιτέλους σε αυτό: Απεχθάνομαι όσο τίποτα άλλο, όλη αυτή την αντιπαλότητα, όλη αυτή την εχθρότητα, όλη αυτή την εμπάθεια, όλο αυτή την αντίθεση που κατέλαβε το χώρο της νοήμονος, λογικής, ψύχραιμης, νηφάλιας, πολιτισμένης, πολιτικής και πολιτικοποιημένης, στάσης, συμπεριφοράς, πρακτικής ,δράσης και συνεργασίας των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, Και για άλλη μια φορά, στην ιστορία αυτής της χώρας, έχασε το μέτρο και την ουσία και την ευκαιρία για αποτελεσματικές ,δημοκρατικές, προοδευτικές συμπαρατάξεις, που θα έφερναν την Ελλάδα όχι τυπικά στην Ευρώπη, αλλά ουσιαστικά στον κατάλογο των προοδευτικών και πολιτισμένων χωρών και το θέμα που με απασχολεί χωρίς να εκφράζει κινδυνολογία ούτε πολιτικολογία , είναι: Χωρίς πόσα από αυτά που θεωρούμε απαραίτητα στη ζωή μας πλέον , είμαστε διατεθειμένοι να ζήσουμε; Όλα αυτά τα χιλιάδες «απαραίτητα» με τα οποία ζούμε εμείς και τα παιδιά μας, όπως πια έχουμε διαμορφωθεί, μπορούμε να τα θυσιάσουμε για κάτι άλλο στο οποίο πιστεύουμε δυνατά; Πιστεύουμε πια σε τίποτα; Έχει μείνει κάτι απ’ την ουσία για να πιαστούμε; Έχουμε συνείδηση τι είμαστε, και τι μπορούμε να θυσιάσουμε; Έχουμε καθόλου ιδέα ποιες είναι πια «οι αλυσίδες μας ;» Αυτό είναι το θέμα μου και απάντηση δεν παίρνω από κανέναν .