Ματ

 

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν η μικρή με τη μεγάλη, οι ρόλοι ήταν ήδη μοιρασμένοι. Η μια ήταν η νύφη και η άλλη η πεθερά.
Η μικρή λόγω ηλικίας, άγνοιας και απειρίας του ρόλου στο συγκεκριμένο project, αλλά κυρίως λόγω της φυσικής τάσης να πηγαίνει κόντρα στα στερεότυπα, δεν είχε προσδοκίες ούτε απαιτήσεις από αυτή τη συνάντηση. Δεν έπαιζε καν το ρόλο. Ήταν μια γνωριμία με το νέο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ζητούσε και δεν περίμενε τίποτα.
Η μεγάλη, ενώ φαινόταν στα μάτια της ότι η φύση της ήταν καλή και αγαθή, η ηλικία και η εμπειρία της, την ωθούσαν ή μάλλον την ανάγκαζαν, να παίξει το ρόλο της. Το ρόλο της μάνας του γαμπρού, που έχει μια περιέργεια, μια ελπίδα και μια προσδοκία, για το προφίλ ή καλύτερα το «ποιόν» της γυναίκας με την οποία θα ζήσει ο γιός της. Και εδώ που τα λέμε, ποια Ελληνίδα μάνα δεν θα είχε ένα ενδιαφέρον ή μια αγωνία για να διαγνώσει με μια ματιά, με δυο πράξεις ή συμπεριφορές της μικρής, εκείνα τα στοιχεία που θα έδιναν μια προοικονομία για την πορεία αυτού του γάμου.
Σε εκείνη τη συνάντηση, η μεγάλη έριξε μια φευγαλέα ματιά και γρήγορα γύρισε αλλού το βλέμμα της. Ήταν σαν να φοβόταν να κοιτάξει πολύ, μήπως και δει κάτι που δεν της αρέσει και προδοθεί.
Η μικρή πάλι, ήταν ένα άτομο που καταλάβαινε πιο πολλά από όσα έπρεπε και έβλεπε πιο πολλά από όσα έπρεπε να βλέπει μια μικρή. Σε εκείνο λοιπόν το στιγμιαίο βλέμμα, είδε τη δυσπιστία.
Όχι την απόρριψη, ούτε την απογοήτευση, τίποτα περισσότερο από τη δυσπιστία.
Πέρασε λίγος καιρός, χάθηκε η αμηχανία της πρώτης γνωριμίας και τότε η μικρή κατάλαβε.
Ο γάμος για τη μεγάλη στηριζόταν σε τέσσερα πόδια. Στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Για να διατηρηθεί ένας γάμος, έπρεπε η γυναίκα να μαγειρεύει. Να αξιοποιεί καθημερινά με οικονομικό και ωφέλιμο τρόπο τα σωστά προϊόντα ώστε να προετοιμάζει σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό και να διατρέφει την οικογένειά της. Ήταν η βασική της υπευθυνότητα.
Η μικρή τότε, είχε άλλες φουρτούνες στο κεφάλι της. Έπρεπε να συντελέσει στο να αλλάξει ο κόσμος. Και ο κόσμος τότε άλλαζε, με συνεδριάσεις, με ολομέλειες, με ομιλίες, με εκλογές , με διαδηλώσεις, με προεκλογικές εκστρατείες και άλλα καθήκοντα, που είχαν προτεραιότητα και δεν μπορούσαν καθόλου να μείνουν στην άκρη. Αν σε αυτά όλα, τα ύψιστα, προσθέσεις και την προσπάθεια για την προσαρμογή σε διάφορες νέες καταστάσεις, καθώς και τη διαφορετική αντίληψη αλλά και προτίμηση για το τι τρώνε οι άνθρωποι, στα εικοσιπέντε και τι, στα εξήντα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή και η προετοιμασία του φαγητού είχε διαφορετική ιεράρχηση στο μυαλό των δύο γυναικών.
Εκεί λοιπόν είχε την έδρα της η αρχική δυσπιστία της μεγάλης. Δεν της «γέμισε το μάτι της» σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, η μικρή, για ικανή και άξια μαγείρισσα.
Ο καιρός πέρασε, έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος και χρόνια. Οι ιεραρχήσεις της μικρής τροποποιήθηκαν, (μια και αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ), αλλά παρά το γεγονός ότι και η μικρή, ήταν της άποψης, «Κάθε μέρα σπιτικό φαγητό», οι ώρες που απαιτούσε η εργασία της καθώς και η συστηματική ενασχόληση με την ολόπλευρη ανάπτυξη δύο μικρών παιδιών δεν άφηναν πολλά περιθώρια για τρίωρα στην κουζίνα. Έτσι οι διαφορετικές προτιμήσεις με τη μεγάλη παρέμεναν.
Η μεγάλη το μάντευε αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Κάθε φορά που οι δυο γυναίκες συναντιόντουσαν, η μεγάλη ρωτούσε τη μικρή, «τι τρώνε», «τι μαγειρεύει» και «πώς το μαγειρεύει». Η μικρή της απαντούσε πάντα με λεπτομέρειες καθησυχαστικές, αλλά πάλι εκείνη η αρχική δυσπιστία ήταν παρούσα. Ευγενικά κρυμμένη, αλλά παρούσα.
Μεταξύ τους δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Η κάθε μία όμως προωθούσε επίμονα τον τρόπο αντίληψής της, σχετικά με το φαγητό και τη διατροφή μιας οικογένειας.
Η μεγάλη δυσπιστούσε και φρόντιζε να «φέρει στον ίσιο δρόμο της μαγειρικής» τη μικρή, κυρίως με το να της στέλνει δέματα με παραδοσιακά και δικής της παραγωγής προϊόντα. Έτσι η μικρή παρελάμβανε δέματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες από ζαρζαβατικά και ντόπια προϊόντα και ό, τι άλλο πίστευε η μεγάλη, ότι έπρεπε να τρώει μια «σωστά» διατρεφόμενη οικογένεια. Με κάθε ευκαιρία επίσης, εξηγούσε πώς μαγειρεύονται τα διάφορα παραδοσιακά φαγητά και πώς, θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν να τρώνε τα πάντα και να μην κακομαθαίνουν με λιχουδιές και περίτεχνα φαγητά. Δεν την απασχολούσαν ούτε οι προτιμήσεις των παιδιών και των μεγάλων πια, γονιών τους, ούτε οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί με τα χρόνια, σε όλα όσα αφορούσαν τη διατροφή των εργαζομένων νέων ανθρώπων.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αλλά τα δέματα κατέφθαναν στην ίδια πάντα λογική. Πάντα γεμάτα με λογής λογής ζαρζαβατικά, τα οποία ήταν σε μεγάλες ποσότητες, (για πρακτικούς λόγους) και τα οποία έπρεπε να μαγειρευτούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ άσχημη η κατάληξή τους. Λάχανα σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ, που έπρεπε τάχιστα να φαγωθούν, κιλά από χόρτα που επίσης έπρεπε να βράσουν, κουκιά χλωρά που δεν τα έτρωγε κανείς μαζί με χλωρά σκορδόφυλλα, που δεν ήξερε κανείς στην ηλικία της μικρής ότι υπάρχουν, κολοκυθάκια, ων ουκ έστιν αριθμός και βέβαια πάντα, ατελείωτες ποσότητες από φασολάκια μπαρμπούνια. Όλα αυτά όταν έφθαναν, από φιλότιμο και σεβασμό στον κόπο που περιείχαν, έπρεπε αμέσως να καθαριστούν και να μαγειρευτούν διότι αλλιώς θα κατέληγαν στα σκουπίδια.
Η μικρή τα μαγείρευε ελπίζοντας ότι το επόμενο δέμα θα αργούσε, και εκνευριζόταν κάθε φορά που τα φασόλια κατέφθαναν μαζί με τα βλίτα και τις ξινομυζήθρες που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν καλιτσούνια ή τυρόπιτες.
Οι ελεύθερες ώρες της ήταν λίγες και οι ανάγκες της οικογένειας πολλές.
Οι προθέσεις της μεγάλης, ήταν άγιες. Πίστευε ότι βοηθούσε στην σωστή διατροφή και στην οικονομία της οικογένειας. Η μικρή δεν τις αμφισβητούσε, αλλά αυτή διαδικασία, αυτή η παρέμβαση, την κούραζε και την ενοχλούσε.
Κάποια φορά το καλοκαίρι που συναντήθηκαν στο σπίτι της μεγάλης στο χωριό, η μικρή πρόσεξε και θαύμασε τον κήπο της μεγάλης. Απόρησε πώς ένας άνθρωπος τόσο πρακτικός, πότιζε καθημερινά ανάμεσα στις τόσες πρακτικές ασχολίες της, έναν κήπο που δεν της πρόσφερε τίποτα. Οι φυτεμένες στο έδαφος γαρδένιες είχαν γίνει μεγάλοι φουντωτοί και ψηλοί θάμνοι. Ήταν κατάφορτες με λουλούδια και το άρωμά τους ήταν μεθυστικό. Πιο πέρα ήταν φυτεμένες μικρές ροζ τριανταφυλλιές , άλλες τριανταφυλλιές κίτρινες, ένα κοράλι, γαρύφαλλα, άλλα λουλούδια και βασιλικοί. Ο κήπος ήταν απλός, μυρωδάτος και γνήσιος. Άλλα λουλούδια ήταν σε πήλινες παλιές γλάστρες, και άλλα σε τενεκέδες.
Όταν η μικρή της είπε ότι είχε ωραίο κήπο, η μεγάλη την κοίταξε δύσπιστα. «Σ’ αρέσουν;»
«Σ’αρέσουν τα λουλούδια;» ρώτησε. Ήταν έξυπνη γυναίκα και αμφισβητούσε ότι μπορεί να της άρεσε της μικρής ένας τόσο απλός και ταπεινός κήπος.
«Μου αρέσει πολύ!» της δήλωσε η μικρή, «Τέτοιες γαρδένιες δεν έχω δει πουθενά! Είναι σχεδόν δέντρα και μυρίζουν τόσο δυνατά!»
Πέρασε καιρός και ένα ακόμα δέμα κατέφθασε.
Θεέ μου, πόσα φασολάκια και χόρτα θα φάμε ακόμα!-
Αυτή τη φορά όμως, εκεί, ανάμεσα στα φασόλια και τα βλίτα, ανάμεσα στα πορτοκάλια και τα κολοκυθάκια, ήταν και κάτι άλλο.
Μια ανθοδέσμη με πολύχρωμα λουλούδια του κήπου!
Τα κοτσάνια τους ήταν προσεκτικά τυλιγμένα σε βρεγμένο κουζινόχαρτο και μετά σε αλουμινόχαρτο. Η ανθοδέσμη ήταν τοποθετημένη και προφυλαγμένη σε μια ευρύχωρη σακούλα!
Επιπλέον, στο δέμα υπήρχε και ένα τάπερ. Όταν το άνοιξε η μικρή, έκπληκτη, βρήκε καμιά δεκαπενταριά γαρδένιες μέσα σε λίγο νεράκι να ευωδιάζουν μεθυστικά!

Αυτό ήταν. Η μεγάλη ήταν μετρ στο σκάκι. Έπαιξε, και με μια κίνηση έκανε ματ.

Η μικρή κοιτούσε την ανθοδέσμη και τις γαρδένιες και σκεφτόταν: «Αν αυτή η μεγάλη γυναίκα, μπορεί να κάνει μερικά βήματα μπροστά για να με συναντήσει, μπορώ κι εγώ να κάνω μερικά βήματα πίσω για να συναντηθούμε! »
Έτσι λοιπόν, άλλαξε αισθήματα για «το δέμα»! Τώρα πια το περίμενε με χαρά.
Έμαθε να μαγειρεύει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα χλωρά κουκιά και της άρεσαν κιόλας!
Έβραζε πού και πού, τα κολοκυθάκια μαζί με τις πατάτες και τα βλίτα στην ίδια κατσαρόλα , έτσι, για να της κάνει το κέφι, κι ας μη το έβλεπε κι ας μη το ήξερε η μεγάλη.
Έμαθε να φτιάχνει το μπουρέκι και γαμοπίλαφο με βραστό. Ακόμα και τούρτα έφτιαξε! Κρεατότουρτα και την κέρασε στη μεγάλη, η οποία τη θαύμασε και της έκανε γνήσιες φιλοφρονήσεις!

Μόνο τα καλτσούνια είχαν μείνει πια. Τα χορτάρινα. Δεν μιλάμε για οποιαδήποτε πιτάκια, και σπανακοπιτάκια. Μιλάμε γι αυτά τα διάσημα καλιτσούνια, που ήταν η ταυτότητα του νομού στην τουριστική του παρουσίαση. Τιμή και καύχημα όσων τα είχαν, χειροποίητα και σπιτικά και τα παρουσίαζαν στο τραπέζι τους.
Νοστιμιά, παράδοση, αγνά υλικά, υγεία, μεσογειακή διατροφή, όλα κλεισμένα σε ένα θαυματουργό ημικύκλιο! Θαύμα που ξεκίνησε από τα φτωχά και άγονα χωριά σε μεγάλο ύψος, όπου με λίγα άγρια χόρτα και αλεύρι , χωρίς έξοδα σχεδόν, έτρεφες και χόρταινες πολύτεκνες οικογένειες και κατέληξαν να γίνουν σήμα κατατεθέν. Αυτά λοιπόν τα διαβολεμένα καλιτσούνια η μεγάλη τα έφτιαχνε με την ευκολία και την άνεση που ανέπνεε. Η μικρή, δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με την τέχνη της.
Αυτά λοιπόν τώρα ήταν το κάστρο.
Ήταν το τελικό πειστήριο που χρειαζόταν για να φύγει και η τελευταία δυσπιστία.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά. Η μικρή έπαψε πια να είναι μικρή και η μεγάλη, η μεγάλη έγινε πολύ μεγάλη.
Άφησε τα καλιτσούνια και τα δέματα.
Μετά άφησε κι άλλα πολλά.
Μετά τα άφησε όλα.
Έγινε ελαφριά, ανάλαφρη για να μπορέσει να φύγει.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε.

Θα ήταν χαρούμενη αν όλος ο κόσμος μάθαινε και έφτιαχνε καλιτσούνια. Πίστευε ότι άξιζαν τον κόπο. Χαιρόταν και ήταν περήφανη γι αυτά.

Εδώ σας έχω τη συνταγή:
Φτιάξτε τα και να την θυμηθείτε.

Για το φύλλο θα χρειαστείτε:

1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι αλάτι
1 σφηνάκι τσικουδιά
1/2 ποτήρι λάδι

Για τη γέμιση:
Σπανάκι, περίπου 1 + 1/2 κιλό
Σέσκουλα, περίπου 1/2 κιλό
Καυκαλήθρες, 1 ματσάκι
Μάραθο, ½ από το ματσάκι και λιγότερο
4-5 φρέσκα κρεμμυδάκια
4-5 κρεμμυδόφυλλα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια
Μαϊντανό, ½ από το ματσάκι και λιγότερο

Λάδι (περίπου 1/4 της κούπας)
Αλάτι
Λίγο πιπέρι
Ξινομυζήθρα (2 πακέτα των 420 γραμ.) λιγότερο από κιλό δηλαδή
Σημείωση: Μπορεί κανείς να βάλει μόνο σπανάκι με το μάραθο τα κρεμμυδάκια και το μαϊντανό,
Όπως επίσης μπορεί να προσθέσει κι άλλα χόρτα της αρεσκείας του, π.χ λάπαθα
Μπορείτε να προσθέσετε και άλλο τυρί πχ φέτα, αυξομειώνοντας αναλόγως τις ποσότητες.

Ακόμα χρειάζονται:
1-2 αυγά χτυπημένα για την επάλειψη
Και σουσάμι για να τα πασπαλίσετε.

Εκτέλεση:
Ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι, την τσικουδιά και το λάδι και αρχίζετε να ρίχνετε σιγά σιγά το νερό, σε μια λεκάνη.
(Προσπαθούμε να προκύψει μια μαλακή και εύπλαστη ζύμη η οποία να μην κολλάει ώστε να ανοίξει εύκολα σε φύλλο. Μπορεί να μην χρειαστεί όλο το νερό)
Αφήνετε τη ζύμη σκεπασμένη με μια πετσέτα για καμιά ώρα.

Πλένετε καλά τα χορταρικά και τα απλώνετε σε κουζινόχαρτο στο τραπέζι ή στον πάγκο, ώστε να στεγνώσουν. (Μπορείτε να τα ετοιμάσετε το προηγούμενο βράδυ από την ημέρα που θα τα φτιάξετε, ή αλλιώς τα στεγνώνετε με άλλο κουζινόχαρτο))
Αφού στεγνώσουν τα κόβετε ψιλά ψιλά με μαχαίρι ,χωρίς τις ρίζες και τα σκληρά κοτσάνια σε μια λεκάνη.
Τους ρίχνετε λίγο αλάτι (Περίπου μια κουταλιά της σούπας για τις παραπάνω ποσότητες χορταρικών) , τα ανακατεύετε και τα στύβετε με τα χέρια για να «μαραθούν», δηλαδή να χάσουν τον όγκο τους και να μαλακώσουν. Πετάτε το ζουμί που θα βγάλουν.
Ρίχνετε μέσα στα χορταρικά το λάδι, λίγο πιπέρι και τη μυζήθρα θρυμματισμένη με τα δάκτυλα.
Ανακατεύετε να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα.
Παίρνετε τη ζύμη και την χωρίζετε σε δυο ή τρεις μπάλες για ευκολία .
Αρχίζετε να την ανοίγετε σε φύλλο μέτριο σε πάχος.
Κόβετε κομμάτια είτε τετράγωνα, με το ειδικό εργαλείο που κόβουμε ζύμες ,πίτσες κλπ, (ρόδα) είτε στρογγυλά με την βοήθεια από ένα πιατάκι του τσαγιού.
Σε κάθε κομμάτι βάζετε δυο κουταλιές γέμιση και είτε τα τετράγωνα τα κλείνετε σαν φακελάκια, κλείνοντας τις απέναντι γωνίες στο κέντρο,
Είτε τα στρόγγυλα κάνοντας ημικύκλια. Τις άκρες τις πιέζετε με ένα πιρούνι για να κλείσουν καλά το οποίο βρέχετε συνέχεια σε ένα ποτήρι με νερό.
Τα αλείφετε με το αυγό τα πασπαλίζετε με σουσάμι και τα ψήνεται σε αντικολλητικό χαρτί σε ταψί για περίπου μισή ώρα στους 180 βαθμούς.
Παρακάτω έχω επιλέξει από τα πολλά και διάφορα, τα πιο ενδιαφέροντα websites τα οποία δίνουν πολλές εναλλακτικές σε υλικά ,αλλά και πολλές τεχνικές λεπτομέρειες.
Αυτό που δίνουν κυρίως όμως είναι η εικόνα, (που ως γνωστόν ισοδυναμεί με 1000 λέξεις) και σου δίνει αμέριστη βοήθεια.

http://greekcook.gr/syntages/kalitsounia_pasxalina_xaniotika
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3003
http://delicieuses.forumotion.net/t2038-topic
http://aromakouzinas.blogspot.gr/2013/04/blog-post_29.html
https://www.sintagespareas.gr/sintages/kalitsounia-me-spanaki-kai-mizithra.html
http://goo.gl/9DydfG

 

 

 

Advertisements

Συνταγές χωρίς απαιτήσεις.

Μου γράφετε στο ΙΝΒΟΧ, να γράψω συνταγές! Δεν είμαι μαγείρισσα περιωπής για να γράψω συνταγές. Μαγειρεύω και σκέπτομαι. Μαγειρεύω και ταξιδεύω. Μαγειρεύω και θυμώνω. Μαγειρεύω και ψηφίζω, καταψηφίζω, περνάω νόμους και παίρνω μέτρα για έναν κόσμο καλύτερο. Κάνω ταξίδια στο παρελθόν και προσπαθώ να διορθώσω λάθη. Μάταια. Το παρελθόν δεν διορθώνεται,όταν το σκέφτεσαι, απλώς μαζεύεις ψηφίδες, για να φτιάξεις ένα διάδρομο για το μέλλον. Καμιά φορά αντί για διάδρομο, χτίζεις έναν τοίχο ή ένα τείχος, μπορεί όμως και μια τύχη! Την ώρα που μαγειρεύω, συζητάω με τους ήρωες κάποιου μυθιστορήματος που γράφω και μπορεί να τους αλλάζω τη ζωή… Δεν είμαι ψύχραιμη, φιλοσοφημένη και σίγουρη για τις κινήσεις μου, ούτε «ζωγραφίζω» μαγειρεύοντας, ούτε πειραματίζομαι μπαίνοντας σε «γκουρμέ» χωράφια. Αυτά είναι αντικείμενα άλλων. Ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί επαγγελματικά και έχουν διαθέσει ώρες και ώρες για να αποδώσουν το βέλτιστο αποτέλεσμα στην δημιουργία γαστριμαργικών αριστουργημάτων. Εγώ ένα «κέτερινγκ» είμαι, που λειτουργώ κατόπιν παραγγελιών/επιθυμιών των αγαπημένων μου και η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου δεν είναι η ΤΕΛΕΙΑ και ΑΞΕΧΑΣΤΗ γεύση που θα μεθύσει τον ουρανίσκο και θα ανταγωνιστεί άλλες ηδονές. Η επιθυμία μου είναι η καταγραφή στη μνήμη, της μυρωδιάς που κατακλύζει το σπίτι και της γεύσης που θα επιβιώσει χρόνων, χωρών, ανθρώπων και θα γεννήσει μνήμη και συναισθήματα. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά από την κρέμα ή το ρυζόγαλο με την κανέλα που πλημμύριζε τα απογεύματα το σπίτι μου και αυτό δεν ήθελε ούτε ειδικές ικανότητες ούτε σπέσιαλ υλικά. Το μαγείρεμα για μένα είναι αφενός μια ανάγκη καθημερινή για την διατήρηση και την καλή συνέχεια της ζωής και αφετέρου μια μάχη με τη λήθη. Η γεύση και η όσφρηση νομίζω είναι οι αισθήσεις που σε συνδέουν με το παρελθόν και έτσι με τα αγαπημένα σου πρόσωπα, είτε είναι μακριά είτε έφυγαν για πάντα. (Ποιος δεν θυμάται τη μυρωδιά του τσιγάρου όταν τον πλησίαζε ο πατέρας του;) Η όσφρηση και η γεύση κυριαρχούν λοιπόν σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας και του τελικού αποτελέσματος στη μαγειρική. Είναι ακόμα μια πρόκληση, να επιτύχω ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα, σε ένα τομέα που δεν εκπαιδεύτηκα, ούτε προετοιμάστηκα/προγραμματίστηκα από τη μητέρα μου. Η κουζίνα μου όταν μαγειρεύω θυμίζει πεδίο μάχης. Τα υλικά καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν να κάνουν με επαγγελματία και πειθαρχούν χωρίς πολλές πολλές αντιρρήσεις. Επιχειρώ χωρίς ενδοιασμούς τα πάντα. Αυτό εδράζεται στη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου, που κατά παράδοση και λόγω συνθηκών ήταν η πιο απόμακρη και την οποία εκτίμησα σε μεγαλύτερη από την παιδική μου ηλικία. Αυτή λοιπόν η γιαγιά, είχε ένα αξίωμα το οποίο διαπερνούσε όλες τις δράσεις της: «Πολλοί θα το δούνε και λίγοι θα το καταλάβουνε!» Απαλλαγμένη/απελευθερωμένη  έτσι από το άγχος της κριτικής και της απόρριψης, έφτιαχνε φαγητά και γλυκά, μόλις της το ζητούσαμε, χωρίς να φοβάται και χωρίς να βασανίζεται ιδιαίτερα με τις λεπτομέρειες και αυτό με εντυπωσίαζε και από ό, τι φαίνεται με επηρέασε θετικά, δίνοντάς μου τόλμη και αποφασιστικότητα. Με έχει αφήσει κατάπληκτη αυτή η μανία που προέκυψε την εποχή της κρίσης με τις εκπομπές μαγειρικής και τα υψηλά ποσοστά τηλεθέασης και ταυτόχρονα τα μαγαζιά γρήγορου φαγητού (πίτσες, σουβλάκια, κρέπες, σάντουιτς ) αλλά και τις ψησταριές, εστιατόρια και σνακ-μπαρ πάντα ασφυκτικά γεμάτα! Λοιπόν θα μπορούσα να παραθέσω και διάφορες σελίδες που έχω εύκαιρες με συνταγές, αλλά φτάνοντας στην τελευταία παράγραφο του μηνύματος…με κάνατε και  το είδα αλλιώς το πράγμα. Αφού «δεν θέλετε σκέτες συνταγές αλλά και σκέψεις» κι αφού «είσαστε σε μακρινή χώρα και …κλπ» Οκ. Θα γράψω μια μικρή συνταγή σχολιάζοντάς την: Κολοκυθάκια τηγανιτά! Έχω φάει άπειρα άθλια κολοκυθάκια τηγανιτά σε διάφορες ταβέρνες, ελπίζοντας πάντα ότι θα έρθουν κάποια μέρα αυτά τα φοβερά και καταπληκτικά κολοκυθάκια του μπαμπά μου. Του κάκου! Πάντα κατέφθαναν κάτι μαυριδερά, άλλοτε καμένα και άλλοτε ωμά κολοκυθάκια, με εκείνη την άθλια λαδίλα που σου κόλλαγε στο λαιμό και δήλωνε ότι τηγανίστηκαν σε λάδι που είχε να αλλαχθεί τουλάχιστον τρεις εβδομάδες. Κάποτε στα Τρίκαλα Κορινθίας, έγραψα ολόκληρη τη συνταγή σε μια χαρτοπετσέτα και την έστειλα στο μάγειρα. Δεν έτυχε να πάω ξανά να δω τι απέγινε. Λοιπόν εύκολη και γρήγορη συνταγή για ανθρώπους που θέλουν να φτιάξουν τρία τέσσερα σνακ για να πιούν με τρεις τέσσερεις φίλους ένα ποτήρι κρασί και να περάσουν ένα λίγο ελληνικό βράδυ στην άλλη άκρη του κόσμου. Πλένουμε καλά τα κολοκυθάκια (μετρίου μεγέθους) και αφαιρούμε ελαφρά με το μαχαίρι οποιοδήποτε ύποπτο σημάδι έχουν εξωτερικά. (Τι σας λέω τώρα! Εκεί που είσαστε εσείς τα κολοκυθάκια θα είναι με ISO!) Παίρνουμε ένα ένα κάθε κολοκυθάκι, το ακουμπάμε σε πάγκο ή σε τραπέζι και με ένα κοφτερό μαχαίρι αρχίζουμε να το κόβουμε γρήγορα και νευρικά φέτες φέτες, στρογγυλές πάχους νομίσματος (Αν ξεφεύγουν μερικά, δεν πειράζει, όσα είναι χοντρά τα κόβετε άλλη μια φορά και όσα γίνουν λεπτότερα, τα αφήνουμε) Αφού τα κόψουμε όλα τα βάζουμε σε μια λεκανίτσα/τάπερ/μπολ και τους ρίχνουμε μια χούφτα αλάτι και μια χούφτα ζάχαρη. (Μιλάμε για τέσσερα, πέντε κολοκύθια). Τα αφήνουμε περίπου μισή ώρα ή και λίγο περισσότερο και μετά αφού πετάξουμε το νερό που έχουν βγάλει, τα ρίχνουμε τμηματικά, μέσα σε αλεύρι που έχουμε ετοιμάσει σε ένα μεγάλο πλατύ ρηχό σκεύος (πχ. Ταψάκι ή πιατέλα) και αφού τα ξεκολλήσουμε ώστε να αλευρωθούν όλα κι από τις δύο μεριές, Τα βάζουμε σε ένα κόσκινο (αυτό που είναι ένα ξύλινο στεφάνι και έχει στη μέση ένα κάπως μεσαίο προς μεγαλούτσικο συρμάτινο σουρωτήρι .Μπορεί να είναι όλο πλαστικό. Αν δεν έχετε πάρτε αυτό που σουρώνουμε τα μακαρόνια, παρότι δεν κάνει, αν δεν έχετε ούτε τέτοιο…. Μάλλον καλύτερα να παραγγείλετε κινέζικο και ν’ αφήσετε τη μαγειρική) Τα κοσκινίζετε λοιπόν κουνώντας πέρα δώθε το κόσκινο (πάνω από το ταψάκι γιατί αλλιώς θα γεμίσει ο κόσμος αλεύρια τα οποία γλιστράνε!) και έτσι φεύγει το πολύ αλεύρι και μένει κολλημένο επάνω σε κάθε κολοκύθι όσο χρειάζεται. Τώρα τα κοσκινισμένα κολοκύθια, τα ρίχνετε σε μπόλικο καθαρό λάδι που έχετε ζεστάνει αρκετά, μέχρι να κάψει σε μεγάλο και βαθύ τηγάνι και τα αφήνετε να τηγανιστούν γυρίζοντας με μια πλατιά τρυπητή κουτάλα κι από τις δύο μεριές, μέχρι να γίνουν καστανά , τότε τα βγάζετε με την κουτάλα σε πιατέλα με απορροφητικό χαρτί και συνεχίζετε με την επόμενη δόση, βάζοντας λίγο καινούργιο λάδι για να διατηρείται η ίδια στάθμη ,προσέχοντας όση ώρα τα προετοιμάζετε να μην παρακάψει και  πάρει φωτιά! Τα κολοκυθάκια τρώγονται ζεστά και μπορείτε να τα συνοδεύσετε με τζατζίκι (θα μυρίζει μέχρι τη Δευτέρα, ό, τι και να μασουλήσετε από πάνω, διότι δεν έχει σχέση με το στόμα αλλά με την ανάσα, καλύτερα λοιπόν να το ξεχάσετε αν δεν είσαστε με έλληνες) Τέλος πάντων. Ένα φλιτζάνι τσαγιού Γιαούρτι σακούλας ή ό, τι έχετε. Ένα μέτριο αγγούρι καθαρισμένο και τριμμένο (Στον τρίφτη του τυριού ή στο μούλτι στη θέση του κρεμμυδιού ή χοντρότερο) Ένα κουταλάκι του γλυκού ξύδι, Μια κουταλιά της σούπας λάδι, Λίγο αλάτι, 1-2 σκελίδες λειωμένο σκόρδο (Αν δεν έχετε, τι να κάνουμε, βάλτε αυτό το αποξηραμένο στο βαζάκι, περίπου ένα κουταλάκι του γλυκού) Τα ανακατεύετε όλα μαζί και το αφήνετε για καμιά ώρα στο ψυγείο, να παγώσει. Αυτές είναι συνταγές του μπαμπά μου, ο οποίος τις φύλαγε επτασφράγιστο μυστικό, γιατί για τα κολοκυθάκια και το τζατζίκι του, ερχόντουσαν στο μαγαζί (ψησταριά) από παντού.Εκεί που είναι τώρα δεν του χρειάζονται και νομίζω ότι δεν θα είχε αντίρρηση να φτάσουν στην Αμερική και να τον θυμούνται! Άλλωστε είπαμε, το φαγητό δεν είναι απλά κάλυψη βιολογικής ανάγκης, είναι πρωτίστως μνήμη και επικοινωνία και σύνδεση και κοινωνικότητα και νοσταλγία και πατρίδα και άλλα πολλά!

Σημείωση:1. Όταν έλεγα να κοπούν σε πάχος νομίσματος, δεν εννοούσα το ευρώ ούτε τη δραχμή! έχετε δίκιο είναι πολύ λεπτά, όχι δεν θέλουμε να γίνουν τσίπς. Ας πούμε λοιπόν στο πάχος, σαν τα ευρώ σοκολατάκια τα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο για να συνεννοηθούμε.
2.Ναι, όταν βάλουμε το αλάτι και τη ζάχαρη ανακατεύουμε με τα δυό μας χέρια (όπως το μπριάμ)
3.Τα είπαμε!Δεν είμαι επαγγελματίας μαγείρισσα.