Περπατώντας…

12062014559 21062014564 21062014565 03062015681 03062015682

T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3

Όταν τα καταφέρνω να αποδράσω από τον πύργο, παρότι τα μαλλιά μου δεν είναι πολύ μακριά και ο αλγόριθμος της Ραπουνζέλ χαλάει, όταν τα καταφέρω, περπατάω. Περπατάω χωρίς ακουστικά στα αυτιά, χωρίς μουσική, χωρίς ειδικό εξάρτημα που μετράει τα χιλιόμετρα που διανύω. Είμαι δηλαδή ένας ερασιτέχνης πεζοπόρος, με όλα τα καλά αυτής της επιλογής. Η διαδρομή που συνήθως διανύω είναι περίπου πέντε χιλιόμετρα. Ανάλογα πάντα την ημέρα, τις δυνατότητες και τη διάθεση. Η διαδρομή είναι όμως πάντα παραθαλάσσια. Τα αυτιά μου θέλω να είναι ελεύθερα, ακούω την κίνηση στο δρόμο, τα χαρακτηριστικά σφυρίγματα του τραμ, τα κουδούνια από τα ποδήλατα που με προσπερνούν, τα παιδιά που κλαίνε, τα σκυλιά που γαβγίζουν, σκόρπιες κουβέντες και γέλια άλλων περιπατητών και όταν ο αέρας αγριεύει, τις φωνές του και τους καβγάδες του με τη θάλασσα. Περπατάω με παρέα, συζητώντας και ακούγοντας και σκέπτομαι. Εκεί στην άκρη της παραλίας, αντίκρυ στη θάλασσα , μερικές φορές βρίσκομαι… στην Ηλιούπολη. Είναι το μέρος που γεννήθηκα και μεγάλωσα και πολλές φορές γυρίζω σε αυτό με έναν ανεξήγητο Ομηρικό τρόπο. Όσα χρόνια κι αν πέρασα δίπλα στη θάλασσα, δεν μπορούν να τη νικήσουν και να την εκτοπίσουν. Η Ηλιούπολη είναι ένα μέρος που το ξέρω σαν την παλάμη μου. Μπορώ να περπατήσω οπουδήποτε χωρίς να χαθώ, μπορώ να μαντέψω και να βρω ό, τι δεν ξέρω από τα μέρη της χωρίς να ανησυχήσω και θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μου να εγκατασταθώ και να νοιώσω σπίτι μου, εγώ, που μου παίρνει συνήθως οκτώ χρόνια, να συνηθίσω ένα καινούριο σπίτι και μια νέα γειτονιά στον ίδιο δήμο. Είναι η μαγεία της παιδικής ηλικίας, είναι η μαγεία της πρώτης επαφής με όλα τα πράγματα της ζωής; Καλοκαίρι, ζέστη αφόρητη, σαράντα βαθμοί και ο κόσμος όλος έξω στα μπαλκόνια, και στις αυλές. Τα λάστιχα έτρεχαν δροσερό νερό και πότιζαν κήπους με λουλούδια, τσιμέντα, μωσαϊκά, πλάκες και ξυπόλυτα πόδια και ενώ η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα, κανείς δεν αποφασίζει να πάει για ύπνο. Ήμουν περίπου έξι ετών και έπαιζα κρυφτό μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην αυλή και το πεζοδρόμιο. Τότε βγήκε η Μαρία, από την πόρτα του κάτω σπιτιού. Δεν έπαιζε μαζί μας, ήταν δεκατεσσάρων και πήγαινε στη Δευτέρα γυμνασίου. Πήρε το μεγάλο αντρικό ποδήλατο που πηγαινοερχόταν ο πατέρας της στη δουλειά και δειλά δειλά χωρίς να ζητήσει άδεια, άρχισε να κάνει μικρές βόλτες στην αυλή. Όλοι οι μεγάλοι ήταν αποχαυνωμένοι από τη ζέστη και με αντιδράσεις αργές χωρίς να δίνουν σημασία, έτσι εκείνη κάποια στιγμή, επωφελήθηκε και βγήκε από την μεγάλη διπλή μαύρη σιδερένια πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Εγώ ήμουν πίσω από μια φουντωτή ανθισμένη δάφνη και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να πεταχτώ και να «φτύσω» στο κρυφτό, τότε μου πέταξε κάπως αβέβαια: «Έλα ανέβα να πάμε μια βόλτα» Εγώ έτρεξα και ανέβηκα στη σχάρα πίσω της την αγκάλιασα σφιχτά κι αυτή άρχισε να κάνει πετάλι. Δεν θυμάμαι από ποιο δρόμο πήγε, ούτε πώς, νοιώθω όμως και μυρίζω ακόμα τον βουνήσιο αέρα της Ηλιούπολης, εκείνη την ζεστή νύχτα, όπως μας χτύπαγε στο πρόσωπο και θυμάμαι πάντα καθαρά αυτή την απίστευτη αίσθηση ελευθερίας που ένοιωθα καθώς το ποδήλατο κάλπαζε μέσα στην νύχτα, στην κεντρική λεωφόρο, χωρίς κανένα αυτοκίνητο αλλά και κανέναν πεζό και χωρίς να νοιώθω κανένα φόβο για τίποτα, μια και τα τρια-τέσσερα χιλιόμετρα, που υπολογίζω τώρα, ότι διανύσαμε πήγαινε-έλα, δεν είχαν για μένα καμιά διαφορά σε επικινδυνότητα απ’ την αυλή μας. Η Μαρία πάλι νομίζω ότι μιλώντας μου δυνατά κάθε τόσο, ξόρκιζε το φόβο της, όχι για τη νύχτα και την ερημιά, όσο για την απόφασή της να κάνει κάτι τόσο ασυνήθιστο και προχωρημένο, για εκείνο τον καιρό, χωρίς άδεια. Όπως και να’χει, Όταν γυρίσαμε, ούτε αυτή ούτε εγώ είμαστε ίδιες. Η θάλασσα όμως είναι εδώ, μια δυνατή παρουσία που δεν σου επιτρέπει να την αγνοήσεις και να στρέφεσαι σε αναμνήσεις. Ζωντανή και αεικίνητη,διεκδικεί μερίδιο απ΄την ψυχή σου. «Στραφταλίζει» στον ήλιο και αλλάζει διαρκώς χρώματα. Ένα ελαφρύ κυματάκι σπάζει στην άμμο,λίγο πιο μέσα είναι γαλαζοπράσινη και πιο βαθειά γίνεται σκούρο μπλε. Τραβάει το βλέμμα σου και απαιτεί να την κοιτάζεις. Ο ουρανός άλλοτε πέφτει βαρύς πάνω της κι άλλοτε την παρακολουθεί διακριτικά από απόσταση. Ο αέρας φυσάει αρκετά κι ας πλησιάζει το τέλος της Άνοιξης. Η διαδρομή είναι ειδυλλιακή με τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και στη παραλία έχουν στρώσει κάτω δεκάδες μικροπωλητές τα μαγαζάκια τους. Τελευταία δεν τους βλέπω να τα μαζεύουν άρον- άρον και να τρέχουν πανικόβλητοι να εξαφανιστούν. Φταίει άραγε η δημοτική αστυνομία που λείπει, ή γίνεται προσπάθεια να αποτελέσουν μέρος της ατμόσφαιρας και του «χρώματος» της παραλίας όπως σε άλλα μέρη του κόσμου, με τα χιλιάδες πολύχρωμα μικροπραγματάκια τους ; Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που κατάγονται συνήθως από την Αφρική, που κάθονται εδώ και πουλούν διάφορα, ή παίζουν μουσική, τι σκέφτονται; Τι νοιώθουν; Σκέφτονται την πατρίδα τους, τα παιδικά τους χρόνια, τόσο μακριά, αλλού; Τα αγαπημένα τους μέρη και πρόσωπα; Και νοσταλγούν; Κι όλοι αυτοί οι έλληνες που περπατούν; Τι σκέφτονται; Προσέχουν καθόλου και απολαμβάνουν τη φύση; Τα παιδιά θα θυμούνται αργότερα αυτές τις βόλτες; έχουν την ευκαιρία μιας συγκίνησης, μιας προσωπικής σύνδεσης που θα επιτρέψει να γίνει κάποια ανεξίτηλη εγγραφή μέσα τους; Και απασχολούν κανέναν αυτά ή εγώ είμαι στον κόσμο μου; Και όλα αυτά τα εξαρτήματα στα αυτιά τους ,κάνοντας τζόκινγκ ή βάδην ή περίπατο, που είναι τόόόόσο απαραίτητα, τους αφήνουν να εγγράψουν μέσα τους τον παφλασμό των κυμάτων; Μπορούν να κρατήσουν τον αέρα στο πρόσωπό τους, ακόμα κι όταν θα νοιώθουν να ασφυκτιούν στη ζωή τους; Αυτά κι άλλα σκέφτομαι όταν περπατάω, κι όταν μακρύνω πολύ,σκέφτομαι και τις βόρειες χώρες, με το κρύο τους, την καταχνιά τους,την παγωνιά τους,τη συννεφιά τους, που δεν σε ξεμυαλίζουν. Που σε αναγκάζουν να είσαι ακριβής,συνεπής,αποτελεσματικός,λεπτομερειακός και να ζεις χωρίς δικαιολογίες,χωρίς ηλιοβασιλέματα και χωρίς μουσικές από κυματισμούς. Όταν σκέφτεσαι χωρίς να το καταλάβεις περνάς το στρογγυλό κτίριο και αν αποφασίσεις να μπεις εσωτερικά, σου δίνεται η δυνατότητα μιας διπλής επιλογής. Ο ένας δρόμος είναι δίπλα στη θάλασσα. Υπάρχουν παγκάκια που μπορείς να κάτσεις και μυρίζει ιώδιο, νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη σου και όταν φυσάει αρκετά, το κύμα μπορεί να σε κάνει μούσκεμα καθώς σπάει με θόρυβο στα «μπλόκια», τους τεράστιους βράχους που έχουν βάλει για να προστατεύουν την τσιμεντένια διαδρομή από τη διάβρωση του νερού. Στο τέλος αυτής της διαδρομής, λίγο πριν μπεις στη Μαρίνα και αλλάξεις εντελώς εικόνες, μπορείς να ανέβεις μια μικρή σιδερένια σκάλα και να καθίσεις σε ένα φαρδύ πεζούλι ψηλά,αγναντεύοντας την απέραντη θάλασσα και να περάσεις την ώρα σου, χάνοντας ή βρίσκοντας τα νοήματα της ζωής σου. Η άλλη διαδρομή είναι μέσα από ένα τεράστιο,καταπράσινο,καθαρό,φροντισμένο,καλαίσθητο πάρκο. Έχει έκταση 4.800 στρεμμάτων και έχει 85 στρέμματα πράσινο, με πάρκα, αλσύλλια, παρτέρια, παιδικές χαρές, χώρο για σκύλους , όργανα γυμναστικής και νησίδες. Εκεί υπάρχει ο μεγαλύτερος παιδότοπος της Ελλάδας . Συστάδες από αλμυρίκια σε μέτρια μέχρι πολύ πυκνή φύτευση, δίνουν μια φυσικότητα και απλότητα στο χώρο και αποτελούν φυσικό φράχτη στην επίδραση της θάλασσας έχοντας το ρόλο του ανεμοθραύστη στην περιοχή. Υπάρχουν επίσης πολλοί διάδρομοι για ποδήλατο και περίπατο. Διανύοντας την μια ή την άλλη διαδρομή μπαίνεις στη Μαρίνα και εκεί μπορείς να περπατήσεις στα φαρδιά και πολυάνθρωπα πλακόστρωτα, να καθίσεις στα διάφορα καφέ ή να εξερευνήσεις και να παρατηρήσεις τα διάφορα σκάφη και τις προβλήτες. Εδώ δεν έχει μικροπωλητές ούτε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, οι φωτογραφίες απαγορεύονται και οι ιδιωτικοί αστυνομικοί φροντίζουν να τηρείται η τάξη. Φύση και άνθρωποι, δήμος και ιδιωτική πρωτοβουλία έχουν δημιουργήσει πολλαπλές δυνατότητες και ευκαιρίες στο πλαίσιο της πόλης, για αναψυχή, στοχασμό, άθληση ,ψυχαγωγία και διασκέδαση. Σε εμάς μένει, να περπατήσουμε, να σκεφτούμε και να νοιώσουμε ό, τι καλό.

Advertisements

Ανταπόδoση.

Το μικρό παράθυρο της κουζίνας, το καλοκαίρι, ήταν πάντα κουφωμένο. Ήταν βορεινό και σε συνδυασμό με την μπαλκονόπορτα της τραπεζαρίας, έκανε ρεύμα.
Αυτό το ρεύμα, ήταν το αντίστοιχο σημερινό αιρ κοντίσιον! Υπήρχε συγκεκριμένη εποχή και συγκεκριμένη συζήτηση και άδεια(!) για να δημιουργηθεί, (γιατί αλλιώς μπορεί να παίρναμε κανένα πλευρίτη!) και ήταν αυτό που μας έσωζε τα καυτά μεσημέρια το καλοκαίρι!
Η διαδικασία ήταν περίπου αυτή που ακολουθεί η οικογένεια για να αποφασίσει να ανοίξει τον κλιματισμό.
Δεν το θυμάμαι απλώς,
το ξαναζώ.
Δεν χρειάζεται να κλείσω τα μάτια, ούτε να κάνω ιδιαίτερη προσπάθεια, είναι εκεί, μια μνήμη όμορφα τυλιγμένη στο συρτάρι της, καταχωρημένη για πάντα στα εγκεφαλικά μου κύτταρα.
Κάποια στιγμή έγινε κάτι, άλλο, σύγχρονο, σημερινό, και οι αισθήσεις, η ακοή κυρίως, οδήγησε γρήγορα στην αντίληψη κι από εκεί στη μνήμη. Υλικό για τους ψυχολόγους θα πείτε ή για τους ερευνητές ψυχιάτρους που προσπαθούν αποκρυπτογραφούν την άβυσσο του νου.
Όπως και να’ χει, κάποιο μικρό κουρελάκι ξέφυγε λίγο, κι αμέσως ξετυλίχτηκε ολοζώντανη μπροστά μου, όχι μόνο η σκηνή, αλλά και η ατμόσφαιρα. Ένοιωσα την ένταση της ζέστης, την απόλυτη μεσημεριανή ησυχία του καλοκαιριού στη γειτονιά, τη δροσιά της τραπεζαρίας , άκουσα το ροχαλητό του πατέρα μου να έρχεται απ΄την κρεβατοκάμαρα και εντείνοντας την προσοχή μου, άκουσα και την ήσυχη ρυθμική αναπνοή της μητέρας μου, απ’ το πάτωμα!
Απ’ το πάτωμα; Μάλιστα! Ήταν μια καλοκαιρινή τελετουργία αυτή, που αφού ο πατέρας μου προσπάθησε χρόνια ολόκληρα να την κόψει, στο τέλος το πήρε απόφαση και παραιτήθηκε. Το δέχτηκε στωικά και είμαστε όλοι ευτυχισμένοι.
Το σπίτι που γεννήθηκα και φέρνω στο μυαλό μου, ήταν ο πάνω όροφος μιας διπλοκατοικίας. Στην οροφή είχε κωνική στέγη με κόκκινα κεραμίδα. Από την είσοδο που ήταν δίφυλλη, μεγάλη, πράσινη ξύλινη, με τζαμάκια στο επάνω μέρος, δυο στρογγυλά χρυσά πόμολα και ένα ρόπτρο,
έμπαινες κατευθείαν, χωρίς χολ, σε ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο δωμάτιο. Αυτό ήταν το δωμάτιο υποδοχής ή σάλα. Εκεί λοιπόν ήταν η περιβόητη μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε ένα μικρό μπαλκόνι.
Μόλις οι ζέστες άρχιζαν να επιμένουν και να παραμένουν  συνεχώς για δεύτερη εβδομάδα, τότε άρχιζε η ιστορία με τη μπαλκονόπορτα.
Η μητέρα μου άρχιζε να περπατάει ξυπόλητη στο σπίτι που είχε παντού ξύλινα πατώματα και τα ζεστά μεσημέρια, αφού έκλεινε σε όλα τα παράθυρα τα παντζούρια, (τα σκούρα δηλαδή), για να αφήσει έξω την αντηλιά και τη ζέστη, κούφωνε το παράθυρο της κουζίνας και την μπαλκονόπορτα. Κούφωνε, θα πει, έπιανε το ένα παντζούρι με το άλλο με το σιδερένιο πιαστράκι, χωρίς να τα τραβήξει να εφαρμόσουν και να κλείσουν . Έτσι έμπαινε στο σπίτι ελάχιστο φως, αλλά αρκετός αέρας και σε συνδυασμό με το κουφωμένο παράθυρο της κουζίνας , σχηματιζόταν εκείνο το περιβόητο ρεύμα!
Δεν μπορούσαν εύκολα να το έχουν όλοι αυτό, γιατί δεν τους ευνοούσε η θέση των παραθύρων τους.
Τώρα όμως υπήρχε ένα άλλο πρόβλημα σοβαρό και αξεπέραστο. Ζήτημα ζωής και θανάτου! Αν το μεσημέρι που η μάνα μας έπεφτε λίγο να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί, εμείς βγαίναμε στο μπαλκόνι και πέφταμε; Θα σκοτωνόμαστε!
Έτσι λοιπόν το πήρε απόφαση, ο μόνος τρόπος να κοιμηθεί, να ξεκουραστεί και να περάσουν οι ζεστές ώρες του μεσημεριού, ήταν να φυλάει την μπαλκονόπορτα!
Έπαιρνε λοιπόν ένα παλιό σεντόνι, το έστρωνε μπροστά στην μπαλκονόπορτα και ξάπλωνε εκεί μια ωρίτσα. Εκεί στο πάτωμα, μπροστά στο ρεύμα, την έπαιρνε ο ύπνος και έλεγε ότι ήταν ο πιο δροσερός και ωραίος ύπνος του καλοκαιριού.
Εκεί λοιπόν κάποια μεσημέρια με τη απόχρωση της παραβατικότητας, προσπαθούσα αθόρυβα, με δεξιοτεχνία διαρρήκτη, να ανοίξω αθόρυβα την πόρτα του μπουφέ που ήταν μόλις ενάμιση μέτρο μακριά της, να πάρω την γυάλα με το φρεσκοφτιαγμένο βύσσινο, να το μεταφέρω στην κουζίνα, να φάω κάμποσο και να γυρίσω αθόρυβα να το βάλω στη θέση του, χωρίς να ακουστεί κιχ!
Η πόρτα του μπουφέ έτριζε ελαφρά, η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά και νόμιζα ότι θα ξυπνούσε από τον χτύπο της. Η γυάλα κόντευε να μου πέσει όπως σηκωνόμουν από το χαμηλό ράφι και το πάτωμα μέχρι την κουζίνα, ακουγόταν εφιαλτικό παρότι περπατούσα στα νύχια. Έτρωγα μια κουταλιά με την ψυχή στο στόμα, έπλενα σιγά σιγά το κουταλάκι για να μη χρειαστεί να γυρίσω στην κουζίνα και ξεκινούσα με χίλιες προφυλάξεις για τον μπουφέ. Έβαζα το γλυκό στη θέση του, έκλεινα την καταραμένη πόρτα που ξαναέτριζε στο ίδιο σημείο και ξεκινούσα να φύγω σίγουρη ότι δεν κατάλαβε τίποτε.
Μια φορά μόνο συνειδητοποίησα ότι η ρυθμική αναπνοή δεν ακούγεται όπως πριν και πάγωσα. Ήμουν έτοιμη για μεγάλο μάλωμα και περίμενα ένοχη πιο εκεί. Όμως εκείνη άλλαξε πλευρό και συνέχισε να κάνει ότι κοιμάται μέχρι που έφυγα απ΄το δωμάτιο.
Τώρα που δεν μοιάζεις πια καθόλου με εκείνη τη μεσημεριάτικη κοιμισμένη στο πάτωμα γυναίκα, τώρα που μετράω 36,37,38 ώρες ξύπνια,
να σε φυλάω, να σε ησυχάζω, να σου εξηγώ ατελείωτες φορές ότι όχι, δεν ήρθαν να μας σκοτώσουν και όχι, ο διάβολος δεν είναι μεταμορφωμένος σε γάτα και δεν ήρθε να μας πάρει την ψυχή,
Τώρα που σε ακούω να μου μιλάς για την κόρη σου με δυσαρέσκεια γιατί σε διατάζει!
Να τρως να κοιμάσαι και δεν σε αφήνει να κάνεις ό, τι θέλεις, δηλαδή τι θέλεις;
Απλώς να κατέβεις από αυτή τη χρυσή σκάλα με τα χίλια σκαλοπάτια που είναι πίσω από
τον καναπέ…
(- Νάτη! Νάτη! Δεν τη βλέπεις; Γιατί δεν τη βλέπεις; Μα γιατί δεν τη βλέπεις;)
Τώρα που σηκώθηκες για έβδομη φορά από το κρεβάτι και πας να κεράσεις τα δυο πεθαμένα από δεκαετίας αδέλφια σου- που ήρθαν να μας δούνε-
Τώρα σε κοιτάζω μέσα απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά μου και η αναπνοή μου δεν ακούγεται ρυθμική όπως όταν κοιμάμαι,
ήρθε η στιγμή να σου ανταποδώσω την ανοχή στην ανυπακοή, αλλά εσύ τώρα, πιο μικρή από εμένα τότε,

δεν μπορείς να το καταλάβεις.