Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

Συνταγές χωρίς απαιτήσεις.

Μου γράφετε στο ΙΝΒΟΧ, να γράψω συνταγές! Δεν είμαι μαγείρισσα περιωπής για να γράψω συνταγές. Μαγειρεύω και σκέπτομαι. Μαγειρεύω και ταξιδεύω. Μαγειρεύω και θυμώνω. Μαγειρεύω και ψηφίζω, καταψηφίζω, περνάω νόμους και παίρνω μέτρα για έναν κόσμο καλύτερο. Κάνω ταξίδια στο παρελθόν και προσπαθώ να διορθώσω λάθη. Μάταια. Το παρελθόν δεν διορθώνεται,όταν το σκέφτεσαι, απλώς μαζεύεις ψηφίδες, για να φτιάξεις ένα διάδρομο για το μέλλον. Καμιά φορά αντί για διάδρομο, χτίζεις έναν τοίχο ή ένα τείχος, μπορεί όμως και μια τύχη! Την ώρα που μαγειρεύω, συζητάω με τους ήρωες κάποιου μυθιστορήματος που γράφω και μπορεί να τους αλλάζω τη ζωή… Δεν είμαι ψύχραιμη, φιλοσοφημένη και σίγουρη για τις κινήσεις μου, ούτε «ζωγραφίζω» μαγειρεύοντας, ούτε πειραματίζομαι μπαίνοντας σε «γκουρμέ» χωράφια. Αυτά είναι αντικείμενα άλλων. Ανθρώπων που έχουν ασχοληθεί επαγγελματικά και έχουν διαθέσει ώρες και ώρες για να αποδώσουν το βέλτιστο αποτέλεσμα στην δημιουργία γαστριμαργικών αριστουργημάτων. Εγώ ένα «κέτερινγκ» είμαι, που λειτουργώ κατόπιν παραγγελιών/επιθυμιών των αγαπημένων μου και η μεγαλύτερη φιλοδοξία μου δεν είναι η ΤΕΛΕΙΑ και ΑΞΕΧΑΣΤΗ γεύση που θα μεθύσει τον ουρανίσκο και θα ανταγωνιστεί άλλες ηδονές. Η επιθυμία μου είναι η καταγραφή στη μνήμη, της μυρωδιάς που κατακλύζει το σπίτι και της γεύσης που θα επιβιώσει χρόνων, χωρών, ανθρώπων και θα γεννήσει μνήμη και συναισθήματα. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά από την κρέμα ή το ρυζόγαλο με την κανέλα που πλημμύριζε τα απογεύματα το σπίτι μου και αυτό δεν ήθελε ούτε ειδικές ικανότητες ούτε σπέσιαλ υλικά. Το μαγείρεμα για μένα είναι αφενός μια ανάγκη καθημερινή για την διατήρηση και την καλή συνέχεια της ζωής και αφετέρου μια μάχη με τη λήθη. Η γεύση και η όσφρηση νομίζω είναι οι αισθήσεις που σε συνδέουν με το παρελθόν και έτσι με τα αγαπημένα σου πρόσωπα, είτε είναι μακριά είτε έφυγαν για πάντα. (Ποιος δεν θυμάται τη μυρωδιά του τσιγάρου όταν τον πλησίαζε ο πατέρας του;) Η όσφρηση και η γεύση κυριαρχούν λοιπόν σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας και του τελικού αποτελέσματος στη μαγειρική. Είναι ακόμα μια πρόκληση, να επιτύχω ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα, σε ένα τομέα που δεν εκπαιδεύτηκα, ούτε προετοιμάστηκα/προγραμματίστηκα από τη μητέρα μου. Η κουζίνα μου όταν μαγειρεύω θυμίζει πεδίο μάχης. Τα υλικά καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν να κάνουν με επαγγελματία και πειθαρχούν χωρίς πολλές πολλές αντιρρήσεις. Επιχειρώ χωρίς ενδοιασμούς τα πάντα. Αυτό εδράζεται στη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου, που κατά παράδοση και λόγω συνθηκών ήταν η πιο απόμακρη και την οποία εκτίμησα σε μεγαλύτερη από την παιδική μου ηλικία. Αυτή λοιπόν η γιαγιά, είχε ένα αξίωμα το οποίο διαπερνούσε όλες τις δράσεις της: «Πολλοί θα το δούνε και λίγοι θα το καταλάβουνε!» Απαλλαγμένη/απελευθερωμένη  έτσι από το άγχος της κριτικής και της απόρριψης, έφτιαχνε φαγητά και γλυκά, μόλις της το ζητούσαμε, χωρίς να φοβάται και χωρίς να βασανίζεται ιδιαίτερα με τις λεπτομέρειες και αυτό με εντυπωσίαζε και από ό, τι φαίνεται με επηρέασε θετικά, δίνοντάς μου τόλμη και αποφασιστικότητα. Με έχει αφήσει κατάπληκτη αυτή η μανία που προέκυψε την εποχή της κρίσης με τις εκπομπές μαγειρικής και τα υψηλά ποσοστά τηλεθέασης και ταυτόχρονα τα μαγαζιά γρήγορου φαγητού (πίτσες, σουβλάκια, κρέπες, σάντουιτς ) αλλά και τις ψησταριές, εστιατόρια και σνακ-μπαρ πάντα ασφυκτικά γεμάτα! Λοιπόν θα μπορούσα να παραθέσω και διάφορες σελίδες που έχω εύκαιρες με συνταγές, αλλά φτάνοντας στην τελευταία παράγραφο του μηνύματος…με κάνατε και  το είδα αλλιώς το πράγμα. Αφού «δεν θέλετε σκέτες συνταγές αλλά και σκέψεις» κι αφού «είσαστε σε μακρινή χώρα και …κλπ» Οκ. Θα γράψω μια μικρή συνταγή σχολιάζοντάς την: Κολοκυθάκια τηγανιτά! Έχω φάει άπειρα άθλια κολοκυθάκια τηγανιτά σε διάφορες ταβέρνες, ελπίζοντας πάντα ότι θα έρθουν κάποια μέρα αυτά τα φοβερά και καταπληκτικά κολοκυθάκια του μπαμπά μου. Του κάκου! Πάντα κατέφθαναν κάτι μαυριδερά, άλλοτε καμένα και άλλοτε ωμά κολοκυθάκια, με εκείνη την άθλια λαδίλα που σου κόλλαγε στο λαιμό και δήλωνε ότι τηγανίστηκαν σε λάδι που είχε να αλλαχθεί τουλάχιστον τρεις εβδομάδες. Κάποτε στα Τρίκαλα Κορινθίας, έγραψα ολόκληρη τη συνταγή σε μια χαρτοπετσέτα και την έστειλα στο μάγειρα. Δεν έτυχε να πάω ξανά να δω τι απέγινε. Λοιπόν εύκολη και γρήγορη συνταγή για ανθρώπους που θέλουν να φτιάξουν τρία τέσσερα σνακ για να πιούν με τρεις τέσσερεις φίλους ένα ποτήρι κρασί και να περάσουν ένα λίγο ελληνικό βράδυ στην άλλη άκρη του κόσμου. Πλένουμε καλά τα κολοκυθάκια (μετρίου μεγέθους) και αφαιρούμε ελαφρά με το μαχαίρι οποιοδήποτε ύποπτο σημάδι έχουν εξωτερικά. (Τι σας λέω τώρα! Εκεί που είσαστε εσείς τα κολοκυθάκια θα είναι με ISO!) Παίρνουμε ένα ένα κάθε κολοκυθάκι, το ακουμπάμε σε πάγκο ή σε τραπέζι και με ένα κοφτερό μαχαίρι αρχίζουμε να το κόβουμε γρήγορα και νευρικά φέτες φέτες, στρογγυλές πάχους νομίσματος (Αν ξεφεύγουν μερικά, δεν πειράζει, όσα είναι χοντρά τα κόβετε άλλη μια φορά και όσα γίνουν λεπτότερα, τα αφήνουμε) Αφού τα κόψουμε όλα τα βάζουμε σε μια λεκανίτσα/τάπερ/μπολ και τους ρίχνουμε μια χούφτα αλάτι και μια χούφτα ζάχαρη. (Μιλάμε για τέσσερα, πέντε κολοκύθια). Τα αφήνουμε περίπου μισή ώρα ή και λίγο περισσότερο και μετά αφού πετάξουμε το νερό που έχουν βγάλει, τα ρίχνουμε τμηματικά, μέσα σε αλεύρι που έχουμε ετοιμάσει σε ένα μεγάλο πλατύ ρηχό σκεύος (πχ. Ταψάκι ή πιατέλα) και αφού τα ξεκολλήσουμε ώστε να αλευρωθούν όλα κι από τις δύο μεριές, Τα βάζουμε σε ένα κόσκινο (αυτό που είναι ένα ξύλινο στεφάνι και έχει στη μέση ένα κάπως μεσαίο προς μεγαλούτσικο συρμάτινο σουρωτήρι .Μπορεί να είναι όλο πλαστικό. Αν δεν έχετε πάρτε αυτό που σουρώνουμε τα μακαρόνια, παρότι δεν κάνει, αν δεν έχετε ούτε τέτοιο…. Μάλλον καλύτερα να παραγγείλετε κινέζικο και ν’ αφήσετε τη μαγειρική) Τα κοσκινίζετε λοιπόν κουνώντας πέρα δώθε το κόσκινο (πάνω από το ταψάκι γιατί αλλιώς θα γεμίσει ο κόσμος αλεύρια τα οποία γλιστράνε!) και έτσι φεύγει το πολύ αλεύρι και μένει κολλημένο επάνω σε κάθε κολοκύθι όσο χρειάζεται. Τώρα τα κοσκινισμένα κολοκύθια, τα ρίχνετε σε μπόλικο καθαρό λάδι που έχετε ζεστάνει αρκετά, μέχρι να κάψει σε μεγάλο και βαθύ τηγάνι και τα αφήνετε να τηγανιστούν γυρίζοντας με μια πλατιά τρυπητή κουτάλα κι από τις δύο μεριές, μέχρι να γίνουν καστανά , τότε τα βγάζετε με την κουτάλα σε πιατέλα με απορροφητικό χαρτί και συνεχίζετε με την επόμενη δόση, βάζοντας λίγο καινούργιο λάδι για να διατηρείται η ίδια στάθμη ,προσέχοντας όση ώρα τα προετοιμάζετε να μην παρακάψει και  πάρει φωτιά! Τα κολοκυθάκια τρώγονται ζεστά και μπορείτε να τα συνοδεύσετε με τζατζίκι (θα μυρίζει μέχρι τη Δευτέρα, ό, τι και να μασουλήσετε από πάνω, διότι δεν έχει σχέση με το στόμα αλλά με την ανάσα, καλύτερα λοιπόν να το ξεχάσετε αν δεν είσαστε με έλληνες) Τέλος πάντων. Ένα φλιτζάνι τσαγιού Γιαούρτι σακούλας ή ό, τι έχετε. Ένα μέτριο αγγούρι καθαρισμένο και τριμμένο (Στον τρίφτη του τυριού ή στο μούλτι στη θέση του κρεμμυδιού ή χοντρότερο) Ένα κουταλάκι του γλυκού ξύδι, Μια κουταλιά της σούπας λάδι, Λίγο αλάτι, 1-2 σκελίδες λειωμένο σκόρδο (Αν δεν έχετε, τι να κάνουμε, βάλτε αυτό το αποξηραμένο στο βαζάκι, περίπου ένα κουταλάκι του γλυκού) Τα ανακατεύετε όλα μαζί και το αφήνετε για καμιά ώρα στο ψυγείο, να παγώσει. Αυτές είναι συνταγές του μπαμπά μου, ο οποίος τις φύλαγε επτασφράγιστο μυστικό, γιατί για τα κολοκυθάκια και το τζατζίκι του, ερχόντουσαν στο μαγαζί (ψησταριά) από παντού.Εκεί που είναι τώρα δεν του χρειάζονται και νομίζω ότι δεν θα είχε αντίρρηση να φτάσουν στην Αμερική και να τον θυμούνται! Άλλωστε είπαμε, το φαγητό δεν είναι απλά κάλυψη βιολογικής ανάγκης, είναι πρωτίστως μνήμη και επικοινωνία και σύνδεση και κοινωνικότητα και νοσταλγία και πατρίδα και άλλα πολλά!

Σημείωση:1. Όταν έλεγα να κοπούν σε πάχος νομίσματος, δεν εννοούσα το ευρώ ούτε τη δραχμή! έχετε δίκιο είναι πολύ λεπτά, όχι δεν θέλουμε να γίνουν τσίπς. Ας πούμε λοιπόν στο πάχος, σαν τα ευρώ σοκολατάκια τα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο για να συνεννοηθούμε.
2.Ναι, όταν βάλουμε το αλάτι και τη ζάχαρη ανακατεύουμε με τα δυό μας χέρια (όπως το μπριάμ)
3.Τα είπαμε!Δεν είμαι επαγγελματίας μαγείρισσα.