Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

Advertisements

Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Ματ

 

Την πρώτη φορά που συναντήθηκαν η μικρή με τη μεγάλη, οι ρόλοι ήταν ήδη μοιρασμένοι. Η μια ήταν η νύφη και η άλλη η πεθερά.
Η μικρή λόγω ηλικίας, άγνοιας και απειρίας του ρόλου στο συγκεκριμένο project, αλλά κυρίως λόγω της φυσικής τάσης να πηγαίνει κόντρα στα στερεότυπα, δεν είχε προσδοκίες ούτε απαιτήσεις από αυτή τη συνάντηση. Δεν έπαιζε καν το ρόλο. Ήταν μια γνωριμία με το νέο οικογενειακό περιβάλλον. Δεν ζητούσε και δεν περίμενε τίποτα.
Η μεγάλη, ενώ φαινόταν στα μάτια της ότι η φύση της ήταν καλή και αγαθή, η ηλικία και η εμπειρία της, την ωθούσαν ή μάλλον την ανάγκαζαν, να παίξει το ρόλο της. Το ρόλο της μάνας του γαμπρού, που έχει μια περιέργεια, μια ελπίδα και μια προσδοκία, για το προφίλ ή καλύτερα το «ποιόν» της γυναίκας με την οποία θα ζήσει ο γιός της. Και εδώ που τα λέμε, ποια Ελληνίδα μάνα δεν θα είχε ένα ενδιαφέρον ή μια αγωνία για να διαγνώσει με μια ματιά, με δυο πράξεις ή συμπεριφορές της μικρής, εκείνα τα στοιχεία που θα έδιναν μια προοικονομία για την πορεία αυτού του γάμου.
Σε εκείνη τη συνάντηση, η μεγάλη έριξε μια φευγαλέα ματιά και γρήγορα γύρισε αλλού το βλέμμα της. Ήταν σαν να φοβόταν να κοιτάξει πολύ, μήπως και δει κάτι που δεν της αρέσει και προδοθεί.
Η μικρή πάλι, ήταν ένα άτομο που καταλάβαινε πιο πολλά από όσα έπρεπε και έβλεπε πιο πολλά από όσα έπρεπε να βλέπει μια μικρή. Σε εκείνο λοιπόν το στιγμιαίο βλέμμα, είδε τη δυσπιστία.
Όχι την απόρριψη, ούτε την απογοήτευση, τίποτα περισσότερο από τη δυσπιστία.
Πέρασε λίγος καιρός, χάθηκε η αμηχανία της πρώτης γνωριμίας και τότε η μικρή κατάλαβε.
Ο γάμος για τη μεγάλη στηριζόταν σε τέσσερα πόδια. Στα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Για να διατηρηθεί ένας γάμος, έπρεπε η γυναίκα να μαγειρεύει. Να αξιοποιεί καθημερινά με οικονομικό και ωφέλιμο τρόπο τα σωστά προϊόντα ώστε να προετοιμάζει σπιτικό, παραδοσιακό φαγητό και να διατρέφει την οικογένειά της. Ήταν η βασική της υπευθυνότητα.
Η μικρή τότε, είχε άλλες φουρτούνες στο κεφάλι της. Έπρεπε να συντελέσει στο να αλλάξει ο κόσμος. Και ο κόσμος τότε άλλαζε, με συνεδριάσεις, με ολομέλειες, με ομιλίες, με εκλογές , με διαδηλώσεις, με προεκλογικές εκστρατείες και άλλα καθήκοντα, που είχαν προτεραιότητα και δεν μπορούσαν καθόλου να μείνουν στην άκρη. Αν σε αυτά όλα, τα ύψιστα, προσθέσεις και την προσπάθεια για την προσαρμογή σε διάφορες νέες καταστάσεις, καθώς και τη διαφορετική αντίληψη αλλά και προτίμηση για το τι τρώνε οι άνθρωποι, στα εικοσιπέντε και τι, στα εξήντα, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η επιλογή και η προετοιμασία του φαγητού είχε διαφορετική ιεράρχηση στο μυαλό των δύο γυναικών.
Εκεί λοιπόν είχε την έδρα της η αρχική δυσπιστία της μεγάλης. Δεν της «γέμισε το μάτι της» σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, η μικρή, για ικανή και άξια μαγείρισσα.
Ο καιρός πέρασε, έγιναν μήνες, έγιναν χρόνος και χρόνια. Οι ιεραρχήσεις της μικρής τροποποιήθηκαν, (μια και αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ), αλλά παρά το γεγονός ότι και η μικρή, ήταν της άποψης, «Κάθε μέρα σπιτικό φαγητό», οι ώρες που απαιτούσε η εργασία της καθώς και η συστηματική ενασχόληση με την ολόπλευρη ανάπτυξη δύο μικρών παιδιών δεν άφηναν πολλά περιθώρια για τρίωρα στην κουζίνα. Έτσι οι διαφορετικές προτιμήσεις με τη μεγάλη παρέμεναν.
Η μεγάλη το μάντευε αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Κάθε φορά που οι δυο γυναίκες συναντιόντουσαν, η μεγάλη ρωτούσε τη μικρή, «τι τρώνε», «τι μαγειρεύει» και «πώς το μαγειρεύει». Η μικρή της απαντούσε πάντα με λεπτομέρειες καθησυχαστικές, αλλά πάλι εκείνη η αρχική δυσπιστία ήταν παρούσα. Ευγενικά κρυμμένη, αλλά παρούσα.
Μεταξύ τους δεν ειπώθηκε ποτέ τίποτα. Η κάθε μία όμως προωθούσε επίμονα τον τρόπο αντίληψής της, σχετικά με το φαγητό και τη διατροφή μιας οικογένειας.
Η μεγάλη δυσπιστούσε και φρόντιζε να «φέρει στον ίσιο δρόμο της μαγειρικής» τη μικρή, κυρίως με το να της στέλνει δέματα με παραδοσιακά και δικής της παραγωγής προϊόντα. Έτσι η μικρή παρελάμβανε δέματα που περιείχαν μεγάλες ποσότητες από ζαρζαβατικά και ντόπια προϊόντα και ό, τι άλλο πίστευε η μεγάλη, ότι έπρεπε να τρώει μια «σωστά» διατρεφόμενη οικογένεια. Με κάθε ευκαιρία επίσης, εξηγούσε πώς μαγειρεύονται τα διάφορα παραδοσιακά φαγητά και πώς, θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν να τρώνε τα πάντα και να μην κακομαθαίνουν με λιχουδιές και περίτεχνα φαγητά. Δεν την απασχολούσαν ούτε οι προτιμήσεις των παιδιών και των μεγάλων πια, γονιών τους, ούτε οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί με τα χρόνια, σε όλα όσα αφορούσαν τη διατροφή των εργαζομένων νέων ανθρώπων.
Πέρασαν κι άλλα χρόνια, αλλά τα δέματα κατέφθαναν στην ίδια πάντα λογική. Πάντα γεμάτα με λογής λογής ζαρζαβατικά, τα οποία ήταν σε μεγάλες ποσότητες, (για πρακτικούς λόγους) και τα οποία έπρεπε να μαγειρευτούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, διότι αλλιώς θα ήταν πολύ άσχημη η κατάληξή τους. Λάχανα σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ, που έπρεπε τάχιστα να φαγωθούν, κιλά από χόρτα που επίσης έπρεπε να βράσουν, κουκιά χλωρά που δεν τα έτρωγε κανείς μαζί με χλωρά σκορδόφυλλα, που δεν ήξερε κανείς στην ηλικία της μικρής ότι υπάρχουν, κολοκυθάκια, ων ουκ έστιν αριθμός και βέβαια πάντα, ατελείωτες ποσότητες από φασολάκια μπαρμπούνια. Όλα αυτά όταν έφθαναν, από φιλότιμο και σεβασμό στον κόπο που περιείχαν, έπρεπε αμέσως να καθαριστούν και να μαγειρευτούν διότι αλλιώς θα κατέληγαν στα σκουπίδια.
Η μικρή τα μαγείρευε ελπίζοντας ότι το επόμενο δέμα θα αργούσε, και εκνευριζόταν κάθε φορά που τα φασόλια κατέφθαναν μαζί με τα βλίτα και τις ξινομυζήθρες που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να φτιαχτούν καλιτσούνια ή τυρόπιτες.
Οι ελεύθερες ώρες της ήταν λίγες και οι ανάγκες της οικογένειας πολλές.
Οι προθέσεις της μεγάλης, ήταν άγιες. Πίστευε ότι βοηθούσε στην σωστή διατροφή και στην οικονομία της οικογένειας. Η μικρή δεν τις αμφισβητούσε, αλλά αυτή διαδικασία, αυτή η παρέμβαση, την κούραζε και την ενοχλούσε.
Κάποια φορά το καλοκαίρι που συναντήθηκαν στο σπίτι της μεγάλης στο χωριό, η μικρή πρόσεξε και θαύμασε τον κήπο της μεγάλης. Απόρησε πώς ένας άνθρωπος τόσο πρακτικός, πότιζε καθημερινά ανάμεσα στις τόσες πρακτικές ασχολίες της, έναν κήπο που δεν της πρόσφερε τίποτα. Οι φυτεμένες στο έδαφος γαρδένιες είχαν γίνει μεγάλοι φουντωτοί και ψηλοί θάμνοι. Ήταν κατάφορτες με λουλούδια και το άρωμά τους ήταν μεθυστικό. Πιο πέρα ήταν φυτεμένες μικρές ροζ τριανταφυλλιές , άλλες τριανταφυλλιές κίτρινες, ένα κοράλι, γαρύφαλλα, άλλα λουλούδια και βασιλικοί. Ο κήπος ήταν απλός, μυρωδάτος και γνήσιος. Άλλα λουλούδια ήταν σε πήλινες παλιές γλάστρες, και άλλα σε τενεκέδες.
Όταν η μικρή της είπε ότι είχε ωραίο κήπο, η μεγάλη την κοίταξε δύσπιστα. «Σ’ αρέσουν;»
«Σ’αρέσουν τα λουλούδια;» ρώτησε. Ήταν έξυπνη γυναίκα και αμφισβητούσε ότι μπορεί να της άρεσε της μικρής ένας τόσο απλός και ταπεινός κήπος.
«Μου αρέσει πολύ!» της δήλωσε η μικρή, «Τέτοιες γαρδένιες δεν έχω δει πουθενά! Είναι σχεδόν δέντρα και μυρίζουν τόσο δυνατά!»
Πέρασε καιρός και ένα ακόμα δέμα κατέφθασε.
Θεέ μου, πόσα φασολάκια και χόρτα θα φάμε ακόμα!-
Αυτή τη φορά όμως, εκεί, ανάμεσα στα φασόλια και τα βλίτα, ανάμεσα στα πορτοκάλια και τα κολοκυθάκια, ήταν και κάτι άλλο.
Μια ανθοδέσμη με πολύχρωμα λουλούδια του κήπου!
Τα κοτσάνια τους ήταν προσεκτικά τυλιγμένα σε βρεγμένο κουζινόχαρτο και μετά σε αλουμινόχαρτο. Η ανθοδέσμη ήταν τοποθετημένη και προφυλαγμένη σε μια ευρύχωρη σακούλα!
Επιπλέον, στο δέμα υπήρχε και ένα τάπερ. Όταν το άνοιξε η μικρή, έκπληκτη, βρήκε καμιά δεκαπενταριά γαρδένιες μέσα σε λίγο νεράκι να ευωδιάζουν μεθυστικά!

Αυτό ήταν. Η μεγάλη ήταν μετρ στο σκάκι. Έπαιξε, και με μια κίνηση έκανε ματ.

Η μικρή κοιτούσε την ανθοδέσμη και τις γαρδένιες και σκεφτόταν: «Αν αυτή η μεγάλη γυναίκα, μπορεί να κάνει μερικά βήματα μπροστά για να με συναντήσει, μπορώ κι εγώ να κάνω μερικά βήματα πίσω για να συναντηθούμε! »
Έτσι λοιπόν, άλλαξε αισθήματα για «το δέμα»! Τώρα πια το περίμενε με χαρά.
Έμαθε να μαγειρεύει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα χλωρά κουκιά και της άρεσαν κιόλας!
Έβραζε πού και πού, τα κολοκυθάκια μαζί με τις πατάτες και τα βλίτα στην ίδια κατσαρόλα , έτσι, για να της κάνει το κέφι, κι ας μη το έβλεπε κι ας μη το ήξερε η μεγάλη.
Έμαθε να φτιάχνει το μπουρέκι και γαμοπίλαφο με βραστό. Ακόμα και τούρτα έφτιαξε! Κρεατότουρτα και την κέρασε στη μεγάλη, η οποία τη θαύμασε και της έκανε γνήσιες φιλοφρονήσεις!

Μόνο τα καλτσούνια είχαν μείνει πια. Τα χορτάρινα. Δεν μιλάμε για οποιαδήποτε πιτάκια, και σπανακοπιτάκια. Μιλάμε γι αυτά τα διάσημα καλιτσούνια, που ήταν η ταυτότητα του νομού στην τουριστική του παρουσίαση. Τιμή και καύχημα όσων τα είχαν, χειροποίητα και σπιτικά και τα παρουσίαζαν στο τραπέζι τους.
Νοστιμιά, παράδοση, αγνά υλικά, υγεία, μεσογειακή διατροφή, όλα κλεισμένα σε ένα θαυματουργό ημικύκλιο! Θαύμα που ξεκίνησε από τα φτωχά και άγονα χωριά σε μεγάλο ύψος, όπου με λίγα άγρια χόρτα και αλεύρι , χωρίς έξοδα σχεδόν, έτρεφες και χόρταινες πολύτεκνες οικογένειες και κατέληξαν να γίνουν σήμα κατατεθέν. Αυτά λοιπόν τα διαβολεμένα καλιτσούνια η μεγάλη τα έφτιαχνε με την ευκολία και την άνεση που ανέπνεε. Η μικρή, δεν τολμούσε να αναμετρηθεί με την τέχνη της.
Αυτά λοιπόν τώρα ήταν το κάστρο.
Ήταν το τελικό πειστήριο που χρειαζόταν για να φύγει και η τελευταία δυσπιστία.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά. Η μικρή έπαψε πια να είναι μικρή και η μεγάλη, η μεγάλη έγινε πολύ μεγάλη.
Άφησε τα καλιτσούνια και τα δέματα.
Μετά άφησε κι άλλα πολλά.
Μετά τα άφησε όλα.
Έγινε ελαφριά, ανάλαφρη για να μπορέσει να φύγει.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε.

Θα ήταν χαρούμενη αν όλος ο κόσμος μάθαινε και έφτιαχνε καλιτσούνια. Πίστευε ότι άξιζαν τον κόπο. Χαιρόταν και ήταν περήφανη γι αυτά.

Εδώ σας έχω τη συνταγή:
Φτιάξτε τα και να την θυμηθείτε.

Για το φύλλο θα χρειαστείτε:

1 κιλό αλεύρι
2 ποτήρια νερό
1 κουταλάκι αλάτι
1 σφηνάκι τσικουδιά
1/2 ποτήρι λάδι

Για τη γέμιση:
Σπανάκι, περίπου 1 + 1/2 κιλό
Σέσκουλα, περίπου 1/2 κιλό
Καυκαλήθρες, 1 ματσάκι
Μάραθο, ½ από το ματσάκι και λιγότερο
4-5 φρέσκα κρεμμυδάκια
4-5 κρεμμυδόφυλλα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια
Μαϊντανό, ½ από το ματσάκι και λιγότερο

Λάδι (περίπου 1/4 της κούπας)
Αλάτι
Λίγο πιπέρι
Ξινομυζήθρα (2 πακέτα των 420 γραμ.) λιγότερο από κιλό δηλαδή
Σημείωση: Μπορεί κανείς να βάλει μόνο σπανάκι με το μάραθο τα κρεμμυδάκια και το μαϊντανό,
Όπως επίσης μπορεί να προσθέσει κι άλλα χόρτα της αρεσκείας του, π.χ λάπαθα
Μπορείτε να προσθέσετε και άλλο τυρί πχ φέτα, αυξομειώνοντας αναλόγως τις ποσότητες.

Ακόμα χρειάζονται:
1-2 αυγά χτυπημένα για την επάλειψη
Και σουσάμι για να τα πασπαλίσετε.

Εκτέλεση:
Ανακατεύετε το αλεύρι με το αλάτι, την τσικουδιά και το λάδι και αρχίζετε να ρίχνετε σιγά σιγά το νερό, σε μια λεκάνη.
(Προσπαθούμε να προκύψει μια μαλακή και εύπλαστη ζύμη η οποία να μην κολλάει ώστε να ανοίξει εύκολα σε φύλλο. Μπορεί να μην χρειαστεί όλο το νερό)
Αφήνετε τη ζύμη σκεπασμένη με μια πετσέτα για καμιά ώρα.

Πλένετε καλά τα χορταρικά και τα απλώνετε σε κουζινόχαρτο στο τραπέζι ή στον πάγκο, ώστε να στεγνώσουν. (Μπορείτε να τα ετοιμάσετε το προηγούμενο βράδυ από την ημέρα που θα τα φτιάξετε, ή αλλιώς τα στεγνώνετε με άλλο κουζινόχαρτο))
Αφού στεγνώσουν τα κόβετε ψιλά ψιλά με μαχαίρι ,χωρίς τις ρίζες και τα σκληρά κοτσάνια σε μια λεκάνη.
Τους ρίχνετε λίγο αλάτι (Περίπου μια κουταλιά της σούπας για τις παραπάνω ποσότητες χορταρικών) , τα ανακατεύετε και τα στύβετε με τα χέρια για να «μαραθούν», δηλαδή να χάσουν τον όγκο τους και να μαλακώσουν. Πετάτε το ζουμί που θα βγάλουν.
Ρίχνετε μέσα στα χορταρικά το λάδι, λίγο πιπέρι και τη μυζήθρα θρυμματισμένη με τα δάκτυλα.
Ανακατεύετε να γίνει ένα ομοιογενές μείγμα.
Παίρνετε τη ζύμη και την χωρίζετε σε δυο ή τρεις μπάλες για ευκολία .
Αρχίζετε να την ανοίγετε σε φύλλο μέτριο σε πάχος.
Κόβετε κομμάτια είτε τετράγωνα, με το ειδικό εργαλείο που κόβουμε ζύμες ,πίτσες κλπ, (ρόδα) είτε στρογγυλά με την βοήθεια από ένα πιατάκι του τσαγιού.
Σε κάθε κομμάτι βάζετε δυο κουταλιές γέμιση και είτε τα τετράγωνα τα κλείνετε σαν φακελάκια, κλείνοντας τις απέναντι γωνίες στο κέντρο,
Είτε τα στρόγγυλα κάνοντας ημικύκλια. Τις άκρες τις πιέζετε με ένα πιρούνι για να κλείσουν καλά το οποίο βρέχετε συνέχεια σε ένα ποτήρι με νερό.
Τα αλείφετε με το αυγό τα πασπαλίζετε με σουσάμι και τα ψήνεται σε αντικολλητικό χαρτί σε ταψί για περίπου μισή ώρα στους 180 βαθμούς.
Παρακάτω έχω επιλέξει από τα πολλά και διάφορα, τα πιο ενδιαφέροντα websites τα οποία δίνουν πολλές εναλλακτικές σε υλικά ,αλλά και πολλές τεχνικές λεπτομέρειες.
Αυτό που δίνουν κυρίως όμως είναι η εικόνα, (που ως γνωστόν ισοδυναμεί με 1000 λέξεις) και σου δίνει αμέριστη βοήθεια.

http://greekcook.gr/syntages/kalitsounia_pasxalina_xaniotika
http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=3003
http://delicieuses.forumotion.net/t2038-topic
http://aromakouzinas.blogspot.gr/2013/04/blog-post_29.html
https://www.sintagespareas.gr/sintages/kalitsounia-me-spanaki-kai-mizithra.html
http://goo.gl/9DydfG

 

 

 

Έξι επί δεκατρία.

Έξι επί δεκατρία.
Αυτό ήταν ο ουρανός για έξι ημέρες. Έξι πλάκες στο πλάτος, δεκατρείς πλάκες στο μήκος. Έξι τετράγωνες, μεγάλες, υπόλευκες γκρίζες πλάκες, σαν αυτές των πεζοδρομίων. Από υλικό, φαντάζομαι, ελαφρύτερο. Τις μέτρησα άπειρες φορές στις ατέλειωτες ώρες της νύχτας. Πάντα εξέταζα την περίπτωση να έχω μπερδευτεί , να έχω κάνει λάθος.
Οι έξι στο πλάτος, ήταν σίγουρα έξι. Οι δεκατρείς , όμως στο μήκος; Ήταν δεκατρείς, ή είχα μπερδευτεί και έτσι που η σκέψη πήγαινε, τόσο μακριά, χανόταν στο δρόμο και έχασα κάποια;
Στη μια γωνία του θαλάμου εξ άλλου, υπήρχε η τουαλέτα και εκεί οι πλάκες κόβονταν από τον τοίχο, έτσι έχανα την ορατότητα του μετρήματος στην ευθεία. Τώρα έπρεπε να μετακομίσω το βλέμμα μου στην άλλη γωνία, αλλά σε εκείνο τον τοίχο υπήρχε η πόρτα του θαλάμου και αυτό μπέρδευε πολύ την κατάσταση. Έτσι ξεκινούσα να τις μετράω πάλι απ΄τη αρχή.
Ο ουρανός λοιπόν, ήταν γκρίζος και μοιρασμένος σε έξι επί δεκατρείς, πλάκες. Δυο μικρές τρύπες, περίπου στην τέταρτη πλάκα, μάλλον από καλώδια που πρέπει να περάσουν από την ψευδοοροφή, χαμηλά φώτα οροφής και σχάρα κεντρικού κλιματισμού. Μέρα και νύχτα ο ουρανός ήταν ίδιος.
Οι νύχτες στα νοσοκομεία είναι πολύ μεγάλες.

Ο άνθρωπος νομίζω ότι είναι μνήμη και άγγιγμα.
Μνήμη για να έχει συνείδηση ποιος είναι, από πού ήρθε, με ποιους άλλους έχει δεσμούς και τι είδους δεσμούς, τι έχει σημασία για αυτόν, ποιες είναι οι αξίες του, ο ηθικός του κώδικας και τα όριά του.
και άγγιγμα.
Συνειδητή, ηθελημένη επαφή.
Ερωτική/ προστατευτική/φιλική/αδελφική/ζεστή,/αλληλέγγυα/ βοηθητική/συντροφική. Επαφή αναγνώρισης/νοσταλγίας/στήριξης/αγάπης/αγωνίας/ αναζήτησης/επιβεβαίωσης/ επιβράβευσης/απώλειας /απελπισίας/ χαράς/ικανοποίησης/ανακούφισης.
Αν δεν έχει μνήμη
Αν με το άγγιγμα δεν σηματοδοτεί τίποτα.
Τότε, είσαι μαζί του, κοντά του, δίπλα του.
Και μόνος σου, ολομόναχος,
τον αποχαιρετάς κάθε μέρα, μέχρι να τον αποχαιρετίσεις οριστικά.
Η άνοια, το Αλτσχάιμερ, δεν είναι μια ασθένεια που καταστρέφει τον εγκέφαλο. Αυτές είναι καλές εξηγήσεις αν είσαι νευρολόγος, ψυχίατρος, βιολόγος, ψυχοβιολόγος, στέλεχος φαρμακευτικής εταιρίας, χημικός ή νευροβιολόγος.
Για όλους τους άλλους, είναι μια ασθένεια που σου κλέβει, σου καταστρέφει, σου ακυρώνει, τον άνθρωπο που ξέρεις, που έχεις, που αγαπάς. Τον δικό σου άνθρωπο. Τον μεταμορφώνει σε κάποιον, που δεν σε ξέρει ,δεν τον συνδέει τίποτα μαζί σου και δεν σημαίνεις τίποτα απολύτως γι αυτόν. Είσαι γι αυτόν ένας ξένος. Ένας ενοχλητικός ξένος.

Από εκεί και μετά είσαι συνέχεια στα μαρμαρένια αλώνια και δίνεις μάχες. Και κερδίζεις μάχες. Νίκες χωρίς κανένα νόημα.
Όσες μάχες κι αν δώσεις, με σπασμένα χέρια, με εγχειρίσεις σε σπασμένα ισχία, με λοιμώξεις και ιώσεις, είναι μάχες που τις κερδίζεις, αλλά ξέρεις πάντα ότι ο πόλεμος έχει χαθεί. Έτσι κι αλλιώς.
Πόσες μάχες δίνουμε χωρίς νόημα; Πολλές. Και πόσες απώλειες έχουμε σε αυτές τις μάχες; Πολλές.
Κάνεις προσπάθειες, να σκεφτείς κάτι μεγαλύτερο, οικουμενικό, που να ξεφύγεις από το θέμα σου, σκέφτεσαι, έχουν γράψει τόσοι: ο Μπρεχτ, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Σαχτούρης, ο Χριστιανόπουλος, ή ο Καβάφης. Του κάκου. Καθόλου δεν σε παρηγορεί η τέχνη κάτι τέτοιες ώρες.
Για να μη σκέφτεσαι τις απώλειες,
Για να μη σκέφτεσαι το νόημα,
Για να μην πέφτεις σε βαθειά πηγάδια,
Για να μην παζαρεύεις με το Θεό, με τη συνείδησή σου,
Μετράς πλάκες στην οροφή.
Τις μετράς ατέλειωτες φορές και ποτέ δεν βγαίνουν σωστές. Σίγουρα στο πλάτος είναι έξι, στο μήκος όμως; Συνεχίστε να διαβάζετε το Έξι επί δεκατρία..