Καλοκαιρινά θαύματα

Όπως το νεογέννητο με κλειστά μάτια σχεδόν, αρχίζει να θηλάζει στον αέρα ψάχνοντας για την πηγή της ζωής,
Έτσι νοιώθεις,
έτσι ξεκινάς.
Να «γεμίσεις» με ανάλαφρη ζωή, με λίγη ξεγνοιασιά, απόσταση και λήθη, διάφανη και λαμπερή/φωτεινή ατμόσφαιρα.
Κάτι σε σπρώχνει να φύγεις, με κάθε θυσία λίγο, για αλλού.
Όχι για ¨διακοπές¨, αλλά να, κάπως νοιώθεις πώς αν «ταπετσάρεις»
με όλα τα μπλε και τα σμαραγδί και τα γαλάζια της θάλασσας, με το βαθύ μπλε του ουρανού, με τα πράσινα και κόκκινα των δένδρων και των λουλουδιών, με το αφρισμένο λευκό του κύματος ,
όλο το μέσα σου,
αν το φωτίσεις με καθαρό και λαμπερό φως,
όταν μπει το νυστέρι,
δεν θα βρει τίποτα κακό.
Μόνο αλμύρα και θαλασσινή αύρα και σμαραγδένιες θάλασσες, εκκλησάκια και άσπρα σπιτάκια, με αυλές και λουλούδια
θα βρει μόνο φωτάκια να φέγγουν στη καλοκαιρινή νύχτα και καφτάνια που φουσκώνουν στις αμμουδιές σαν πανιά σε πλεούμενα που αρμενίζουν
και τον Άγιο στο μοναστήρι, βλοσυρό, να απαγορεύει τις θλιβερές συνέχειες,
και τη Βαγία,
που με το θησαυρό της, θησαύρισε πολλά βράδια κοιμίζοντας παιδικά ματάκια, τότε που τα προβλήματα ήταν εύκολα ,
αλλά κανείς δεν το ήξερε.
Νησάκια του Σαρωνικού.
Τόσο κοντά, τόσο μακριά…
Θα έπρεπε να τα συνταγογραφούν οι γιατροί.
Rp: «Τρεις τέσσερις μέρες Αίγινα και αν δεν υπάρχει βελτίωση, τρεις μέρες Πόρο»
Σε σοβαρές περιπτώσεις, να συστήνουν Κυκλάδες, ή Δωδεκάνησα και Ικαρία, πάντα λίγο απόμακρα κάπως σιωπηλά, ταπεινά και γαλήνια, όχι τουριστικά.
Εκεί που η ψυχή του ανθρώπου γίνεται ανάλαφρη και μπορεί να ακουμπήσει, σε γλάρους, σε καμπαναριά, σε καΐκια, σε ελιές και φιστικιές, εκεί που η ψυχή ανάλαφρη, μπορεί να ξεχάσει, να κάνει την υπέρβαση και να πιστέψεις έστω για λίγο, ότι τίποτα δεν έγινε, μπορούμε να ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή
Εκεί που ο φόβος δεν έχει εισιτήριο, και τον πετάει έξω ο λιμενικός
Δεν επιβιβάζεται στο καράβι μας και δεν μας ακολουθεί
Εκεί που η φύση επιμένει και κυριαρχεί αυτοκρατορικά
Εκεί που όλα δένουν αρμονικά και παύεις να είσαι ένα μοναχικό, αλλότριο.

Και εκεί που αιφνίδια, η φύση και εσύ έχεις αρχίσει μια ακόμα νέα σχέση, άγουρη και σύντομη, εφήμερη
χωρίς να το επιδιώξεις,
αναπάντεχα, έρχεται να σε συναντήσει ο άνθρωπος, ο άνθρωπος που ελεημονεί με την τέχνη!
Σαν να ένοιωσε το σιωπηρό σου κάλεσμα, προτού καν το νοιώσεις εσύ
Αιφνίδια σε δρομάκι με πλήθος μαγαζιών, με ανθρώπους ανθρωπένιους, με αγορά, με «εδώδιμα κι αποικιακά»
Ανοιχτή μια πόρτα, σε καλεί σε προσκαλεί, λίγο ντροπαλά
Σαν να έχει χέρια και σ’ αγκαλιάζει λίγο αδέξια, αλλά θέλει να σου προσφέρει.
«Λαογραφικό μουσείο»
Μια έκθεση ζωγραφικής: Κυριακή Χριστακοπούλου @Kyriaki Christakopoulou
Πώς έρχεται το ίαμα και σε βρίσκει όταν όλο σου το είναι το έχει τόσο ανάγκη…
Πώς τα χρώματα, τα παιδικά πρόσωπα, οι σταυροφόροι, η Περσεφόνη, ο ακροβάτης, «κουμπώνουν» μέσα σου…
Πώς η τέχνη δεν αφορά τους λίγους στις απροσπέλαστες αίθουσες του Κολωνακίου
Πώς κλείνει μέσα σου μια τρύπα που δεν την κάλυψε η θάλασσα και η φύση
γιατί αυτές είναι αιώνιες κι εσύ είσαι θνητή
Πώς έχεις ανάγκη τόσο την ανθρώπινη έκφραση για να νοιώσεις, για να γαληνέψεις, για να ησυχάσεις, για να πάρεις δύναμη και να συνεχίσεις…
Πώς συμβαίνουν τα θαύματα;
Όλα τα θαύματα,
Τα θεϊκά αλλά και τα ανθρώπινα
Όταν τα επιζητάς,
Όταν τα έχεις αδήριτη ανάγκη
Όταν πιστεύεις σ’ αυτά
Και πόσο ανάγκη τα έχουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα, κάθε στιγμή
Πίνακες με χρώματα και έννοιες ιαματικές,
Με ιστορία και γνώση, με ελπίδα και αέναη συνέχεια
Με νόημα,
«Το τέλος της αθωότητας»
Πότε τελείωσε η δική σου αθωότητα;
Τελείωσε;
Όχι τότε που νομίζουν οι πολλοί…
Πόνεσε;
Πονάει ακόμα;
Πόσο σου κοστίζει;
Κι όμως, οι πίνακες, σου δίνουν μιαν απάντηση, σου δίνουν «κάτι»
Έχεις την τύχη να «κοινωνήσεις» αυτό το διαχρονικό «κάτι» που έρχεται από μύθους, θρύλους, παραδόσεις, ιστορία, παραμύθια, ιδέες, και απαλύνει τον πόνο και …
Ναι , μπορείς να ελπίζεις, να ταξιδέψεις και να σκεφτείς ότι μπορείς να ζήσεις αθώος,
Μετά το τέλος της Αθωότητας

Στον αφρό και στο βυθό

Σκαρί απ’ τα παλιά
Ξύλινο
Μεσαίο μέγεθος με φαρδύ σκελετό
Εξωτερικά τα’ χει τα χρονάκια του
Και τα δείχνει.
Όταν είναι βαμμένο, γυαλισμένο και μακιγιαρισμένο,
κρύβει κάτι λίγα χρόνια
και κάμποσες τρικυμίες
Εσωτερικά όμως…
αξιόπλοο μέχρι προσφάτως,
με όλα τα απαραίτητα έγγραφα επαρκώς σφραγισμένα
Με τα ημερολόγιο γραμμένο ευκρινώς
Κι αν κάποιες σελίδες είναι λευκές,
δεν είναι άγραφες
Είναι ειδικό μελάνι, για υποψιασμένους και ομοιοπαθείς.
Διαβάζονται με κόλπο.
Τα σχέδια πλεύσης του,
σε γενικές γραμμές ξεκάθαρα.
Με περιθώρια για απρόβλεπτες στάσεις σε ξερονήσια ή σε φιλόξενα νερά
Με πληρωμένες τις ασφάλειες,
πλέει ασταμάτητα για πολλές δεκαετίες συνεχώς
χωρίς ναυάγια,
μόνο κάτι μικρές ανταρσίες, χωρίς συνέχεια
και επισκευές στο λιμάνι, χωρίς κίνδυνο.
Μόνο να, τελευταία, πλέει
σε βαθειά νερά.
Σκοτεινά και θολά
Άλλοτε φουρτουνιασμένα,
απειλητικά, με θεόρατα κύματα,
από κείνα που το καταπίνουν αύτανδρο.
Με μεγάλο κόπο, γυρίζει και αφήνει το «κόντρα στον καιρό»
Τώρα λίγο πιο ήρεμα.
Άλλοτε αφήνει απόνερα
Άλλοτε χάνεται στην καταιγίδα και δεν αφήνει κανένα ίχνος
Άφαντο.
Με αμπάρια πολλά
Γεμάτα ως επάνω
Παλιές εκδρομές και οικογενειακά τραπέζια,
Πρόσωπα που πρόλαβαν και γέρασαν και άλλα πρόωρα γερασμένα
Κατά βάθος μωρουδιακά.
Με ημιτελείς αποφάσεις και ημιτελείς υποσχέσεις
Φωτογραφίες, πολλές
Έγχρωμες και γελαστές χωρίς ρυτίδες
με μάτια που δεν καθρεφτίζουν απώλειες,
χωρίς φόβο,
ανυποψίαστα,
αθώα.
Και άλλες φωτογραφίες
Απούσες.
Κανείς δεν βγάζει φωτογραφίες
Όταν διανύει το θάνατο
ή την αρρώστια
το φόβο ή τον πόνο.
Αυτές είναι πάντα ασπρόμαυρες
Τσαλακωμένες
Δυσανάγνωστες
Αυτές που δεν τυπώθηκαν
Συνημμένες στις λευκές σελίδες
του ημερολογίου.
Και άλλα αμπάρια
Σκοτεινά
Κλειστά
Βαθειά
Ανοιχτά στον πυθμένα της θάλασσας
Από τη μια μεριά
Μπαινοβγαίνουν θεόρατα θαλάσσια τέρατα
Δοκιμάζουν να εισβάλλουν στο πλεούμενο
Από μέσα όμως,
Είναι κλειδωμένα με βαριές αλυσίδες και θεόρατα λουκέτα σκουριασμένα.
Και οι πόρτες ,
Αχ αυτές οι πόρτες, οι ενδιάμεσες
Βαριές, ασήκωτες, σιδερένιες.
Πόση δύναμη για να ανοίξουν
Και πόση κόντρα, για να κρατηθούν ανοιχτές
Εσύ να σπρώχνεις,
από δω
Κι ο αέρας, η θάλασσα, η πίεση,
(η κακιά στιγμή, ο αστάθμητος παράγων, το τυχαίο ),
ο ιανός να σπρώχνει με βία,
από κει
Αχ αυτές οι πόρτες
Που αν κλείσουν με δύναμη
Μπορεί να σου αποκόψουν
Τον μισό εαυτό
Ή και ολόκληρο.
Να σε συνθλίψουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό,
Χωρίς τύψη, απολογία ή αιτιάζοντα λόγο σε κανέναν
Και τα φώτα
Πολλά. Άσπρα, κίτρινα, φώτα,
γιρλάντες φωτεινές.
Φώτα πανηγυρικά, να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα.
Είμαι εδώ!
Πλέω, ταξιδεύω
στο χρόνο,
χορεύω στα κύματα,
τιθασεύω με το εκτόπισμά μου
τα σκοτεινά βάθη
Υπάρχω.
Και άλλες φορές, που το μπλακ αουτ
Του απρόσμενου
Του ανεπιθύμητου
Του φοβερού βήματος,
Δίνει το απόλυτο σκότος.
Και την απόλυτη τυφλή πορεία
Χάνονται οι νόμοι της φυσικής,
της μηχανικής
Χάνονται τα σχέδια πλεύσης
Χάνεται η λειτουργικότητα
Χάνεται ο έλεγχος
Χάνεται η δύναμη του κυβερνήτη.
Ακυβέρνητο σκάφος
Το σκάφος είναι ακυβέρνητο.
Είμαστε Ακυβέρνητοι!
Και άοπλοι.
Είμαστε άοπλοι!
Είμαστε άοπλοι!
Νάτο το νόημα.
Αυτό ήταν λοιπόν το νόημα.
Τώρα μπήκαν όλα σε μια σειρά κατανόησης
Γιατί αλλιώς…
πορείες,
διαμαρτυρίες,
αγώνες
Τόσες συνεδριάσεις
Και ολομέλειες
Και γενικές συνελεύσεις
Συγκεντρώσεις και Πορείες
Και καταλήψεις
πανό,
εφημερίδες,
και ψηφοφορίες
και συνέδρια
(Με γραμμή και χωρίς γραμμή)
Κι όμως
Εντέλει,
είμαστε Άοπλοι
Είμαστε Άοπλοι.
Δεν μπορείς
να καταγγείλεις,
να αντιδράσεις,
να διαμαρτυρηθείς,
να βρεις το δίκιο σου.
Να πεις «διαφωνώ».
Δεν θέλω.
Δεν είναι αυτή η πορεία μου,
Δεν είναι αυτή η δική μου πορεία.
Δεν συμφωνώ, δεν ακολουθώ.
Τίποτα από όλα αυτά δεν σε σώζει πια
Τίποτα δεν δίνει το ζητούμενο φως
Μόνο όσα κουβαλάς στα αμπάρια σου
Αποκτήματα
Όλα όσα απόκτησες,
Με κάθε τρόπο,
Νόμιμο, άνομο, επώδυνο,σκόπιμο,τυχαίο.
Με κόπο
Και η σαβούρα βέβαια.
Όλα δικά σου
Με τον κόπο σου και τον πόνο σου
Και όλα όσα δεν πίστευες.
Χα! Όλα όσα δεν πίστευες!
Αυτά ήρθαν να σε συνδράμουν στα σκοτάδια
Μόνο αυτά, σού στέκονται στο σκοτάδι
Στα σκοτάδια
Οι φάροι
Οι φάροι πάντα σταθεροί
Να δίνουν μιαν ελπίδα
Και ένα όνειρο μεταμεσονύκτιο ασφάλειας
Φάροι,
εκείνα τα χρωματιστά λαμπάκια
Αυτά που έβαζε τελευταία στιγμή, ο πατέρας στο δέντρο.
Εκείνα που φώτιζαν το θαύμα.
Εκείνα φωτίζουν, ακόμα,
το απόλυτο σκότος και μπορεί να φέρουν το θαύμα.
Κι εκείνο το φωτάκι στο χωλ ,
που το άφηναν ανοιχτό για να φωτίζει τη νύχτα,
να διώχνει τα άσχημα όνειρα.
Και το καντήλι, ναι ,ναι, εκείνο που πάντα, σου έφταιγε
Εκείνο φωτίζει τώρα,
επαρκώς,
όλο το εσωτερικό σου!
Και η πορεία σου ως τώρα.
Τα σημειωμένα λιμάνια σου
Και τα μάτια
Τα βλέμματα,
Λάμπουν στο σκοτάδι και βρίσκεις λίγο το δρόμο.
Το πλεούμενο επισκευάζεται, με ισχυρά υλικά
Ξένα προς το γήινο σκαρί.
Και η θάλασσα
Η θάλασσα άλλαξε.
Νέα νερά,
Αλλιώτικα.
Έως κυματώδης
Ποτέ πια τρικυμιώδης.
Νηφάλια
Θάλασσα με γλυφό νερό,
Αβαθής,
Γλυκιά.
Θάλασσα ιαματική
καθημερινά,
πρέπει να την πίνεις με τα μάτια
Με τα αυτιά
Με την όσφρηση
Με τη γεύση
Με το δέρμα.
Σα φάρμακο,
Ίαμα
Συμπληρωματικά,
Αν δεν επαρκεί,
Natrum muriaticum
Επιμένεις
Χαράζεις νέο σχέδιο πλεύσης και ορίζεις νέο καπετάνιο
Πιο συνετό
Και νέα καθήκοντα στο πλήρωμα.
Νέο κουμάντο τώρα.
Και καινούρια αμπάρια, κλειδωμένα γερά,
Αρκετά επικίνδυνα.
Ελπίζω τσιμενταρισμένα γερά,
στον πυρήνα,
για τον φόβο της διαρροής
Και το όνομα
Αλλάζεις το όνομα στο σκαρί
Το όνομά του πια,
Ελπίδα.

Η Δημοκρατία της θάλασσας

Η Δημοκρατία της θάλασσας

Πέρασε πολύς καιρός από τότε που «άφησα» τα «Πικρά και γλυκά».
Τόσος καιρός, που κόντεψα να ξεχάσω τον κωδικό για να μπαίνω στο blog να γράψω!
Στην αρχή ήταν απλώς διάφορα γεγονότα, τυχαία ή άτυχα,
μετά όμως,
μετά ήταν που χάθηκαν εντελώς τα γλυκά και έμειναν μόνο τα πικρά.
Πολύ πικρά, θεόπικρα. Από αυτά που δεν έχει νόημα να τα κεράσεις σε κανέναν.
Τα καταπίνεις όλα μόνος σου.
Κεράστηκαν και κάποιοι λίγοι, πολύ λίγοι, ανθεκτικοί και ατρόμητοι.
Οι άνθρωποι, εξ άλλου προτιμούν τα γλυκά. Ακόμα και τα γλυκερά. Τα αστεία ή τα ελαφρά. Και ποιος μπορεί να τους κακίσει; Δίκιο έχουν.
Κι εγώ τα προτιμώ τα γλυκά.
Αρκεί να μην σου τύχουν τα άλλα. Τα δύσκολα, τα πικρά, τα μαύρα.
Διότι και αυτά υπάρχουν. Κι όταν έλθουν,τότε,
όταν φοβάσαι.
Πρέπει να ζεις το φόβο σου. Να μην τον μεταμφιέζεις σε οργή.
Όταν πονάς, πρέπει να ζεις τον πόνο σου. Να μην τον μεταμφιέζεις σε ύβρεις.
Όταν απελπίζεσαι. Πρέπει να ζεις την απελπισία σου. Να μην την μεταμφιέζεις σε ιταμότητα και την βαφτίζεις αντοχή.
Κι όταν νοιώθεις αδυναμία, να ζεις την αδυναμία σου, να μην την μεταμφιέζεις σε σκληρότητα και σαρκασμό και να την βαφτίζεις δύναμη
Παντού πρέπει να ζεις την αλήθεια σου.
Στην ασθένεια.
Στην αποτυχία.
Στη διάψευση.
Στην καθημερινή ζωή.
Στις ανθρώπινες επενδύσεις
Στην πολιτική έκφραση.
Παντού.
Όταν παραδεχόμαστε τα συναισθήματά μας και τα ζούμε,
Αποφεύγουμε τις παρανοήσεις, καταρχήν με τον εαυτό μας και μετά με τους άλλους.

Τέλος πάντων,
γυρίζω στα «Πικρά και γλυκά» και ελπίζω να παραμείνω.

Όταν περπατάω στις βραδινές βόλτες στο Φάληρο, στη μέσα μεριά του άλσους του Φλοίσβου, δίπλα στη θάλασσα, ή στην παραλία του Αλίμου κάτω από την παλιά Όστρια, και ενώ ο ήλιος δύει με γλυκά ροζ και πορτοκαλί χρώματα πάνω στο γαλάζιο,
εκεί,
Μένω πάντα κατάπληκτη από την παρουσία κάποιων νέων ανθρώπων, που παίζουν μουσική…
Πάντα αναρωτιέμαι εκστατική, πόση εσωτερική αρμονία, μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που παίρνει την κιθάρα του, ή το φλάουτο και παίζει μόνος του μουσική, σε αυτές τις παράλογες και εικονικές εποχές, επειδή έτσι του αρέσει, επειδή αυτό τον γεμίζει. Ξεκινούν μόνοι τους,εκεί, απέναντι στο «υποβρύχιο», χωρίς παρέα, χωρίς στημένες, ενθουσιώδεις υποδοχές και σιγά σιγά οι άνθρωποι που περπατούν, άλλοι περνούν μπροστά τους και ξαναπερνούν κι άλλοι κάθονται στα φαρδιά σκαλάκια στο «υποβρύχιο» και τους χειροκροτούν.
Οι μουσικοί,συνήθως είναι δύο, που τους έχω ακούσει τρεις φορές ,αλλά είναι και ένας άλλος, μοναχικός, μικρότερος στην ηλικία που τον έχω ακούσει μια άλλη φορά.
Οι μουσικοί, είναι ήρεμοι, νηφάλιοι, χαρούμενοι, αφοσιωμένοι σε αυτό που τους αρέσει και τους γεμίζει.
Έχουν μια ευγένεια, μια συστολή και μια παρουσία που αναγκάζει το τόσο τυχαίο και ετερόκλητο κοινό, να είναι επίσης ευγενές, σιωπηλό και διακριτικό.
Το όμορφο παίξιμο οι γλυκές φωνές και η διακριτική παρουσία τους, είναι μια καλοκαιρινή όαση που σιγά σιγά χτίζει μια γλυκιά ατμόσφαιρα
Χωρίς θράσος, χωρίς να ενοχλούνται από τους ανθρώπους που περνούν και ξαναπερνούν, από τα παιδιά, τα ποδήλατα, τα καρότσια, τα πατίνια, χωρίς να επιβάλλουν αυταρχικά την παρουσία τους, απλώνουν μια αρμονία στο χώρο, από χρόνια ξεχασμένη και επιθυμητή. Τραγουδούν άλλοτε ελληνικό έντεχνο, άλλοτε ξένο στίχο.
Οι περισσότεροι περαστικοί, ρίχνουν ένα μικρό κέρμα στην ανοιχτή θήκη της κιθάρας τους, ή στο μικρό ξύλινο κουτί τους, που πραγματικά δεν ξέρω αν τους λύνει κάποιο οικονομικό πρόβλημα.
Αυτό που είναι συγκινητικό είναι η αφοσίωση τους, η προσήλωσή τους σε αυτό που κάνουν και ο σεβασμός με τον οποίο αντιμετωπίζουν το προσωρινό και περαστικό κοινό τους.
Μια βραδιά, κάποιοι αλλοδαποί, ζήτησαν με ευγενικό και σιγανό τρόπο, το «Αερικό» παραγγελιά, για λογαριασμό μιας κοπέλας από την παρέα τους.
Οι νεαροί μουσικοί το έπαιξαν και το τραγούδησαν με υπέροχο τρόπο, με αξιοζήλευτο επαγγελματισμό, για χάρη της κοπέλας που το χόρεψε με «σύγχρονο» χορό άριστα!
Περπατώντας και ακούγοντας τη μουσική δίπλα στη θάλασσα, με ανθρώπους.
Απλώς ανθρώπους. Χωρίς άλλο προσδιορισμό.
Άνδρες, γυναίκες, με τσαντορ ή όχι, με παιδιά κάθε χρώματος, γλώσσας, και νοοτροπίας, ζευγάρια ετερόφυλα ή ομοφυλόφιλα, μοναχικούς περιπατητές, νεανικές μαθητικές παρέες, ζευγαράκια εφήβων, ηλικιωμένους που περπατούν αργά χέρι –χέρι, άτομα με καροτσάκια με κινητικά προβλήματα, ανθρώπους με τα σκυλιά τους, παρέες νεαρών από άλλες χώρες, ανθρώπους με επιβαρυμένη ψυχολογία/ψυχοπαθολογία
Εκεί νιώθεις ότι είσαι κανονικός άνθρωπος!
Μέρος του κόσμου, όπου όλοι υπάρχουν, όλοι έχουν την ίδια ανάγκη και την ίδια έλλειψη, όλοι μετέχουν και όλοι συνυπάρχουν,
χωρίς κανείς να διώκεται και κανείς να ενοχλεί,
κανείς να απολογείται και κανείς να διεκδικεί την τελειότητα,
κανείς να απορρίπτει και κανείς να δυσθυμεί.
Εκεί δίπλα στη θάλασσα, με τα ουσιώδη,
την αποδοχή ,την ηρεμία, τη μουσική, την ευγένεια, την διαφορετικότητα, εκεί που κανείς δεν σε λογίζει για εχθρό, εκεί που κανείς δεν σου προσάπτει κατηγορίες και δεν σου χρεώνει όλη την ιστορία των τελευταίων πενήντα χρόνων, εκεί που κανείς δεν νοιώθει την ανάγκη να αποδείξει τίποτα,
εκεί νοιώθεις ότι είναι ο κανονικός κόσμος
Εκεί νοιώθεις κανονικός άνθρωπος
Εκεί, στη Δημοκρατία της θάλασσας .

Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πού πας καραβάκι

 

Εκεί στην προβλήτα,

είναι ένα καράβι,

το βλέπω χρόνια.

Γυαλιστερό, καινούριο, έτοιμο.

Είναι έτοιμο για ταξίδια.

Το βλέπω. Το βλέπω πώς κουνιέται ανυπόμονα.

Ακούω πώς θροΐζει η θάλασσα γύρω του, στενάζει απ΄ το βάρος του. Πατάει τον Αρχιμήδη στο λαιμό και δεν νοιάζεται.

Βιάζεται, ανυπομονεί, ξεφυσάει  να οργώσει τις θάλασσες.

Να εξερευνήσει ωκεανούς, να περάσει πορθμούς , να πιάσει λιμάνια , να περάσει κάτω από γέφυρες, να μείνει αρόδο, να σταθεί μεσοπέλαγα, να φουλάρει ολοταχώς .

Χρόνια το βλέπω να ετοιμάζεται.

Βαμμένο, ούτε καλαφάτισμα δεν χρειάζεται, είναι έτοιμο.

Με φωτεινές λιακάδες και νυσταγμένες συννεφιές, με αφρικανικούς   καύσωνες και ανέλπιστες καταιγίδες.

Είναι εκεί, είναι έτοιμο.

Έτοιμο.

Ονειρεύεται.

Θα είναι υπερωκεάνιο, με όλα του τα φουγάρα στο φουλ,

Θα φτάνει στις βόρειες θάλασσες, θα  διασχίζει τον Ατλαντικό,

Θα είναι παγοθραυστικό, θα χορεύει ανάμεσα στους πάγους ανάλαφρα και διόλου δεν θα θυμάται τον τιτανικό,

Θα είναι γκαζάδικο, θα μεταφέρει επικίνδυνα εύφλεκτα φορτία, αλαζονικά σίγουρο για την επιτυχία του και την ασφάλειά του,

Θα είναι φορτηγό, θα μεταφέρει στεγνά φορτία, κερδοφόρα, δεν θα χάνει ναύλο,

Θα είναι ποστάλι, θα πηγαινοφέρνει κόσμο,

Θα είναι κρουαζιερόπλοιο, χορευταράδικο  και πολυτελές,

Θα είναι ιστιοπλοϊκό, αγώνες και παρέες και αναμνήσεις,

Θα είναι ψαράδικο, θα καταψύχει άπονα χιλιάδες ζωντανά ψάρια,

Θα είναι καΐκι, θα αρμενίζει από νησί σε νησάκι, με θαλασσινό αγέρι,

Θα είναι ιστιοφόρο, ανακαλύψεις, νέα ζωή και  κόκκινο αίμα,

Θα είναι ταχύπλοο, θα καλύπτει επείγουσα ζωή,

Θα είναι πολεμικό, φρεγάτα, υποβρύχιο, ναρκαλιευτικό,

Θα είναι…

Θα είναι …

Θα είναι…

Κάθε φορά που περνάω, με το κίτρινο μακρύ αδιάβροχο και τις μαύρες γαλότσες μου,

είναι εκεί , έτοιμο,

το φουγάρο του βγάζει μαύρο καπνό,

οι μηχανές του ακούγονται ρυθμικά,

η σημαία του κυματίζει δυνατά στον αέρα.

Ο ιστός  της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος.

Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα.

Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά.

Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα , να ανεμίζεις.

Η σημαία,

Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα.

Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας.

Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο.

Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και  τις θολές τις ανομολόγητες.

Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες,(κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα  νικηφόρες).

Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης, (ίσα να θάψουμε τα λείψανα  και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και  ιδέες).

Εκεί είναι το πλεούμενο,

το βλέπω, το χαϊδεύω με το βλέμμα, το αποχαιρετώ με συγκίνηση.

Είναι έτοιμο, έτοιμο για φευγιό.

Κάθε φορά που περνώ,

Το βλέπω.

Τελευταία το παρατηρώ προσεκτικά.

Κι αρχίζω να το βλέπω πραγματικά

Άλλοτε είναι πλωτό σπίτι.

Άλλοτε  πλωτό σχολείο.

Άλλοτε  πλωτό νοσοκομείο.

Άλλοτε πλωτό  ρεστοράν.

Και φυλακή ήταν για κάμποσο καιρό. (Εκατό σαράντα έξι βήματα, όλο κι όλο, μέσα κι έξω. Ακριβώς μετρημένο. Ούτε βήμα παραπάνω)

Μια μέρα καθώς περνώ, με το κίτρινο εκτυφλωτικό μου αδιάβροχο, και τις μαύρες γαλότσες, κι ενώ η καταιγίδα μαίνεται,

Σταματάω, γονατίζω, σκύβω και κοιτάζω αδιάντροπα κάτω από την ίσαλο γραμμή.

Και τι βλέπω;

Ρίζες.

Έχει βγάλει ρίζες.

Ρίζες βαθιές και χοντρές.

Δεν είναι λοιπόν ο ντόκος που το κρατάει,

οι ρίζες είναι.

Σηκώνομαι  και κοιτάζω ψηλά.

Λοιπόν έχει βγάλει και κλαδιά. Χοντρά  βαριά κλαδιά.

Έχει γίνει δέντρο.

Στέκεται εκεί ανυπόμονο,  έτοιμο κι ανυπόμονο, ονειρεύεται ταξίδια θαλασσινά, βηματίζει νευρικά πάνω στη θάλασσα

Αλλά, έχει γίνει δέντρο.

Αναρωτιέμαι, πώς να του το πει κανείς;

Πώς θα το πάρει;

Οι ρίζες του μουσκεύουν παράλογα στο θαλασσινό νερό και θεριεύουν κάθε μέρα.

Τα κλαδιά του, με τον θαλασσινό ήλιο, αντί να καίγονται, δένουν όλο και πιο πολύ,

Ένα αλμυρό τσουλούφι  φέρνει ο αέρας στο στόμα του κι αυτό , το μασουλάει αναιδώς και

Κάθε μέρα, ετοιμάζεται για απόπλου.

Μια μέρα  στην καθημερινή μου βόλτα, βλέπω ξυλουργούς και τεχνίτες.

Πριονίζουν με μεγάλα πριόνια τα κλαδιά.

Ιστία, για άλλα ιστιοφόρα, καινούρια, θα φτιάξουν.

Και τα πανιά; Πού θα κρεμαστούν τα πανιά, αναρωτιέμαι.

Πώς θα σαλπάρει χωρίς πανιά;

-Μη σε νοιάζει, έχει τη μηχανή, είναι καλό σκαρί, παλιό αλλά καλό, μου φωνάζει μια Λιάνα από μια  βαρκούλα που πλέει στο Έδεμ των παιδικών χρόνων.

(Δεν σ’ άκουσα, δεν ήμουν καν εδώ εκείνο τον καιρό)

-Άστα τα κλαδιά, επιμένει, δώσ’ τα να γίνουν κατάρτια, δε φοβόμαστε τον καιρό, εδώ αλλά κι άλλα νικήσαμε …

-Μα οι ρίζες;

-Άσε και τις ρίζες, οι ρίζες ήταν για να δίνουν τροφή στα κλαδιά. Το τιμόνι κράτα  εσύ και κοίτα μπροστά.

-Ίσως δεν ήταν φτιαγμένο για ταξίδια… ίσως ήταν μια κιβωτός τολμάω να ψιθυρίσω.

 

-Άλλαξε  κι αυτό,  ο κατακλυσμός τώρα έρχεται  από μέσα πια, η κιβωτός σου, είναι το ταξίδι. (Μου πετάει ένας γερο θαλασσόλυκος ανάμεσα στα δόντια του,- σα βρισιά, σαν απαξίωση-που χρόνια τώρα, τον βλέπω  αμίλητο να καθαρίζει και  να πλένει το διπλανό πλεούμενο).

 

Το riscus, το κιβώτιο, η κιβωτός, η ρίζα, το ριζικό, όλα ένα είναι.

 

-Το τιμόνι, κράτα το τιμόνι και  φύγε μπροστά, μόνο να μη χαθούμε…

 

Ας χανόμαστε συνεχώς ,  μόνο να μη χαθούμε  έχει σημασία.