Στον αφρό και στο βυθό

Σκαρί απ’ τα παλιά
Ξύλινο
Μεσαίο μέγεθος με φαρδύ σκελετό
Εξωτερικά τα’ χει τα χρονάκια του
Και τα δείχνει.
Όταν είναι βαμμένο, γυαλισμένο και μακιγιαρισμένο,
κρύβει κάτι λίγα χρόνια
και κάμποσες τρικυμίες
Εσωτερικά όμως…
αξιόπλοο μέχρι προσφάτως,
με όλα τα απαραίτητα έγγραφα επαρκώς σφραγισμένα
Με τα ημερολόγιο γραμμένο ευκρινώς
Κι αν κάποιες σελίδες είναι λευκές,
δεν είναι άγραφες
Είναι ειδικό μελάνι, για υποψιασμένους και ομοιοπαθείς.
Διαβάζονται με κόλπο.
Τα σχέδια πλεύσης του,
σε γενικές γραμμές ξεκάθαρα.
Με περιθώρια για απρόβλεπτες στάσεις σε ξερονήσια ή σε φιλόξενα νερά
Με πληρωμένες τις ασφάλειες,
πλέει ασταμάτητα για πολλές δεκαετίες συνεχώς
χωρίς ναυάγια,
μόνο κάτι μικρές ανταρσίες, χωρίς συνέχεια
και επισκευές στο λιμάνι, χωρίς κίνδυνο.
Μόνο να, τελευταία, πλέει
σε βαθειά νερά.
Σκοτεινά και θολά
Άλλοτε φουρτουνιασμένα,
απειλητικά, με θεόρατα κύματα,
από κείνα που το καταπίνουν αύτανδρο.
Με μεγάλο κόπο, γυρίζει και αφήνει το «κόντρα στον καιρό»
Τώρα λίγο πιο ήρεμα.
Άλλοτε αφήνει απόνερα
Άλλοτε χάνεται στην καταιγίδα και δεν αφήνει κανένα ίχνος
Άφαντο.
Με αμπάρια πολλά
Γεμάτα ως επάνω
Παλιές εκδρομές και οικογενειακά τραπέζια,
Πρόσωπα που πρόλαβαν και γέρασαν και άλλα πρόωρα γερασμένα
Κατά βάθος μωρουδιακά.
Με ημιτελείς αποφάσεις και ημιτελείς υποσχέσεις
Φωτογραφίες, πολλές
Έγχρωμες και γελαστές χωρίς ρυτίδες
με μάτια που δεν καθρεφτίζουν απώλειες,
χωρίς φόβο,
ανυποψίαστα,
αθώα.
Και άλλες φωτογραφίες
Απούσες.
Κανείς δεν βγάζει φωτογραφίες
Όταν διανύει το θάνατο
ή την αρρώστια
το φόβο ή τον πόνο.
Αυτές είναι πάντα ασπρόμαυρες
Τσαλακωμένες
Δυσανάγνωστες
Αυτές που δεν τυπώθηκαν
Συνημμένες στις λευκές σελίδες
του ημερολογίου.
Και άλλα αμπάρια
Σκοτεινά
Κλειστά
Βαθειά
Ανοιχτά στον πυθμένα της θάλασσας
Από τη μια μεριά
Μπαινοβγαίνουν θεόρατα θαλάσσια τέρατα
Δοκιμάζουν να εισβάλλουν στο πλεούμενο
Από μέσα όμως,
Είναι κλειδωμένα με βαριές αλυσίδες και θεόρατα λουκέτα σκουριασμένα.
Και οι πόρτες ,
Αχ αυτές οι πόρτες, οι ενδιάμεσες
Βαριές, ασήκωτες, σιδερένιες.
Πόση δύναμη για να ανοίξουν
Και πόση κόντρα, για να κρατηθούν ανοιχτές
Εσύ να σπρώχνεις,
από δω
Κι ο αέρας, η θάλασσα, η πίεση,
(η κακιά στιγμή, ο αστάθμητος παράγων, το τυχαίο ),
ο ιανός να σπρώχνει με βία,
από κει
Αχ αυτές οι πόρτες
Που αν κλείσουν με δύναμη
Μπορεί να σου αποκόψουν
Τον μισό εαυτό
Ή και ολόκληρο.
Να σε συνθλίψουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό,
Χωρίς τύψη, απολογία ή αιτιάζοντα λόγο σε κανέναν
Και τα φώτα
Πολλά. Άσπρα, κίτρινα, φώτα,
γιρλάντες φωτεινές.
Φώτα πανηγυρικά, να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα.
Είμαι εδώ!
Πλέω, ταξιδεύω
στο χρόνο,
χορεύω στα κύματα,
τιθασεύω με το εκτόπισμά μου
τα σκοτεινά βάθη
Υπάρχω.
Και άλλες φορές, που το μπλακ αουτ
Του απρόσμενου
Του ανεπιθύμητου
Του φοβερού βήματος,
Δίνει το απόλυτο σκότος.
Και την απόλυτη τυφλή πορεία
Χάνονται οι νόμοι της φυσικής,
της μηχανικής
Χάνονται τα σχέδια πλεύσης
Χάνεται η λειτουργικότητα
Χάνεται ο έλεγχος
Χάνεται η δύναμη του κυβερνήτη.
Ακυβέρνητο σκάφος
Το σκάφος είναι ακυβέρνητο.
Είμαστε Ακυβέρνητοι!
Και άοπλοι.
Είμαστε άοπλοι!
Είμαστε άοπλοι!
Νάτο το νόημα.
Αυτό ήταν λοιπόν το νόημα.
Τώρα μπήκαν όλα σε μια σειρά κατανόησης
Γιατί αλλιώς…
πορείες,
διαμαρτυρίες,
αγώνες
Τόσες συνεδριάσεις
Και ολομέλειες
Και γενικές συνελεύσεις
Συγκεντρώσεις και Πορείες
Και καταλήψεις
πανό,
εφημερίδες,
και ψηφοφορίες
και συνέδρια
(Με γραμμή και χωρίς γραμμή)
Κι όμως
Εντέλει,
είμαστε Άοπλοι
Είμαστε Άοπλοι.
Δεν μπορείς
να καταγγείλεις,
να αντιδράσεις,
να διαμαρτυρηθείς,
να βρεις το δίκιο σου.
Να πεις «διαφωνώ».
Δεν θέλω.
Δεν είναι αυτή η πορεία μου,
Δεν είναι αυτή η δική μου πορεία.
Δεν συμφωνώ, δεν ακολουθώ.
Τίποτα από όλα αυτά δεν σε σώζει πια
Τίποτα δεν δίνει το ζητούμενο φως
Μόνο όσα κουβαλάς στα αμπάρια σου
Αποκτήματα
Όλα όσα απόκτησες,
Με κάθε τρόπο,
Νόμιμο, άνομο, επώδυνο,σκόπιμο,τυχαίο.
Με κόπο
Και η σαβούρα βέβαια.
Όλα δικά σου
Με τον κόπο σου και τον πόνο σου
Και όλα όσα δεν πίστευες.
Χα! Όλα όσα δεν πίστευες!
Αυτά ήρθαν να σε συνδράμουν στα σκοτάδια
Μόνο αυτά, σού στέκονται στο σκοτάδι
Στα σκοτάδια
Οι φάροι
Οι φάροι πάντα σταθεροί
Να δίνουν μιαν ελπίδα
Και ένα όνειρο μεταμεσονύκτιο ασφάλειας
Φάροι,
εκείνα τα χρωματιστά λαμπάκια
Αυτά που έβαζε τελευταία στιγμή, ο πατέρας στο δέντρο.
Εκείνα που φώτιζαν το θαύμα.
Εκείνα φωτίζουν, ακόμα,
το απόλυτο σκότος και μπορεί να φέρουν το θαύμα.
Κι εκείνο το φωτάκι στο χωλ ,
που το άφηναν ανοιχτό για να φωτίζει τη νύχτα,
να διώχνει τα άσχημα όνειρα.
Και το καντήλι, ναι ,ναι, εκείνο που πάντα, σου έφταιγε
Εκείνο φωτίζει τώρα,
επαρκώς,
όλο το εσωτερικό σου!
Και η πορεία σου ως τώρα.
Τα σημειωμένα λιμάνια σου
Και τα μάτια
Τα βλέμματα,
Λάμπουν στο σκοτάδι και βρίσκεις λίγο το δρόμο.
Το πλεούμενο επισκευάζεται, με ισχυρά υλικά
Ξένα προς το γήινο σκαρί.
Και η θάλασσα
Η θάλασσα άλλαξε.
Νέα νερά,
Αλλιώτικα.
Έως κυματώδης
Ποτέ πια τρικυμιώδης.
Νηφάλια
Θάλασσα με γλυφό νερό,
Αβαθής,
Γλυκιά.
Θάλασσα ιαματική
καθημερινά,
πρέπει να την πίνεις με τα μάτια
Με τα αυτιά
Με την όσφρηση
Με τη γεύση
Με το δέρμα.
Σα φάρμακο,
Ίαμα
Συμπληρωματικά,
Αν δεν επαρκεί,
Natrum muriaticum
Επιμένεις
Χαράζεις νέο σχέδιο πλεύσης και ορίζεις νέο καπετάνιο
Πιο συνετό
Και νέα καθήκοντα στο πλήρωμα.
Νέο κουμάντο τώρα.
Και καινούρια αμπάρια, κλειδωμένα γερά,
Αρκετά επικίνδυνα.
Ελπίζω τσιμενταρισμένα γερά,
στον πυρήνα,
για τον φόβο της διαρροής
Και το όνομα
Αλλάζεις το όνομα στο σκαρί
Το όνομά του πια,
Ελπίδα.

8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Καλλιέργειες και σκέψεις γενικώς

Πέρα ως πέρα ο κάμπος που απλώνεται μπροστά,

ως εκεί που φτάνει το μάτι, είναι δικός μας.

Αγροτεμάχια, όμορφα χωρισμένα με αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Όλα γόνιμα. Καταπράσινα. Άλλα σπαρμένα. Άλλα φυτεμένα.

Σε άλλα χαμηλή πυκνή βλάστηση. Σε άλλα  ψηλά αναρριχόμενα φυτά, στηριγμένα προσεχτικά σε καλάμια.

Σε άλλα  δέντρα, μεγάλα πια. Άλλα με ανθό κι άλλα με καρπό, δεμένο.

Όλα καταπράσινα. Φροντισμένα.

Η περιουσία μας.

Είναι τα λάθη μας. Οι ολιγωρίες μας. Οι ανασφάλειές μας. Οι αδυναμίες μας. Οι λανθασμένες επιλογές μας.

Το κάθε αγροτεμάχιο έχει και άλλη σπορά, άλλη ποικιλία, άλλα φυτά.

Κάμποσα είναι ετήσια. Τα ανανεώνουμε  κάθε χρόνο. Άλλα έχουν μικρότερο κύκλο ζωής, παίρνουμε  τους καρπούς,  ξεκουραζόμαστε  λίγο  και μετά σπέρνουμε ευθύς καινούρια φυτά.

Άλλα έχουν βολβούς και ζεσταίνονται για πολύ καιρό στο σκοτάδι και στη σιωπή, μέχρι να δώσουν εμφανές αποτέλεσμα.

Κι άλλα, δέντρα έχουν γίνει  ολόκληρα. Μεγαλώνουν αγέρωχα κι αλαζονικά και δεν μας κοιτάζουν καν.

Αφού μπήκες στον κόπο να  τα φυτέψεις  και τα περιποιήθηκες μέχρι να θεριέψουν, θέλουν κόπο πολύ για να  τα ξεριζώσεις, και το ξέρουν, γι αυτό σε αγνοούν.

Όλα ποτίζονται επιμελώς και συχνάκις.

Εκεί στις άκρες, πολύ πολύ μακριά, είναι μερικά  κομμάτια γης με κιτρινισμένα και ξερά φυτά. Είναι αυτά τα ξεχασμένα από χρόνια.

Εύκολα βέβαια μπορεί να λαμπαδιάσουν, (άλλος κίνδυνος κι αυτός), γι αυτό  πρέπει να έχεις το νου σου. Να  τα εξετάζεις κάθε φορά και να τα κρατάς βρεγμένα και ακίνδυνα.

Το κάθε τεμάχιο έχει τη δική του σπορά και σοδειά.

Άλλα τα λάθη του γονιού, άλλα τα λάθη του συντρόφου, άλλα τα λάθη του αδελφού κι άλλα  του φίλου, του γείτονα, του πολίτη, άλλα τα λάθη που έκανες ως παιδί,ή ως έφηβος. (Αυτά είναι τα ξερά, τα κιτρινισμένα)Άλλα τα λάθη του ανθρώπου που πίστεψε ή που επένδυσε σε κάτι, ή σε πολλά. Κι άλλα τα λάθη αυτού που δεν πίστεψε σε τίποτα.Άλλα τα λάθη του αποστολέα κι άλλα του παραλήπτη. Άλλα τα λάθη της σύνεσης που υιοθετήσαμε  κι άλλα του χάους που κουβαλήσαμε μέσα μας.Άλλα τα λάθη του σκοτεινού κι άλλα του ολόφωτου εκτεθειμένου εαυτού μας.

Αγναντεύουμε από μακριά κι αναλογιζόμαστε  σιωπηλά  την περιουσία μας.

Κάποιες νύχτες με πανσέληνο, άυπνες,  κατεβαίνουμε και τριγυρίζουμε μυστικά, ανάμεσα σε όσα φυτέψαμε κι όσα καλλιεργήσαμε.

Στην περιουσία μας.

Ένα μεταξωτό μαντήλι του λαιμού, πιασμένο στο αγκαθωτό, μαρτυράει τις επισκέψεις αυτές και μια ζώνη πιασμένη ψηλά, σε ένα κατάφορτο κλαδί αμυγδαλιάς, αποδείχνει πώς δοκιμάζουμε  ακόμα τους καρπούς των φυτεμένων μας.

Κάποια από αυτά τα αγροτεμάχια  είναι κληρονομημένα  κι άλλα θα αποδοθούν στους κληρονόμους μας.

Άλλα δίκαια κι άλλα άδικα μοιρασμένα. Άλλα εξ αδιαιρέτου, έτσι που να μην μπορούν να απαλλαγούν και να μη γλυτώσει κανείς.

Ούτε εκκαθαρίσεις ,ούτε βελτιώσεις. Άκαιροι  καιροί για παντός είδους εσωτερικές βελτιώσεις .

Σκέψεις  άλλες δεν κάνουμε.

Μια σκέψη μας βασανίζει μόνο σ’ αυτούς τους καιρούς: Θα πρέπει να τα δηλώσουμε όλα αυτά στο Ε9;

Μια ζωή δεν φτάνει

Λοιπόν επιτέλους έχω καταλήξει. Θα έπρεπε να έχουμε τέσσερις ζωές.
Τέσσερις! Ούτε τρεις, ούτε πέντε, ούτε αιώνια ζωή. Το ιδανικό είναι τέσσερις ζωές. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο, λίγο κι άδικο.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Μια ζωή χρειάζεται ο καθένας μας, για να διαβάσει, να μαθητεύσει, να διερευνήσει, να μελετήσει, να στοχαστεί, να υιοθετήσει, διάφορες θεωρίες, επιστήμες, έρευνες, συσσωρευμένες γνώσεις, πειραματικές μεθόδους, φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές έρευνες –θεωρίες ,θέσεις και να οδηγηθεί σχετικά, σε κάποια συμπεράσματα για το τι είναι ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο ίδιος και τι από όλα αυτά τον εκφράζουν, του ταιριάζουν, τον κάνουν να είναι πλησιέστερα σε αυτό που θέλει να είναι.

Μια ζωή χρειάζεται για να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο, να συναναστραφεί με ανθρώπους από άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, άλλους πολιτισμούς, άλλες συνήθειες, με άλλα δεδομένα, άλλα ζητούμενα, άλλα ήθη άλλα έθιμα, άλλες ανάγκες, άλλη φύση, άλλη κοινωνική οργάνωση και άλλη βιολογική και κοινωνική ανάπτυξη, άλλη εμφάνιση , άλλα χαρακτηριστικά, άλλη γλώσσα , άλλη θρησκεία, άλλη φυλή και άλλο αξιακό σύστημα.

Μια ζωή χρειάζεται για να δημιουργήσει οικογένεια. Να αφοσιωθεί σε αυτήν και στις ανάγκες της, να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, για να διατηρήσει το είδος του , αλλά και να το προάγει σε καλύτερο επίπεδο. Να αφιερωθεί για αρκετά χρόνια στην στήριξη και την υποστήριξη των αδύναμων μικρών απογόνων του, να τους διδάξει τρόπους ασφαλούς επιβίωσης, και να τους διευκολύνει να ενταχθούν κοινωνικά, να διασφαλίσει τη σωματική και ψυχική τους επάρκεια και ισορροπία. Να τους προσφέρει περιβάλλον ολόπλευρης και ασφαλούς ανάπτυξης και να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς μαζί τους σε όλη την ζωή, τηρώντας την ανθρώπινη σχέση που εμπεριέχει, το ένστικτο αλλά και την έλλογη απόφαση, επιλογή, ανάπτυξη.

Μια ζωή χρειάζεται για να κάνει αυτό που έχει καταλήξει, ότι τον εκφράζει, τον δικαιώνει, τον αναπτύσσει , τον κάνει ωφέλιμο, του δημιουργεί καλές και αγαθές προθέσεις, τον βοηθάει να εκφραστεί, να δημιουργήσει, να προσφέρει, να ενταχθεί, να είναι ευτυχισμένος {( εύ+ τεύχω =φτιάχνω), να έχει δηλαδή μια κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων}. Να ζει όπως θέλει.
Είτε αυτό είναι η διαρκής ,αποκλειστική και συνεχής απασχόλησή του, με την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τεχνική, ή την οποιαδήποτε χειρονακτική ή μη εργασία, στον αγροτικό τομέα, ή σε άλλους τομείς οτιδήποτε κι αν αφορούν , όπου και αν ανήκουν.

Αυτές είναι οι τέσσερις ζωές που θα έπρεπε να δικαιούμαστε να έχουμε ως όντα. Τώρα πώς ακριβώς θα διαδέχονταν ο ένας κύκλος τον άλλο, ποιος θα προηγείτο του άλλου ,πώς θα εξυπηρετούσαν όλα αυτά την όποια κοινωνική οργάνωση και πόσο θα διαρκούσαν αυτοί οι κύκλοι και αν θα ήταν όλοι στο ίδιο σύμπαν, και σε ποιές διαστάσεις και χωροχρόνους,
αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης κρύας εβδομάδας με κλεισούρα και σκέψεις !
Προς το παρόν αυτά.

Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παζλ

Σου παίρνει χρόνια να φτιάξεις το παζλ.
Εδώ, ένα παιχνίδι με κάποιον στο δρόμο ή στην αυλή.
Εκεί, μια ώρα στο θρανίο γελώντας σιγανά
Πιο κει, μια κουβέντα μεγάλη και βαθειά για τα σοβαρά της ζωής
Πιο κάτω , ένας έρωτας, ανεπίδοτος
Γονείς, αγαπημένοι συγγενείς και άνθρωποι που σου έδωσαν, χωρίς ποτέ να το μάθουν.
Μετά άλλοι διάφοροι, σημαντικοί σε κρίσιμες καμπές που πέρασαν γρήγορα απ΄τα μάτια σου αλλά σε καίρια στιγμή.
Πιο κάτω,όσοι έγραψαν βιβλία και τραγούδια και σινεμά, ραδιόφωνο και θέατρο και όσοι έκαναν επαναστάσεις που αγάπησες. Μικρές και μεγάλες,στους δρόμους ή εντός.
Και μετά άλλοι κι άλλοι,ξένοι και δικοί.
Όλοι έβαλαν ένα κομμάτι στο παζλ της ζωής σου κι αν είσαι τυχερός, καλότυχος
Βλέπεις την εικόνα ολόκληρη,νωρίς,κι έχει νόημα.
Και κάποια στιγμή κάνει κάποιος την αρχή. Αρπάζει το κομμάτι του και φεύγει.
Και μένουν τρύπες ανοιχτές και σκοτεινές στο παζλ σου.
Κάποτε όταν οι σκοτεινές τρύπες γίνουν πολλές ή όταν είναι σε κεντρικό κομμάτι της εικόνας σου, χάνεται η συνοχή.
Χάνεις το νόημα.
Χάνεσαι.

Εξετάσεις

Κάθομαι σε καφέ/εστιατόριο. Δίπλα σε απόσταση αναπνοής κάθεται παρέα. Δυο νεαροί και ένα ζευγάρι. Μετά από ένα μπουκαλάκι ούζο (χωρίς μεζέ), ο ένας νεαρός αρχίζει να διηγείται το πώς τον άφησε η κοπέλα του. Λέει και ξαναλέει τον πόνο του .Οι φίλοι του τον ακούν υπομονετικά χωρίς να τον διακόπτουν. Αναλύει, ρωτάει και απαντάει, επιχειρηματολογεί, διαμαρτύρεται. Είναι στενοχωρημένος και πληγωμένος από τη στάση της. Δεν έχει καταλάβει γιατί του φέρθηκε έτσι. Είναι ήρεμος και ευγενής αλλά αμετακίνητος στο πρόβλημά του. Μετά το δεύτερο μπουκαλάκι ούζο, ανακεφαλαιώνει και πάλι αναρωτιέται γιατί.
Σε μια ώρα έχει πει: Δεν με αγαπάει, δεν αγαπάς, αγαπάω, δεν με αγάπησε, είχα αγαπήσει, αγαπώ, δεν με είχε αγαπήσει.
Είναι χρόνια που έχω να ακούσω τόσες πολλές φορές το ρήμα και από ένα τόσο νέο παιδί.
Έτσι απλά, χωρίς κόμπλεξ, χωρίς κανένα ύφος και δίλημμα.
ἀγαπάω – ἀγαπῶ (συνηρημένο) (α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής και υποτακτικής ενεργητικού ενεστώτα)
Καθόλου SOS ρε γαμώτο στις πανελλήνιες. Ποτέ.
Κανείς δεν περιμένει να πέσει κάτι τόσο απλό.
Απλό; Απλό; ΑΠΛΟ;
Όλοι, σχολείο, φροντιστήριο, καθηγητές, τονίζουν, επιμένουν, απαιτούν, το
ίστημι, τυγχάνω, αφικνούμαι, λανθάνω, εξανδραποδίζομαι, οίομαι και οίμαι, φέρω και άλλα πολλά.
Ο σκληρός δίσκος του μυαλού τους έχει γεμίσει από ρήματα.
Αγαπώ, όμως;
Αγαπώ, όχι.
Αχρείαστο ρήμα. Αχρείαστη γνώση. Αχρείαστη λέξη.
Αχρείαστο αίσθημα.
Αχ, έτσι θα πάνε, απροετοίμαστα…

Πού πας καραβάκι

 

Εκεί στην προβλήτα,

είναι ένα καράβι,

το βλέπω χρόνια.

Γυαλιστερό, καινούριο, έτοιμο.

Είναι έτοιμο για ταξίδια.

Το βλέπω. Το βλέπω πώς κουνιέται ανυπόμονα.

Ακούω πώς θροΐζει η θάλασσα γύρω του, στενάζει απ΄ το βάρος του. Πατάει τον Αρχιμήδη στο λαιμό και δεν νοιάζεται.

Βιάζεται, ανυπομονεί, ξεφυσάει  να οργώσει τις θάλασσες.

Να εξερευνήσει ωκεανούς, να περάσει πορθμούς , να πιάσει λιμάνια , να περάσει κάτω από γέφυρες, να μείνει αρόδο, να σταθεί μεσοπέλαγα, να φουλάρει ολοταχώς .

Χρόνια το βλέπω να ετοιμάζεται.

Βαμμένο, ούτε καλαφάτισμα δεν χρειάζεται, είναι έτοιμο.

Με φωτεινές λιακάδες και νυσταγμένες συννεφιές, με αφρικανικούς   καύσωνες και ανέλπιστες καταιγίδες.

Είναι εκεί, είναι έτοιμο.

Έτοιμο.

Ονειρεύεται.

Θα είναι υπερωκεάνιο, με όλα του τα φουγάρα στο φουλ,

Θα φτάνει στις βόρειες θάλασσες, θα  διασχίζει τον Ατλαντικό,

Θα είναι παγοθραυστικό, θα χορεύει ανάμεσα στους πάγους ανάλαφρα και διόλου δεν θα θυμάται τον τιτανικό,

Θα είναι γκαζάδικο, θα μεταφέρει επικίνδυνα εύφλεκτα φορτία, αλαζονικά σίγουρο για την επιτυχία του και την ασφάλειά του,

Θα είναι φορτηγό, θα μεταφέρει στεγνά φορτία, κερδοφόρα, δεν θα χάνει ναύλο,

Θα είναι ποστάλι, θα πηγαινοφέρνει κόσμο,

Θα είναι κρουαζιερόπλοιο, χορευταράδικο  και πολυτελές,

Θα είναι ιστιοπλοϊκό, αγώνες και παρέες και αναμνήσεις,

Θα είναι ψαράδικο, θα καταψύχει άπονα χιλιάδες ζωντανά ψάρια,

Θα είναι καΐκι, θα αρμενίζει από νησί σε νησάκι, με θαλασσινό αγέρι,

Θα είναι ιστιοφόρο, ανακαλύψεις, νέα ζωή και  κόκκινο αίμα,

Θα είναι ταχύπλοο, θα καλύπτει επείγουσα ζωή,

Θα είναι πολεμικό, φρεγάτα, υποβρύχιο, ναρκαλιευτικό,

Θα είναι…

Θα είναι …

Θα είναι…

Κάθε φορά που περνάω, με το κίτρινο μακρύ αδιάβροχο και τις μαύρες γαλότσες μου,

είναι εκεί , έτοιμο,

το φουγάρο του βγάζει μαύρο καπνό,

οι μηχανές του ακούγονται ρυθμικά,

η σημαία του κυματίζει δυνατά στον αέρα.

Ο ιστός  της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος.

Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα.

Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά.

Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα , να ανεμίζεις.

Η σημαία,

Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα.

Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας.

Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο.

Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και  τις θολές τις ανομολόγητες.

Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες,(κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα  νικηφόρες).

Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης, (ίσα να θάψουμε τα λείψανα  και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και  ιδέες).

Εκεί είναι το πλεούμενο,

το βλέπω, το χαϊδεύω με το βλέμμα, το αποχαιρετώ με συγκίνηση.

Είναι έτοιμο, έτοιμο για φευγιό.

Κάθε φορά που περνώ,

Το βλέπω.

Τελευταία το παρατηρώ προσεκτικά.

Κι αρχίζω να το βλέπω πραγματικά

Άλλοτε είναι πλωτό σπίτι.

Άλλοτε  πλωτό σχολείο.

Άλλοτε  πλωτό νοσοκομείο.

Άλλοτε πλωτό  ρεστοράν.

Και φυλακή ήταν για κάμποσο καιρό. (Εκατό σαράντα έξι βήματα, όλο κι όλο, μέσα κι έξω. Ακριβώς μετρημένο. Ούτε βήμα παραπάνω)

Μια μέρα καθώς περνώ, με το κίτρινο εκτυφλωτικό μου αδιάβροχο, και τις μαύρες γαλότσες, κι ενώ η καταιγίδα μαίνεται,

Σταματάω, γονατίζω, σκύβω και κοιτάζω αδιάντροπα κάτω από την ίσαλο γραμμή.

Και τι βλέπω;

Ρίζες.

Έχει βγάλει ρίζες.

Ρίζες βαθιές και χοντρές.

Δεν είναι λοιπόν ο ντόκος που το κρατάει,

οι ρίζες είναι.

Σηκώνομαι  και κοιτάζω ψηλά.

Λοιπόν έχει βγάλει και κλαδιά. Χοντρά  βαριά κλαδιά.

Έχει γίνει δέντρο.

Στέκεται εκεί ανυπόμονο,  έτοιμο κι ανυπόμονο, ονειρεύεται ταξίδια θαλασσινά, βηματίζει νευρικά πάνω στη θάλασσα

Αλλά, έχει γίνει δέντρο.

Αναρωτιέμαι, πώς να του το πει κανείς;

Πώς θα το πάρει;

Οι ρίζες του μουσκεύουν παράλογα στο θαλασσινό νερό και θεριεύουν κάθε μέρα.

Τα κλαδιά του, με τον θαλασσινό ήλιο, αντί να καίγονται, δένουν όλο και πιο πολύ,

Ένα αλμυρό τσουλούφι  φέρνει ο αέρας στο στόμα του κι αυτό , το μασουλάει αναιδώς και

Κάθε μέρα, ετοιμάζεται για απόπλου.

Μια μέρα  στην καθημερινή μου βόλτα, βλέπω ξυλουργούς και τεχνίτες.

Πριονίζουν με μεγάλα πριόνια τα κλαδιά.

Ιστία, για άλλα ιστιοφόρα, καινούρια, θα φτιάξουν.

Και τα πανιά; Πού θα κρεμαστούν τα πανιά, αναρωτιέμαι.

Πώς θα σαλπάρει χωρίς πανιά;

-Μη σε νοιάζει, έχει τη μηχανή, είναι καλό σκαρί, παλιό αλλά καλό, μου φωνάζει μια Λιάνα από μια  βαρκούλα που πλέει στο Έδεμ των παιδικών χρόνων.

(Δεν σ’ άκουσα, δεν ήμουν καν εδώ εκείνο τον καιρό)

-Άστα τα κλαδιά, επιμένει, δώσ’ τα να γίνουν κατάρτια, δε φοβόμαστε τον καιρό, εδώ αλλά κι άλλα νικήσαμε …

-Μα οι ρίζες;

-Άσε και τις ρίζες, οι ρίζες ήταν για να δίνουν τροφή στα κλαδιά. Το τιμόνι κράτα  εσύ και κοίτα μπροστά.

-Ίσως δεν ήταν φτιαγμένο για ταξίδια… ίσως ήταν μια κιβωτός τολμάω να ψιθυρίσω.

 

-Άλλαξε  κι αυτό,  ο κατακλυσμός τώρα έρχεται  από μέσα πια, η κιβωτός σου, είναι το ταξίδι. (Μου πετάει ένας γερο θαλασσόλυκος ανάμεσα στα δόντια του,- σα βρισιά, σαν απαξίωση-που χρόνια τώρα, τον βλέπω  αμίλητο να καθαρίζει και  να πλένει το διπλανό πλεούμενο).

 

Το riscus, το κιβώτιο, η κιβωτός, η ρίζα, το ριζικό, όλα ένα είναι.

 

-Το τιμόνι, κράτα το τιμόνι και  φύγε μπροστά, μόνο να μη χαθούμε…

 

Ας χανόμαστε συνεχώς ,  μόνο να μη χαθούμε  έχει σημασία.

 

 

Άνοιξη και σχήμα οξύμωρο

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους βλέπω ξεκάθαρα τη διαφορά. Σαν ο κόσμος να χωρίζεται στα δυο, με μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα. Ευδιάκριτη. Σαν αυτή που βάζει η αστυνομία για να περιχαρακώσει τον τόπο του εγκλήματος και να απομακρύνει τους περίεργους.
Απ’ τη μια μεριά είναι οι ήσυχοι, οι λογικοί, οι τακτοποιημένοι διανοητικά, αυτοί που ζουν τη ζωή, εκπληρώνοντας στόχους και κάνοντας κάθε φορά, λογικές σκέψεις, λογικούς συνειρμούς, λογικές πράξεις, αυτοί που το μέτρο είναι δεμένο μαζί με τον ομφάλιο λώρο τους και δεν το χάνουν ποτέ, αυτοί που αντέχουν τη ζωή αλλά κυρίως αυτοί που αντέχουν το θάνατο.
Αυτοί που λένε πάντα, τα λόγια τα λογικά: «Έκανε τον κύκλο του» ή «Ήταν ένας φυσιολογικός θάνατος, μακάρι να πάμε στα χρόνια του» ή «Είναι το μόνο σίγουρο που θα μας συμβεί, το παίρνεις απόφαση πολύ μικρός, το συνηθίζεις», ή όλα τα παραπάνω μαζεμένα, την ώρα που κάνουν κάτι άσχετο.
Αυτοί που είναι όπως στις κηδείες των κινηματογραφικών έργων, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο δεν παίζει ο θάνατος, αλλά το ωραίο καθαρό λείο πράσινο χαλί που υποδύεται το γκαζόν, οι άνετες καρέκλες στην ύπαιθρο, όπου κάθονται οι συγγενείς, ο λιτός, σύντομος και τυπικός αποχαιρετιστήριος λόγος κάποιου, οι κομψές και καλοντυμένες κυρίες , τα ψύχραιμα κουστουμαρισμένα παιδάκια και τα οι γυαλιστερά όμοια μαύρα αυτοκίνητα που θα οδηγήσουν τους συγγενείς και καλεσμένους στην δεξίωση στο σπίτι. Εκεί όλοι μιλούν χαμογελαστά για τον εκλιπόντα και ετοιμάζουν συνεργατικά κι αδελφωμένα τα εδέσματα που θα τσιμπήσουν, πίνοντας ένα ελαφρύ κρασί, όρθιοι με ένα κρυστάλλινο ποτήρι στο χέρι. Εκεί όπου θα συναντηθούν παλιοί γνωστοί ή και παλιοί έρωτες, θα ανταλλάξουν τυπικές και συγκεκριμένες προτάσεις για λίγο, μέχρι να θεωρήσουν ότι τελείωσε η ορισμένη ώρα της υποχρέωσης και θα αρχίσουν να φεύγουν ένας ένας, έως ότου απομείνει ο τελευταίος. Ο πιο στενός, που κι αυτός ψύχραιμος , θα μαζέψει, θα τακτοποιήσει, θα κλείσει τα παράθυρα και θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να ζητήσει από κανέναν το λόγο, γιατί ο άνθρωπός του πέθανε.
Αυτοί που ζουν σαν σε ένα έργο του Γούντι Άλλεν, χωρίς τον αιωνίως ανικανοποίητο, νευρωσικό και φοβικό Γούντι Άλλεν.
Απ’ την άλλη μεριά της κόκκινης κορδέλας , είναι οι «βαρεμένοι», οι «κουλοί», οι φευγάτοι, αυτοί που μια ζωή παλεύουν με τα πάθη τους, με τους φόβους τους, με τα βάσανά τους. Αυτοί που άλλοτε τα νικούν κι άλλοτε σύρονται και άγονται απ’ αυτά. Αυτοί που συνεχώς βρίσκονται σε μια μάχη και που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρη η έκβασή της.
Αυτοί που αγαπούν το ίδιο, τα μωρά και τους γέρους. Αυτοί που φθείρονται και ξοδεύονται στις αγάπες τους ασύστολα, χωρίς να υπολογίζουν το φυτίλι που μικραίνει. Αυτοί που οι ενοχές, τούς βασανίζουν και σκέφτονται τα λάθη τους ξανά και ξανά, πέντε, δέκα ,είκοσι χρόνια μετά, και πάντα μετανιώνουν, αναζητώντας μια εξιλέωση που δεν μπορεί πια να κερδηθεί. Αυτοί που αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς, και τους μιλάνε. Τους ζητάνε βοήθεια, ή τη γνώμη τους ή την ευχή τους, τους νοιώθουν να τριγυρίζουν δίπλα τους και τους λογίζουν για παρέα τους, χωρίς να υπολογίζουν τους εφτά ή τους δεκαεφτά ουρανούς που τους χωρίζουν. Αυτοί που μοιάζουν πιο πολύ Νοτιαμερικανοί και συνδιαλέγονται με νεκρούς και ζωντανούς, με την ίδια σοβαρότητα, την ίδια αγάπη. Και την ίδια εγγύτητα. Οι παράλογοι. Αυτοί που νοιάζονται ως το μεδούλι της ψυχής τους και πάντα μένουν με το παράπονο. Αυτοί που δεν νοιάζονται αν θα τους κάψουν ή αν θα τους θάψουν γιατί δεν είναι αυτό το θέμα τους.
Το θέμα τους είναι άλλο. Το θέμα τους είναι ότι δεν δέχονται τον θάνατο. Δεν θέλουν να πεθάνουν ούτε αυτοί ούτε οι άνθρωποι που αγαπούν. Δεν θέλουν να πεθάνουν τα παιδιά, ούτε οι γέροι. Θλίβονται και ταράζονται είτε πνίγονται μαζικά παιδιά στη Νότια Κορέα που πάνε εκδρομή, είτε σκοτώνεται κάποιο παιδί περνώντας μια διάβαση που δεν είχε πεζογέφυρα γυρνώντας απ’ το σχολείο, είτε ένας τραγουδιστής που δεν είχαν ακούσει ποτέ, είτε ένας γείτονας που έβλεπαν κάθε απόγευμα απέναντι στο μπαλκόνι του, είτε πεθαίνει η πεθερά τους. Δεν θέλουν να πεθάνουν όσοι δεν το θέλουν. Δεν το δέχονται. Και δεν είναι στην εφηβεία τους και στις πρώιμες υπαρξιακές τους αναζητήσεις.
Είναι έξαλλοι, θυμωμένοι, κι απελπισμένοι με αυτή την άτιμη, άδικη και αναντίρρητη προοπτική.
Άλλοι βρίζουν, άλλοι αρρωσταίνουν, άλλοι χάνονται μέσα τους . Παρηγορούνται και ξεχνιούνται,δουλεύοντας μέχρι τελικής εξόντωσης, γράφοντας,διαβάζοντας, ζωγραφίζοντας, τραγουδώντας, μεθώντας, κάνοντας παιδιά ασταμάτητα, όντας πάντα ερωτευμένοι,χτίζοντας,ή γκρεμίζοντας, σπίτια,σχέσεις,δουλειές,ζωές,ταξιδεύοντας όλο και πιο μακριά.
Πάντα όμως,στο μάτι τους βασιλεύει η απελπισία, η φοβερή γνώση και η άρνηση να δεχτούν. Όλη τους η ζωή είναι μια προσπάθεια, να αποφύγουν τη σκέψη του αναπόφευκτου.