ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΚΟΥΣ

(Αλληγορικό παραμύθι για μικρομέγαλους).

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα
Την χώρα αυτή διαφέντευε ένας μπλε, ψωμωμένος, γυαλιστερός φοβερός δράκος.
Ήταν άγριος και ανελέητος.
Η χώρα έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος και οι πληγές της ήταν όλες ανοιχτές. Ερείπια σπιτιών και ανθρώπων, προσπαθούσαν να ανασυσταθούν, να ορθώσουν το ανάστημά τους, να σταθούν στα πόδια τους και να λογιστούν για χώρα, έθνος, κράτος.
Κάποια από τα ανθρώπινα συντρίμμια, μερικοί άλλοι, παγκόσμιοι δράκοι, αποφάσισαν να τα μαρκάρουν με μια σφραγίδα στο μέτωπο.
«Εχθρός του έθνους» έλεγε η σφραγίδα και ο μπλε δράκος, ως αρμόδιος και ειδήμων στην ασφάλεια και την οργάνωση των ερειπίων, αποφάσισε να τα βασανίσει, να τα εξορίσει, να τα φυλακίσει ή να τα εξοντώσει φυσικά ή ψυχολογικά.
Έτσι εδραίωσε την παρουσία του όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά ανέπτυξε μια παντοκρατορία εξουσίας στον τόπο, για χρόνους είκοσι.

Τότε ένας μαύρος δράκος, ανδρώθηκε και ήρθε στα πράματα. Κανείς δεν κατάλαβε τότε, πώς και γιατί, εδραιώθηκε και με μεθόδους αυταρχικές και βασανιστικές, επιβλήθηκε στη χώρα. Υπήρχε τότε, και πέρα απ’ τη χώρα η άποψη, πώς ο μπλε δράκος είχε κάποιες ρωγμές, επικίνδυνες για την ζωή του, έτσι ο μαύρος δράκος, ανέλαβε να γιατρέψει τις ρωγμές, από τις οποίες μπορούσε να δημιουργηθεί διαφυγή του λαού προς ατραπούς επικίνδυνες και με τη γνωστή μέθοδο του γύψου, για χρόνους εφτά, εγκαταστάθηκε στη χώρα, πετώντας φλόγες από το στόμα και τα μάτια του, τρομάζοντας και τρώγοντας τους ανθρώπους που έβγαιναν από τη φωλιά τους.

Και μετά, μετά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Κάποιοι βγήκαν πιο έξω, προς το φως, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Με την αψάδα της νιότης ή με την απελπισία της νιότης, ή με το φλερτ με τον κίνδυνο, με την ανάγκη για ελευθερία και την ορμή για σύγκρουση. Έτσι, τραβώντας ένα κομμάτι του ντόμινο, διαλύθηκε το οικοδόμημα και ο μαύρος δράκος ξεκουμπίστηκε.

Ο μπλε δράκος ανέλαβε το ρόλο του Άη Γιώργη και όλοι κατ’ αρχήν λάτρεψαν και προσκύνησαν γονυπετείς.

Ο μπλε δράκος ήταν τώρα πιο ανοιχτός… Ανοιχτός στο χρώμα βέβαια, πού αλλού; Γαλάζιος. Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια και τόσες παγκόσμιες αλλαγές, δεν βασάνιζε, δεν εξόριζε, δεν εκτόπιζε, δεν ασκούσε ανοιχτή βία.
Περιθωριοποιούσε . Απέκλειε. Προωθούσε μόνο όσους λάτρευαν τον μπλε δράκο. Όσους ανήκαν στον μπλε δράκο, όσους ορκίζονταν πίστη στο όνομά του και στο έμβλημά του. Όσους δεν φυσούσαν τον πυρσό του να σβήσει.
Ο μπλε δράκος εδραιώθηκε με το νέο του πρόσωπο ,το εκσυγχρονιστικό, στη χώρα για χρόνους επτά.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως και ένας νέος δράκος άρχισε να εκτρέφεται.
Ο λαός κουράστηκε, βαρέθηκε, αγανάκτησε, να περιμένει να πέσουν λίγα ψίχουλα από το τραπέζι του μπλε δράκου και των συνδαιτυμόνων του και αποφάσισε: ΩΣ ΕΔΩ. ΦΤΑΝΕΙ! ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ θα εκθρέψει ένα δικό του δράκο.
Έναν δράκο που θα ανοίξει όλες τις κλειστές πόρτες και θα μοιράσει την πίτα δίκαια σε όλους.
Έτσι ένας ολοκαίνουργιος, λαμπερός σαν ήλιος, δράκος ξεπρόβαλε.
Ένας πράσινος, ελπιδοφόρος δράκος.

Πράγματι αυτός ήταν λεπτός, άφθαρτος, ευκίνητος και λαοπρόβλητος. Άνοιξε όλες τις φυλακές και έβγαλε έξω στην ελευθερία, όλους όσους χρόνια κοιτούσαν τη ζωή με λαίμαργα μάτια από την απομόνωση.
Νέους απ’ την επαρχία της χώρας αλλά κι απ’ τα προάστια, παιδιά ανθρώπων που πολέμησαν το μπλε δράκο, γυναίκες, που ως τότε ήταν του πατρός και του ανδρός τους, ηλικιωμένους που ως τότε, ήταν στα αζήτητα.
Επέτρεψε στους ανθρώπους της υπαίθρου να πάψουν να είναι ένα με τα υποζύγιά τους, και έδωσε μια σημαία στους άσημους, μικρούς, απαίδευτους αλλά παιδεμένους, στους εργάτες και τους υπαλλήλους, να νοιώσουν ότι αξίζουν να είναι σημαιοφόροι.
Ο πράσινος δράκος λατρεύτηκε σαν τον βασιλιά ήλιο. Και φώτισε τις ζωές των ανθρώπων σαν τον ήλιο. Και έλαμψε σαν τον ήλιο.
Τους πρώτους οκτώ χρόνους.
Μετά έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Όμως δεν γεννήθηκε.
Ο πράσινος δράκος άρχισε να μοιράζει φτερά στους ανθρώπους και να τους τάζει ότι θα πετάξουν σαν τον Δαίδαλο. Δεν θέλει φαντασία να καταλάβει κανείς πόσοι Ίκαροι προέκυψαν. Τότε ο δράκος άρχισε να χάνει τη λαμπρότητά του, θάμπωσε. Μπορεί και να σκούριασε, οξειδώθηκε.
Κάποιοι βάλθηκαν να τον γυαλίσουν. Να γίνει πάλι ολόλαμπρος ,φωτεινός και ζωογόνος για τη χώρα.
Όμως η γυαλάδα έπιανε μόνο την ουρά. Το κεφάλι. Το κεφάλι έπασχε. Είχε χοντρύνει, είχε πάθει υδροκεφαλισμό. Έτσι επηρεαζόταν όλο το σώμα. Όλο το πράσινο σώμα, παντού. Το καταπράσινο ελπιδοφόρο ζωντανό σώμα, είχε πνιγεί μέσα στα τετραπλά αυτοκίνητα ανά σπίτι, στα πολυτελή εξοχικά, στους πάσης φύσεως εργάτες για κάθε εξωτερική και εσωτερική δουλειά, στα επιδόματα και τις πιστωτικές κάρτες που άνοιγαν κάθε θεμιτή και αθέμιτη ευτυχία, κάθε παράδεισο αλλά και κάθε κολάσιμη ενέργεια.
Τότε έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Και πάλι δεν γεννήθηκε. Κακή σπορά, κακή χρονιά, κακή στιγμή, κακή συγκυρία, τι να πεις.
Το γεγονός είναι ότι ο πράσινος δράκος, άλλοτε σαν κένταυρος, άλλοτε σαν μανδαρίνος, μετέτρεψε τους πάντες σε ρινόκερους. Έπρεπε ή να είσαι ρινόκερος ή να βλέπεις παντού ρινόκερους .Πολλοί έγιναν ρινόκεροι. Πολλοί δεν τα κατάφεραν.
Και άλλοι αρνήθηκαν.
Είκοσι δύο χρόνους άντεξε συνολικά ο πράσινος δράκος και στα τελευταία του, εκεί στα λοίσθια, είχε κακά στερνά. Κι αυτός και η χώρα που τον λάτρεψε.
Και τότε όπως λέει ο λαός επειδή: «Καλά στερνά, όλα καλά, Κακά στερνά όλα κακά».
Έτσι ό, τι καλό έκανε, τα κακά στερνά, το διασκόρπισαν, το αμαύρωσαν, το έστειλαν στη λήθη ,στην μήνιν και στο ανάθεμα.

Κάποιες απόπειρες να κυβερνηθεί η χώρα συντελέστηκαν.
Τα αποτελέσματα τα μετρούν, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι. Οι ιστορικοί θα αποφανθούν πολύ αργότερα.

Και τότε εμφανίστηκε από την αγανάκτηση, τη διαμαρτυρία και την «δυναμική του τριγώνου των Βερμούδων» ένας νέος δράκος.

Ένας ροζέ δράκος.
Δεν ήταν κόκκινος, γιατί κόκκινος υπήρχε δράκος. Αλλά ήταν ένας δράκος με αγωνιστικό παρελθόν, όμως ήσυχος, ακίνδυνος, σιωπηλός, ιδιόρρυθμος στο παρόν, που είχε καπαρώσει το χρώμα και του ανήκε στο διηνεκές.
Ύστερα, κόκκινος δεν ήθελε να’ναι ο καινούργιος, γιατί το κόκκινο ζητάει αίμα και πόλεμο, μπορεί και έρωτα και άλλα άλικα και οργιώδη και κόκκινες φλόγες που βγαίνουν απ’ τα μάτια κι απ’ το στόμα και κατατρώνε ό, τι παλιό και σάπιο βρεθεί στο δρόμο τους. Αλλά κυρίως το κόκκινο, ζητάει σαφήνεια. Πολύ συγκεκριμένα και πολύ έντονα πράγματα.
Ενώ εδώ είχαμε έναν δράκο βουτηγμένο στη ροζέ , ομιχλώδη και ασαφή ατμόσφαιρα του αγανακτισμένου. Με πράσινα δρακόφτερα/ παγωνόφτερα στην ουρά του και κόκκινες ανταύγειες στο κεφάλι και βαθιές γαλαζωπές αποχρώσεις, από μπλε ψαρίσιο δράκο ,σε μορφή σούσι, για να μην αναγνωρίζεται εύκολα.

Κι ο λαός του Διονύσιου Σολωμού, αυτός ο λαός, ήθελε έναν νέο δράκο και πίστεψε σε αυτόν. Στον ροζέ δράκο που τράφηκε από την αγανάκτηση, από την έλλειψη, από τη στέρηση απ’την ανέχεια, από την ανάγκη για φτερά.
Και έμεινε ο ροζέ δράκος χρόνους… κανείς δεν ξέρει πόσους

Στη χώρα οι συνθήκες πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Οι οικονομικοί δείκτες περιγράφουν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, ανθρωπιστικό, διεθνές προφίλ της χώρας.
Συνακόλουθα το κοινωνικό κράτος υποχώρησε ολοσχερώς και οι υψηλές φορολογίες ολοκλήρωσαν την εικόνα της κρίσης.
Η νεολαία άρχισε να μεταναστεύει.
Στην αρχή διερευνητικά, μετά πιο αποφασιστικά και τελικά με μαζικούς ρυθμούς και αριθμούς οι πόλεις, τα χωριά, οι πρωτεύουσες και η πρωτεύουσα της χώρας άδειασαν.
Η σύνθεση του πληθυσμού είχε από χρόνια μια πτωτική πορεία, αλλά τώρα πια ραγδαία, μετακύλησε σταθερά σε μια χώρα ηλικιωμένων, συνταξιούχων και ανήμπορων ανθρώπων.
Η σύνθεση του πληθυσμού επηρέασε περαιτέρω επί το αρνητικότερο ,την πολιτική κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας.
Η χώρα μαστίζεται από ύφεση, εγκατάλειψη, πολυποίκιλη αποσάθρωση, μελαγχολία και κατάθλιψη.
Η νεολαία δεν πήρε μαζί της μόνο την παραγωγική και επιστημονική επάρκεια και συνέχεια της χώρας ,αλλά και την διάθεση και την δυνατότητα των υπολοίπων πολιτών, για οποιαδήποτε δυναμική έστω και καθημερινή δραστηριότητα.
Απλές γραφειοκρατικές ενέργειες, όπως η κατάθεση της φορολογικής δήλωσης, η απόκτηση κάποιου δικαιολογητικού ώστε να συμμετέχει κάποιος σε μικρές πενιχρές παροχές, ή η εκ νέου συγκέντρωση δικαιολογητικών για την παροχή σύνταξης κλπ, καθυστερούν χρονικά, αδικαιολόγητα, και οδηγούν σε παραπέρα μαρασμό της κοινωνικής οργάνωσης των πολιτών.
Η αναγκαιότητα να χρησιμοποιηθεί από τους ηλικιωμένους η ηλεκτρονική διαδικασία, συμμετοχής, κατάθεσης, ταχυδρομείου ,πληρωμών κλπ., είναι δύσκολη έως αδύνατη και η απαιτούμενη ανάγκη να χρησιμοποιηθεί κάποιος επαγγελματίας, που θα πρέπει να αμειφθεί, πχ, λογιστής, φοροτεχνικός κλπ, καθιστά την όλη διαδικασία απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Η λειτουργία μικροσυσκευών στο σπίτι, που απαιτούν, κάποιες γνώσεις, ή πληροφορίες γύρω από τις νέες τεχνολογίες και τη χρήση τους, (κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές, αποκωδικοποιητές τηλεοράσεων κλπ), ελλείψει των νεαρών μελών της οικογένειας, που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει ή θα αποκτούσαν, εύκολα και γρήγορα, εξοικείωση με αυτόν τον τομέα, οδηγούν τους μεσήλικες στην παραίτηση της χρήσης τους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ξαναγυρίζουν σε παραδοσιακές πρακτικές, οι οποίες είναι χρονοβόρες, μη αποτελεσματικές αλλά κυρίως μη συμβατές και αποδεκτές από την πολιτεία και τους μηχανισμούς της, οι οποίοι είχαν εν μέρει προ της κρίσης, εγκατασταθεί και με τους οποίους συνεχίζει να λειτουργεί , αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της σε διεθνή και άλλα επίπεδα.
Οι διάφορες λειτουργίες της κοινωνικής οργάνωσης, (συγκοινωνίες, ηλεκτρονικά εισιτήρια, ηλεκτρονικές κάρτες, κάρτες τράπεζας, ερωτηματολόγια παντός τύπου και διαδικασίες που απαιτούν κάποιο βαθμό σύγχρονης εκπαίδευση, αντίληψης ή εξοικείωσης, είναι δυσλειτουργικές για τον μεσήλικο και υπερήλικο πληθυσμό και όλα δυσπραγούν, δυσλειτουργούν και επαυξάνουν την κοινωνική αποσύνθεση.
Η δυσθυμία, η αναποτελεσματικότητα και η αδυναμία του πληθυσμού συνεχώς διογκώνεται.

Οι οικογένειες απαρτίζονται από δύο ή ένα μεσήλικο/υπερήλικο άτομο.
Η ψυχολογική τους κατάσταση είναι επιβαρυμένη.
Δεν υπάρχει ενθουσιασμός, όνειρα, σχέδια για το μέλλον. Δεν υπάρχει ανανέωση των ενδιαφερόντων, δεν υπάρχει δημιουργία νέων οικογενειών. Δεν υπάρχει η ζωογόνα αλληλεπίδραση των γενεών και δεν επιτυγχάνεται το ξανάνιωμα των ανθρώπων τρίτης ηλικίας με την επαφή τους με τα εγγόνια.
Δεν υπάρχει συχνή επικοινωνία με τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει δυνατότητα εύκολης μετακίνησης προς αυτά, ούτε οικονομικές δυνατότητες, ούτε εμπειρία ταξιδιών, ούτε ανάλογη αντοχή και υγεία.
Δεν γίνονται επισκευές στα σπίτια και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία.
Δεν υπάρχουν οικονομικές συναλλαγές. Χρήμα δεν αποστέλλεται ούτε προς τους γονείς ούτε βέβαια από τους γονείς.
Η αποξένωση είναι δυναμικά παρούσα: Στο τοπίο, στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στη χώρα.
Η συρρίκνωση είναι παρούσα και στις κοινωνικές δομές.
Σχολεία χωρίς παιδιά κλείνουν.
Υπηρεσίες χωρίς εξυπηρετούμενους πολίτες μεταφέρονται και ενοποιούνται.
Σπίτια ερειπώνουν.
Χωράφια και εκτάσεις ερημώνονται.
Καταστήματα κλείνουν.
Αυτοκίνητα ακινητοποιούνται
Συγκοινωνίες συρρικνώνονται.

ΟΙ άνθρωποι αρχίζουν να επικοινωνούν λιγότερο.
Ο έρωτας απουσιάζει.
Μια νέα «επιδημία» εμφανίζεται. Οι άνθρωποι παύουν να επιθυμούν και να επιδιώκουν να μακρύνουν την διάρκεια ζωής τους.
«Η εποχή των παγετώνων της κοινωνίας» έχει αρχίσει και επεκτείνεται.
Οι άνθρωποι στην αρχή χαίρονται, γιατί τα παιδιά τους θα έχουν μια καλύτερη ζωή και δεν θα τα αγγίξει η κρίση της γενέτειρας χώρας τους.
Όσοι είναι ακόμα νέοι, είναι ακόμα σε κατάσταση να σχεδιάζουν, να ταξιδεύουν, να κάνουν πράγματα που τους ευχαριστούν, να κινούνται και να «κινούνται» γενικώς, πιστεύουν ότι όλη αυτή η μετακίνηση του νεαρού πληθυσμού , δεν θα τους αγγίξει δυσάρεστα, ούτε θα παίξει ρόλο στη ζωή τους.
Τα χρόνια όμως περνούν, το νέο αίμα δεν υπάρχει για να τροφοδοτεί τον παλμό της χώρας και όσο έμεινε πίσω ,μαραζώνει.
Οι παλιοί δράκοι, προσπαθούν, να εκσυγχρονιστούν; Να αναπαλαιωθούν; Να ανακαινιστούν;
Χωρίς πειστικά αποτελέσματα.
«Παλιός δράκος ,καινούργια περπατησιά;»
Κανείς νέος δράκος δεν έχει γεννηθεί για να κυβερνήσει διαφορετικά.
Αλλά και κανείς άνθρωπος .
Κανένας άνθρωπος.

Εμφανίζεται ένας εμπορικός αντιπρόσωπος ο οποίος πουλάει ρομπότ.
Τα ρομπότ είναι εισαγόμενα και έχουν σήμα τους έναν Κίτρινο δράκο.
Το ρομπότ έχει ύψος περίπου εξήντα πόντους. Έχει περιορισμένη ανθρωπόμορφη εμφάνιση. Θυμίζει μικρές στρογγυλές σόμπες υγραερίου. Οι είκοσι τελευταίοι πόντοι, μετρώντας από το δάπεδο, είναι ένα στρογγυλό τύπου κεφάλι, με μάτια, δυο φωτάκια που όταν το ρομπότ, δέχεται μια εντολή, δηλαδή «ακούει», και είναι «σε στάση», είναι κόκκινα, όταν αρχίζει να εκτελεί την εντολή, γίνονται πράσινα.
Δεν διαθέτει πόδια αλλά ροδάκια. Κινείται εύκολα αλλά όχι εξαιρετικά γρήγορα.
Δίνει την εντύπωση μιας εύχρηστης, εύκολα ελεγχόμενης συσκευής, φιλικά προσκείμενης στον άνθρωπο.
Δεν έχει δυνατούς θορύβους, ούτε δυνατά φώτα, ούτε μεγάλες ταχύτητες, ούτε πολλά και σύνθετα κουμπιά λειτουργίας.
Είναι σχετικά φθηνή η αγορά του. Λειτουργεί με ηλεκτρισμό.
Ο πρώτος που το απέκτησε, είναι ένας μεσήλικας, συνταξιούχος πιλότος, ο οποίος μένει σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας, η οποία έχει σχεδόν εκατό τοις εκατό μετανάστευση των νέων.
Ένα βράδυ έφερε μαζί του το ρομπότ και το έβαλε σε λειτουργία στο καφενείο ,που είναι το μόνο κατάστημα που ανοίγει συστηματικά.
Ο κίτρινος δράκος μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ανθρώπων.
Ο πιλότος εξήγησε σε όλους ότι η χρησιμοποίηση του ρομπότ είναι δοκιμαστική, χωρίς την υποχρέωση πληρωμής. Τους πληροφόρησε ότι τα συγκεκριμένα ρομπότ κατασκευάστηκαν στην Κίνα. Λέγονται «Παλληκάρια» και σχεδιάστηκαν ειδικά για να βοηθούν ανθρώπους και οικογένειες σε κοινωνίες που οι νέοι τους μετανάστευσαν και δυσκολεύονται να ζήσουν στη σύγχρονη ζωή μόνοι τους.
Ο αντιπρόσωπος είναι κάποιος που τα εισάγει από την Κίνα. Του είπε ότι έχουν δοκιμαστεί και σε άλλες χώρες και έχουν βοηθήσει πολύ τους ανθρώπους. Ο αντιπρόσωπος μένει σε ένα ξενοδοχείο στην περιοχή τους. Εκείνος τον πλησίασε στην πλατεία χθες και του ζήτησε να συζητήσουν.
Ο πιλότος έχει δύο γιούς που λείπουν εδώ και πέντε χρόνια και οι πιθανότητες να γυρίσουν στη χώρα τους, είναι μηδαμινές. Ο ίδιος έχει και μια ελαφρά αναπηρία στο ένα πόδι και ζει αρκετά δύσκολα με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του.
Μετά από τις πληροφορίες που πήρε από τον αντιπρόσωπο, δέχθηκε να κρατήσει το ρομπότ για ένα μήνα δοκιμαστικά και να ενημερώσει τους συμπολίτες του για την λειτουργία του, τη χρησιμότητά του και σε περίπτωση ενδιαφέροντος, την ακόλουθη παραγγελία ρομπότ.
Η διαδικασία είναι ασφαλής, δωρεάν και διαφημιστική. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το αγοράσει, αν διαπιστώσει ότι δεν τον εξυπηρετεί.
Ο αντιπρόσωπος του εξήγησε αναλυτικά τις δυνατότητες του ρομπότ και αυτός μεταβιβάζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες στους συγχωριανούς του, που τον παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ρομπότ, μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με έγγραφα, συνταγές, πιστοποιητικά, λογαριασμούς, φορολογικές δηλώσεις, απαλλαγές, βιβλιάρια ασθενείας, φάρμακα, αναλήψεις ή καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει μέσω σκαιπ ή άλλου συστήματος με άτομα στο εξωτερικό ή το εσωτερικό, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις σύνθετες ενέργειες, μόνο με φωνητική εντολή σου. Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει με γιατρό, νοσοκομείο ,κλπ, και να κλείσει ραντεβού για εξετάσεις με όποιον χρειάζεσαι.
Τα στοιχεία που του «πέρασε» ο αντιπρόσωπος, τα έδωσε ο πιλότος οικειοθελώς, αφού ο αντιπρόσωπος τον διαβεβαίωσε ότι σε πρώτη φάση, θα του δώσει μόνο κάποια ανώδυνα, όπως ονόματα γιατρών, δικηγόρων ,λογιστών κλπ και όταν το ρομπότ γίνει δικό του, θα περαστούν και άλλα στοιχεία πιο προσωπικά και απόρρητα. Τότε θα υπογραφεί συμφωνία ότι τα στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα και δεν θα διαρρεύσουν προς καμία κατεύθυνση.
Οι συμπολίτες άκουγαν σκεπτικοί. Στην συζήτηση για τους γιατρούς, τις επείγουσες καταστάσεις και τα ραντεβού στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες και ζήτησαν να γίνει ένα ραντεβού εκεί μπροστά τους για να δουν.
Το ρομπότ περίμενε υπομονετικά στην πρίζα και όταν ο πιλότος είπε ότι δεν γίνεται αυτό, διότι είναι βράδυ και δεν κλείνονται ραντεβού, υπήρξε από τους ανθρώπους απογοήτευση.
Κανένας όμως δεν έφυγε παρότι η ώρα περνούσε.
Τότε ο πιλότος είπε, ότι ο αντιπρόσωπος μέσω του ρομπότ, πήρε τον γιό του στην Αυστραλία τηλέφωνο, εύκολα και γρήγορα και τότε η κουβέντα και το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε.
Εκείνο το βράδυ όλοι έφυγαν σκεπτικοί.
Ο πιλότος, από εκείνη την ημέρα και για ένα μήνα, έγινε το σημαίνον πρόσωπο της πόλης.
Και το ρομπότ βέβαια. Το κοίταξαν, το ψαχούλεψαν το άκουσαν, πάτησαν το κουμπί έναρξης και είδαν το μπροστινό του μέρος να ανοίγει σαν τα ατομικά τραπεζάκια στα αεροπλάνα και να βγαίνει ένα λαπ τοπ το οποίο λειτουργούσε αυτόματα, χωρίς να ανακατεύεται καθόλου ο πιλότος, μόνο με μια εντολή, μονολεκτικά κάθε φορά.
«ΔΕΗ» έλεγε ο πιλότος και μετά: «ΠΛΗΡΩΜΗ» και αμέσως ο υπολογιστής έμπαινε στο λογαριασμό του και μετέφερε το ποσόν που του διάβαζε ο πιλότος, στο λογαριασμό της ΔΕΗ. Οι λειτουργίες ήταν απλές και εύκολες, οι άνθρωποι ένοιωθαν σαν να συνεργάζονταν με έναν άνθρωπο και έκαναν τις δουλειές τους.
Όλο το χωριό τις επόμενες μέρες πέρασε από το σπίτι του. Όλες τις ώρες της ημέρας. Παρακολούθησαν λογαριασμούς να πληρώνονται, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το σπίτι του ο πιλότος, κλείστηκαν, ραντεβού για νοσοκομεία και εξετάσεις, κατατέθηκαν φορολογικές δηλώσεις και μίλησε και με τα δυό του αγόρια στην Αυστραλία.
Οι λειτουργίες όμως του ρομπότ ήταν για ένα άτομο. Ο κωδικός ήταν ένας, και τα προσωπικά δεδομένα ατομικά. Το λογισμικό του ήταν προορισμένο να «σηκώσει» τη ζωή, το πολύ, ενός ζευγαριού .
Μετά από ένα μήνα, όχι μόνο είχαν πειστεί αρκετοί, άλλα συζητούσαν πώς θα πείσουν και άλλους. Το ρομπότ με τα φωτάκια του ήταν και μια παρέα, ένας φύλακας στις κρύες μοναχικές νύχτες του χειμώνα.
Ο αντιπρόσωπος ήλθε έγινε μεγάλη συγκέντρωση στο καφενείο και μετά από πολλές ερωτήσεις και απαντήσεις, οι παραγγελίες έπεσαν βροχή.
Σιγά σιγά σε όλη την κωμόπολη, είχε πειστεί και ο πιο δύσπιστος.
Σε λίγο το κάθε σπίτι διέθετε το δικό του ρομπότ.
Σε δύο χρόνια περίπου, τα ρομπότ είχαν γίνει μέρος του εξοπλισμού όλων των σπιτιών της Βόρειας Ελλάδας και κατέβαιναν προς τις νότιες περιοχές.
Ο αντιπρόσωπος πήγαινε ο ίδιος στην Κίνα και έφερνε τις παραγγελίες. Βλάβες δεν παρουσίασε κανένα, ούτε κανένα άλλο πρόβλημα.
Η ζωή των ανθρώπων δεν είχε αλλάξει σημαντικά, αλλά είχε κάπως βελτιωθεί στις διάφορες διαδικασίες και ενέργειες που έπρεπε να γίνουν.
Σιγά σιγά τα ρομπότ συνηθίστηκαν όπως οι κουζίνες ή τα τηλέφωνα και κανείς δεν μιλούσε πια για αυτά. Έγιναν μέρος του σπιτιού και της ζωής των ανθρώπων.
Ο κίτρινος δράκος ήταν παντού. Φιλικός, εξυπηρετικός, ανέξοδος, εύκολος σύμμαχος και χωρίς να δημιουργεί προβλήματα για τους κατόχους του.
Όταν έρχονταν καμιά φορά τα παιδιά κάποιου από το εξωτερικό, το ρομπότ, έβγαινε από την πρίζα και πήγαινε σε καμιά αποθήκη ή καμιά ντουλάπα και αμέσως οι σχέσεις γονιών με τα παιδιά τους επανέρχονταν εκεί που ήταν πριν από 2,4,ή 7 χρόνια.

Σε τρία χρόνια, ο αντιπρόσωπος εμφανίστηκε και τους είπε ότι θα πρέπει να κάνει αναβάθμιση. «Σέρβις», τους εξήγησε και όλοι δέχθηκαν χωρίς πρόβλημα. αποφάνθηκαν οι περισσότεροι. Το κόστος ήταν ελάχιστο και όλοι μπήκαν στην σειρά, για σέρβις.
Όταν ο αντιπρόσωπος έφυγε, τα ρομπότ, είχαν αντικατασταθεί από άλλα, ψηλότερα που μιλούσαν!!
Το ύψος τους τώρα ήταν περίπου ενάμιση μέτρο!
Ο κίτρινος δράκος ήταν τώρα χρυσός και μεγαλύτερος. Κυριαρχούσε στην πλάτη του ρομπότ. Νέα μοντέλα τους εξήγησε ο αντιπρόσωπος.
Τα ρομπότ έπαψαν να θυμίζουν στρογγυλές σόμπες υγραερίου και έμοιαζαν σαν έναν μικρό ανθρωπάκο!
Μιλούσαν με χαμηλή φιλική φωνή. Αρκεί να πατούσες ένα κουμπί και να έλεγες: «ΣΥΖΉΤΗΣΗ»
Τότε τα μάτια του άλλαζαν χρώμα και γίνονταν γαλάζια. Επιπλέον ένα κόκκινο φωτάκι άναβε στην περιοχή του στόματος.
Τότε έπρεπε να πεις: «ΠΡΟΒΛΗΜΑ» και να αρχίσεις να μιλάς με λίγες λέξεις για το πρόβλημά σου.
Π.χ έπρεπε να πεις: «Πρέπει να κάνω εγχείριση στο γόνατο, αλλά φοβάμαι»
Τότε το ρομπότ, άνοιγε τον υπολογιστή, έψαχνε σε διάφορες σελίδες και σου έλεγε απλά και κατανοητά, τι θα πάθαινες αν δεν έκανες εγχείριση και τι περίπου, ήταν μια τέτοια εγχείριση.
Επίσης μπορούσε σαν πεις: «πρόβλημα» και να αρχίσεις να περιγράφεις ένα πρόβλημα σχετικό με μια απόφαση οικονομική που πρέπει να πάρεις.
Π.χ. «Δεν μπορώ πια να δουλεύω, στην περιουσία μου Πώς να έχω εισόδημα;»
Στα τέσσερα χρόνια, ο πρώτος κάτοικος στο χωριό, πούλησε μια μεγάλη έκταση σε κάποιον ξένο αγοραστή.
Με τα χρήματα άρχισε να ζει πιο άνετα. Στην έκταση εμφανίστηκαν πολλά πανομοιότυπα σπίτια. Ένας οικισμός ξεπήδησε και σε λίγο εμφανίστηκαν οι κάτοικοί του. Ήταν κινέζοι. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν γιατροί, άλλοι οδοντίατροι, άλλοι μηχανικοί, άλλοι λογιστές. Γρήγορα άρχισε να αλλάζει το τοπίο. Καταστήματα και εργοστάσιο άνοιξαν.
Οι άνθρωποι του τόπου συνέχισαν να πουλούν εκτάσεις ακαλλιέργητες και αφημένες στην τύχη τους. Σιγά σιγά γερνούσαν και με τα χρήματα από τις πωλήσεις τους, των χωραφιών τους, πλήρωναν και τους φρόντιζαν. Τα χρόνια περνούσαν, σιγά σιγά πέθαιναν και η περιοχή άλλαζε χέρια.
Άλλαζε και φυσιογνωμία, γλώσσα και ύφος. Σε είκοσι χρόνια, ολόκληρη η χώρα σχεδόν ήταν κινεζική. Με νομιμότητα και χωρίς καμία πράξη επιβολής . Όλη την δουλειά την ολοκλήρωσαν τα ρομπότ. Η Κίνα επεκτεινόταν χωρίς να ανοίξει μύτη και χωρίς να ξεκινήσει κανένας πόλεμος.
Οι χώρες του νότου η μια μετά την άλλη κινεζοποιήθηκαν και σε εξήντα χρόνια, η Κίνα , ήταν η πρώτη δύναμη στον κόσμο, σε πληθυσμό, σε πλούτο, σε τεχνολογία, σε έκταση και σε παραγωγή.
Ήταν η εποχή του χρυσού δράκου.
Κανείς δεν ξέρει πόσο κράτησε.
Νομίζω ότι κρατάει ακόμα και επεκτείνεται…

Advertisements

Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Καλλιέργειες και σκέψεις γενικώς

Πέρα ως πέρα ο κάμπος που απλώνεται μπροστά,

ως εκεί που φτάνει το μάτι, είναι δικός μας.

Αγροτεμάχια, όμορφα χωρισμένα με αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Όλα γόνιμα. Καταπράσινα. Άλλα σπαρμένα. Άλλα φυτεμένα.

Σε άλλα χαμηλή πυκνή βλάστηση. Σε άλλα  ψηλά αναρριχόμενα φυτά, στηριγμένα προσεχτικά σε καλάμια.

Σε άλλα  δέντρα, μεγάλα πια. Άλλα με ανθό κι άλλα με καρπό, δεμένο.

Όλα καταπράσινα. Φροντισμένα.

Η περιουσία μας.

Είναι τα λάθη μας. Οι ολιγωρίες μας. Οι ανασφάλειές μας. Οι αδυναμίες μας. Οι λανθασμένες επιλογές μας.

Το κάθε αγροτεμάχιο έχει και άλλη σπορά, άλλη ποικιλία, άλλα φυτά.

Κάμποσα είναι ετήσια. Τα ανανεώνουμε  κάθε χρόνο. Άλλα έχουν μικρότερο κύκλο ζωής, παίρνουμε  τους καρπούς,  ξεκουραζόμαστε  λίγο  και μετά σπέρνουμε ευθύς καινούρια φυτά.

Άλλα έχουν βολβούς και ζεσταίνονται για πολύ καιρό στο σκοτάδι και στη σιωπή, μέχρι να δώσουν εμφανές αποτέλεσμα.

Κι άλλα, δέντρα έχουν γίνει  ολόκληρα. Μεγαλώνουν αγέρωχα κι αλαζονικά και δεν μας κοιτάζουν καν.

Αφού μπήκες στον κόπο να  τα φυτέψεις  και τα περιποιήθηκες μέχρι να θεριέψουν, θέλουν κόπο πολύ για να  τα ξεριζώσεις, και το ξέρουν, γι αυτό σε αγνοούν.

Όλα ποτίζονται επιμελώς και συχνάκις.

Εκεί στις άκρες, πολύ πολύ μακριά, είναι μερικά  κομμάτια γης με κιτρινισμένα και ξερά φυτά. Είναι αυτά τα ξεχασμένα από χρόνια.

Εύκολα βέβαια μπορεί να λαμπαδιάσουν, (άλλος κίνδυνος κι αυτός), γι αυτό  πρέπει να έχεις το νου σου. Να  τα εξετάζεις κάθε φορά και να τα κρατάς βρεγμένα και ακίνδυνα.

Το κάθε τεμάχιο έχει τη δική του σπορά και σοδειά.

Άλλα τα λάθη του γονιού, άλλα τα λάθη του συντρόφου, άλλα τα λάθη του αδελφού κι άλλα  του φίλου, του γείτονα, του πολίτη, άλλα τα λάθη που έκανες ως παιδί,ή ως έφηβος. (Αυτά είναι τα ξερά, τα κιτρινισμένα)Άλλα τα λάθη του ανθρώπου που πίστεψε ή που επένδυσε σε κάτι, ή σε πολλά. Κι άλλα τα λάθη αυτού που δεν πίστεψε σε τίποτα.Άλλα τα λάθη του αποστολέα κι άλλα του παραλήπτη. Άλλα τα λάθη της σύνεσης που υιοθετήσαμε  κι άλλα του χάους που κουβαλήσαμε μέσα μας.Άλλα τα λάθη του σκοτεινού κι άλλα του ολόφωτου εκτεθειμένου εαυτού μας.

Αγναντεύουμε από μακριά κι αναλογιζόμαστε  σιωπηλά  την περιουσία μας.

Κάποιες νύχτες με πανσέληνο, άυπνες,  κατεβαίνουμε και τριγυρίζουμε μυστικά, ανάμεσα σε όσα φυτέψαμε κι όσα καλλιεργήσαμε.

Στην περιουσία μας.

Ένα μεταξωτό μαντήλι του λαιμού, πιασμένο στο αγκαθωτό, μαρτυράει τις επισκέψεις αυτές και μια ζώνη πιασμένη ψηλά, σε ένα κατάφορτο κλαδί αμυγδαλιάς, αποδείχνει πώς δοκιμάζουμε  ακόμα τους καρπούς των φυτεμένων μας.

Κάποια από αυτά τα αγροτεμάχια  είναι κληρονομημένα  κι άλλα θα αποδοθούν στους κληρονόμους μας.

Άλλα δίκαια κι άλλα άδικα μοιρασμένα. Άλλα εξ αδιαιρέτου, έτσι που να μην μπορούν να απαλλαγούν και να μη γλυτώσει κανείς.

Ούτε εκκαθαρίσεις ,ούτε βελτιώσεις. Άκαιροι  καιροί για παντός είδους εσωτερικές βελτιώσεις .

Σκέψεις  άλλες δεν κάνουμε.

Μια σκέψη μας βασανίζει μόνο σ’ αυτούς τους καιρούς: Θα πρέπει να τα δηλώσουμε όλα αυτά στο Ε9;

Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Η αποξένωση.

Παρακολουθείς την ταινία “Time out of mind”.

Ελληνικός τίτλος: «Η αποξένωση»

Μια ταινία σιγανή, χαμηλόφωνη, αργόσυρτη. Κυλάει στην οθόνη σου, σαν ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος πέταξε κάτω και ο αέρας το πάει από δω κι από κει…

Συνεχώς είσαι σε μια κατάσταση αναμονής, περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει αυτή η μουρμουριστή, ανεπαίσθητη,  εσωτερική/εξωτερική καταγραφή και θα αρχίσει η ταινία! Νομίζεις ότι παρακολουθείς ένα πρόλογο !

Κάποιες στιγμές, νομίζεις ότι έχει πρόβλημα ο ήχος της δικής σου συσκευής … και δοκιμάζεις να αυξήσεις την ένταση.

Αργείς να μπεις στο κλίμα. Δεν έχεις διαβάσει τι πρόκειται να δεις και δεν είσαι προετοιμασμένος. Δεν είσαι σε αίθουσα κινηματογράφου που συντονίζεσαι με τις ανάσες των άλλων θεατών, που παίρνεις  «το βήμα» και «ζυγίζεσαι» σε μια  «ομαδική οπτική», με αυστηρά προσωπική όμως αποδοχή μηνυμάτων.

Παρακολουθείς λοιπόν με ανάμεικτα αισθήματα και δεν ξέρεις τι σου φταίει. Δεν μπορείς να βυθιστείς και να ταυτιστείς. Γιατί ο άστεγος είναι άστεγος. Τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο. Είναι κάτι που δεν έχεις υπάρξει και δεν έχεις ούτε καν κάποια έμμεση εμπειρία, κάποια  προσέγγιση από φίλο ή συγγενή, για να ανασύρεις.

Δεν ξέρεις τι είναι αυτό που σε πονάει καθώς η ταινία συνεχίζει να σέρνεται , στην οθόνη σου, αλλάζοντας συνεχώς κατευθύνσεις και καταλήγοντας πάντα σε αδιέξοδο. Δεν ξεκολλάς όμως καθόλου, ούτε για νερό, ούτε για τουαλέτα, ούτε για το ψυγείο.

Είσαι εκεί κολλημένος στην οθόνη σου και παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον μια ταινία που δεν έχει ανατροπές/δράση/ταχύτητα/διαλόγους/εμφανή ένταση. Παρακολουθείς κατά πόδας αυτό το σκουλήκι που σέρνεται στην οθόνη σου και κατατρώει τα πάντα.

Την παρακολουθείς ως το τέλος.

Εκεί όταν οι τίτλοι πέφτουν, δεν σηκώνεσαι από τη θέση σου, μένεις έκπληκτος γιατί σιγά σιγά διαπιστώνεις μέσα σου, ανομολόγητα, Τι είδες εσύ, σε αυτήν την ταινία!

Τι έβλεπες τόση ώρα. Γιατί παρακολουθούσες χωρίς να κουνηθείς, κάτι τόσο άγνωστο και μακρινό, κάτι που δεν έχει συμβεί και πιστεύεις ότι δεν θα σου συμβεί. Κάτι  που δεν βλέπεις ούτε στον  χειρότερο εφιάλτη σου.

Έβλεπες τον εαυτό σου.

Τον εαυτό σου και μαζί πολλούς, άλλους, «Πολιτικά Άστεγους».

Αυτό  δεν είναι ύβρις και ειρωνεία για τους πραγματικά άστεγους.

Η τραγικότητα της πραγματικότητας δεν αναιρείται με όσες προβολές κι αν κάνει κάποιος. Απλώς ο καθένας βλέπει σε μια ταινία, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, ένα ποίημα, σε ένα έργο κάτι άλλο.

Δεν με αφορούν οι επαγγελματίες πολιτικοί ή «οι περί την πολιτικήν ασχολούμενοι» οι οποίοι περιφέρονται από πολιτικό χώρο σε πολιτικό  χώρο/κόμμα/παράταξη/συνασπισμό κομμάτων κλπ., για κάποιο χρονικό διάστημα, κάνουν διάφορες δηλώσεις, δίνουν συνεντεύξεις, πολλοί εκλέγονται και μετά αποχωρούν, εξηγούν πάλι τους λόγους της αποχώρησής τους και συνεχίζουν για νέες δημοσιότητες.

Αναφέρομαι στους πολλούς αξιόλογους ανθρώπους οι οποίοι εδώ και πολλά χρόνια ουσιαστικά είναι Πολιτικά Άστεγοι.

Είναι αυτοί που έχουν φύγει, « …τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι…»

Γι αυτό, αυτός ο πόνος σε όλη την διάρκεια της ταινίας.

Έβλεπα ανθρώπους που έζησαν μια ζωή, που έκαναν λάθη, που εθίστηκαν σε πολλά και κάποια στιγμή, βρέθηκαν «χωρίς στέγη» χωρίς έναν πολιτικό φορέα, στον οποίο να νοιώθουν ότι ανήκουν, με την έννοια ότι εκφράζονται μέσα από τις θέσεις του και τις πολιτικές πράξεις του, ως πολίτες.  Ότι νοιώθουν ασφαλείς και σωστοί  μέσα σε αυτόν. Βρέθηκαν άστεγοι και έγιναν ανύπαρκτοι. Δεν μπορούν να νοιώσουν ότι ανήκουν πουθενά. Έπαψαν να εκφράζονται, να συμμετέχουν, να αγωνίζονται, να έχουν διάθεση και σθένος για τα κοινά. Η ζωή συνεχίζεται και κυλάει  χωρίς να τους περιλαμβάνει. Μιλούν χαμηλόφωνα, δεν ελπίζουν, δεν πιστεύουν, δεν περιμένουν. Δοκιμάζουν δειλά να πιστέψουν σιωπηλά κάπου,  αλλά οι συνθήκες είναι διαφορετικές από αυτές που αντέχουν. Στους φορείς που θα ήθελαν να  συμμετέχουν/περιληφθούν/εκφραστούν,  το πολιτικό παιχνίδι παίζεται, με όρους που έχουν προαποφασιστεί εδώ και δεκαετίες , αφορούν πάντα τους αρχηγούς  και τους επικεφαλής  κι όχι τους συμμετέχοντες. Και δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον να αλλάξουν  οι συνθήκες σε βάθος.

Οι πολιτικά άστεγοι, είναι απομονωμένοι στην απογοήτευσή τους,  και στις προσωπικές τους διεξόδους . Είναι χαμένοι, στις σκέψεις τους, στο παρόν που είναι όλο και πιο δύσκολο και αβάσταχτο και στο μέλλον που δεν διαφαίνεται, που δεν έρχεται. Εκτονώνονται  στο διαδίκτυο ενώ στην πραγματική ζωή, το σύστημα, τους  καταργεί ως άτομα/οντότητες/πολίτες/ και τους μαζοποιεί σε ομάδες: απογοητευμένων, δυσαρεστημένων, διαμαρτυρημένων ή απλώς αναποφάσιστων.

Οι πολιτικά άστεγοι,  είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, απαιτητικοί και νοήμονες, νοιώθουν ότι η ζωή  κυλάει ερήμην τους και οι επιλογές  λαμβάνονται και αφορούν την ύπαρξή τους με τους ίδιους  απόντες και  τις ανάγκες τους,- οικονομικές, μορφωτικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, οικολογικές , αναπτυξιακές,- ουσιαστικά  αγνοημένες. Τριγυρίζουν,  μιλώντας στον εαυτό τους και παρακολουθούν αμέτοχοι και μη ικανοί να παρέμβουν στη ζωή της χώρας τους, σιγά σιγά αποθαρρυνόμενο και απομακρυσμένοι, απλώς μεγαλώνοντας.

Οι πολιτικά άστεγοι, περιμένουν, αναζητούν, προσδοκούν, επιδιώκουν, ζητούν  και δείχνουν με κάθε τρόπο, ότι θέλουν μια πολιτική στέγη η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Τα πολιτικά κόμματα ακόμα παίζουν τον ίδιο παλιό σκοπό και ουδόλως βλέπουν τι πραγματικά συμβαίνει στην κοινωνία.

Κι αν στην τελευταία σκηνή της ταινίας αχνοφαίνεται ή υπονοείται μια λύση για την αποξένωση, εδώ δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται με πάντα πολλαπλάσιες και σκοτεινές συνέπειες για όλους.

Αχ Ελλάδα, σ’αγαπώ;

Φέτος όλα είναι κάπως. Θα μου πείτε όλα, πάντοτε κάπως ήταν. Πάντα κάτι συνέβαινε, πάντα κάτι συμβαίνει.. Κάτι δύσκολο κάτι βαρύ, που προσπαθείς να το χειριστείς και να μη σε «πάρει από κάτω» να μη σε ισοπεδώσει, να μη σε αφανίσει. Κάτι καινούριο και άγνωστο που προσπαθείς, να το χειριστείς για «να το φέρεις στα μέτρα σου», να το μάθεις. Κάτι πιο μεγάλο, πιο «προχωρημένο» απ’ τη μέχρι τώρα ζωή σου, που πρέπει να το χειριστείς, να το εντάξεις , να το υποτάξεις, ώστε να κυριαρχήσεις πάλι και να μπορέσεις να συνεχίσεις.
Όσα χρόνια πίσω κι αν γυρίσεις και σκεφτείς, θα δεις ότι πάντα έτσι ήταν.
Πάντα συμβαίνει η ζωή. Αυτό είναι η ζωή.
Πάντα ήταν η ζωή.
Και στις γιορτές, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, το Πάσχα, πάντα υπήρχε ένα μήνυμα διάχυτο, μια ατμόσφαιρα, που έλεγε:
«Αφήστε τα όλα για λίγες μέρες, ρίξτε αλλού την προσοχή σας, χαλαρώστε από τη ζωή, πάρτε μια ανάσα.
Έπειτα θα μπορέσετε να συνεχίσετε πίσω, λίγο πιο ξεκούραστοι, λίγο πιο ήρεμοι, λίγο πιο αγαπημένοι, λίγο πιο δυναμωμένοι, λίγο λιγότερο στρεσαρισμένοι.
Πάντα έτσι ήταν.
Και είναι καλοδεχούμενη, πολύτιμη και ζωογόνος αυτή η γιορτινή επικέντρωση. Δρα θεραπευτικά, διότι αφήνεσαι. Τραβάς χειρόφρενο για δυο τρεις μέρες και αφήνεσαι στα γέλια, στα χρώματα, στις μυρωδιές, στα στολίδια, στη γιορτή. Τη ζωή σου, την αφήνεις στο πλάι , την ξεχνάς για λίγο.

Φέτος λοιπόν, πάλι όλα είναι κάπως. Πώς κάπως; Κάπως λαθραία. Όλα γίνονται στα μουγκά, στο ελάχιστο, στο αθόρυβο.Σαν να μη γίνονται. Σαν να μην υπάρχουν.
Δεν πρέπει ν ακούγονται φωνές, ούτε ομιλίες. Δεν πρέπει να μυρίζουν γαργαλιστικές μυρωδιές, (ούτε λόγος για ζυμώματα, για κουλούρια και τσουρέκια). Δεν πρέπει να μπαινοβγαίνει κόσμος, ακόμα και τα απαραίτητα ψώνια πρέπει να έλθουν αθόρυβα και να εξυπηρετούν την αναγκαιότητα. Δεν πρέπει να χτυπούν τηλέφωνα, όσα χτυπήσουν, θα ακούσουν ευχές χαμηλόφωνες.
Τα πάντα θα γίνουν σαν να μην έγιναν.
Η παράκληση έχει διατυπωθεί: «Δεν θέλω ν αλλάζω παραστάσεις, πρέπει να είμαι εκεί, χωμένος, να μη φεύγει το μυαλό μου»
Ακόμα και ο πηγαιμός στην εκκλησία, στις πατροπαράδοτες στιγμές, (Επιτάφιος, Ανάσταση) είναι ανεπιθύμητος. Κι αυτό ακόμα,  αποπροσανατολίζει. Δείχνει πώς περνούν οι άνθρωποι αυτές τις μέρες. Με χαλάρωση, άδειασμα από καθημερινότητα, κάποια κατάνυξη, υπέρβαση.
Όλα  αυτά είναι: Ανεπιθύμητα. Ξεμυαλιστικά. Καταστροφικά.
Δεν θέλει να χαλαρώσει, δεν θέλει, να αφεθεί, δεν θέλει ν αγναντέψει από μακριά τη ζωή του.
Μην ξεγελιέστε, δεν είναι από ιερή προσήλωση στη γνώση, ούτε από μανιακή επιμονή στην τρανταχτή επιτυχία.
Φοβάται, φοβάται να σκεφτεί. Δεν θέλει να σκεφτεί. Τι συμβαίνει και τι σημαίνει.
Δεν θέλει να εννοήσει και να συνειδητοποιήσει.
Μια τέτοια ισοπέδωση, σαν τις πανελλήνιες,  δεν μπορείς να την χειριστείς, ούτε να την εντάξεις, ούτε να την υποτάξεις, ούτε να «την φέρεις στα μέτρα σου» και να κυριαρχήσεις, σε αυτήν.
Δεν πρέπει να σκέφτεσαι, ούτε να συνειδητοποιείς.
Παίζεις το παιχνίδι με τους όρους που υπάρχουν, χωρίς σχόλια, χωρίς ηρεμία και χωρίς χαλαρότητα.
Όσο για την εκκλησία, είναι πολύ αθώος ακόμα και δεν έχει μπει στο παιχνίδι των ανταλλαγών με το Θεό.
Το Πάσχα βέβαια σημαίνει πέρασμα. Αυτό το Πάσχα, είναι όντως ένα πέρασμα. Είναι το πέρασμα από τη μαθητική, ανήλικη ζωή, στην ενήλικη άγνωστη πραγματικότητα.

Ούτε κι αυτό έχει μείνει χρόνος διάθεση για να συνειδητοποιηθεί.
Είναι οι πρώτες σχολικές διακοπές που δεν έχουν ξενοιασιά, ατελείωτο ύπνο μετά από ατελείωτα ξενύχτια σε ατελείωτες (προσωπικής επιλογής) δραστηριότητες: παιχνίδια, έργα, βιβλία, τηλεφωνήματα, σινεμά , βόλτες και συζητήσεις, ατελείωτες συζητήσεις.
Είναι οι πρώτες διακοπές μετά από δώδεκα χρόνια που είναι μοναχικές, βασανιστικές, γεμάτες άγχος, κούραση, αγωνία, κρυφούς υπολογισμούς μονάδων, και απουσία.

Αποχή και απουσία.

Από εκδηλώσεις,ανθρώπους, σκέψεις,συναισθήματα,γεγονότα,εξελίξεις, από τη ζωή γενικώς.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς καταφέρνει ένας υποψήφιος και απομονώνεται από τα πάντα. Μπαίνει σε μια κάψουλα και δεν θέλει να χωράει εκεί οτιδήποτε άλλο, εκτός από βιβλία, σημειώσεις, τετράδια, στυλό, νερό και γλυκά. Οτιδήποτε σοκολατένιο. (Αν είχε λίγη έμπνευση και λίγη δημιουργικότητα το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- θα έβαζε σπόνσορα στις πανελλήνιες, διάφορες σοκολατοβιομηχανίες)
Δεν είναι ηρωισμός ούτε επιμέλεια, ούτε ένδειξη καλού και χρηστού χαρακτήρα, ούτε στοχοθεσία και υπεύθυνη στάση.
Είναι μονόδρομος.
Άλλοι το ξέρουν από την αρχή, άλλοι το ανακαλύπτουν στην πορεία, άλλοι δεν το ανακαλύπτουν ποτέ.
Δεν πίστεψα ποτέ στην θεωρία των καλών, των υπεύθυνων και συγκεντρωμένων μαθητών και των παραλιακών , ανεύθυνων  ή άσχετων που «δεν τραβάνε» στα μαθήματα.
Οι πάντες, με την κατάλληλη υποστήριξη, μαθησιακή και ψυχολογική, με την κατάλληλη ενίσχυση, σε ό, τι αφορά την ωριμότητα και την συγκρότηση της μαθησιακής τους προσωπικότητας, με την διερεύνηση των ικανοτήτων, ενδιαφερόντων και δυνατοτήτων του καθενός, όλα τα παιδιά, μπορούν να βρουν έναν τομέα της επιστήμης, της τέχνης, της τεχνικής ή της έρευνας ,στον οποίο θα απέδιδαν και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα επαγγελματικό και προσωπικό, ωφέλιμο για την κοινωνία, μέλλον.
Όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, το εκάστοτε υπουργείο παιδείας –όλα με πεζά- περί άλλα τυρβάζει.(Δεκάδες συστήματα άλλων χωρών,πιο ουσιαστικά και πιο αποτελεσματικά, εμείς δεν θέλουμε/μπορούμε/ασχολούμαστε/ενδιαφερόμαστε, να τα υιοθετήσουμε.

Γιατί;

Φοβόμαστε μήπως  μας διαβρώσουν τον πολιτισμό; ή απλώς δεν έχουμε την ικανότητα και τη θέληση να προσαρμόσουμε στην Ελληνική πραγματικότητα την θετική εμπειρία άλλων χωρών στον τομέα της εκπαίδευσης;

Μάλλον είμαστε πολύ απασχολημένοι με άλλα πολιτικά ζητήματα και δεν μπορούμε να διαθέτουμε τον πολιτικό χρόνο μιας κυβέρνησης για την παιδεία.Ούτε και μας νοιάζει. Στο κάτω κάτω μήπως η ζωή θα συνεχιστεί και μετά την δική μας διακυβέρνηση;

Αν ναι, ακόμα καλύτερα! Μέχρι να ξεμπλέξουν οι επόμενοι τα χάλια αυτά, θα περάσει μιαμιση τετραετία και θα αρχίσουνμε να ετοιμαζόμαστε να αναλάβουμε.
Ο υποψήφιος είναι μόνος. Παλεύει με ένα παράλογο σύστημα που σε μια μέρα θα καθορίσει εν πολλοίς τη ζωή του.
Δώδεκα χρόνια εκπαίδευσης και μάθησης! στην θαυμαστή Ελλάδα!! τον οδήγησαν φέτος, σε ένα δωμάτιο με ντάνες θεωρητικά ή θετικά βιβλία, (αναλόγως κατεύθυνσης), με μερική ή και ολική αποχή από κάθε φυσιολογική δραστηριότητα, με μάτια γυάλινα, που όταν βγαίνει από το δωμάτιο για να κάνει το τρίγωνο, ψυγείο, τουαλέτα, δωμάτιο,
Σε κοιτάζουν με αγωνία, και λίγη παραφροσύνη και σε ρωτούν:
«Όλα είναι όπως πριν;»
«Έγινε τίποτα φοβερό;»
«Μήπως χρεοκοπήσαμε;»
«Θα γίνουν όλα κανονικά; Οι πανελλήνιες;»
Μιλάμε ψιθυριστά,
Δεν κάνουμε τίποτα,
περπατάμε και βγάζουμε φωτογραφίες,
καθόμαστε ώρες και ώρες στις οθόνες,
περιμένουμε,
αθόρυβα, με συμπαράσταση, με οργή,
ανυπεράσπιστοι
και το μόνο που μπορούμε πια να προσφέρουμε στη νέα γενιά,
είναι μια σοκολάτα.