Στον αφρό και στο βυθό

Σκαρί απ’ τα παλιά
Ξύλινο
Μεσαίο μέγεθος με φαρδύ σκελετό
Εξωτερικά τα’ χει τα χρονάκια του
Και τα δείχνει.
Όταν είναι βαμμένο, γυαλισμένο και μακιγιαρισμένο,
κρύβει κάτι λίγα χρόνια
και κάμποσες τρικυμίες
Εσωτερικά όμως…
αξιόπλοο μέχρι προσφάτως,
με όλα τα απαραίτητα έγγραφα επαρκώς σφραγισμένα
Με τα ημερολόγιο γραμμένο ευκρινώς
Κι αν κάποιες σελίδες είναι λευκές,
δεν είναι άγραφες
Είναι ειδικό μελάνι, για υποψιασμένους και ομοιοπαθείς.
Διαβάζονται με κόλπο.
Τα σχέδια πλεύσης του,
σε γενικές γραμμές ξεκάθαρα.
Με περιθώρια για απρόβλεπτες στάσεις σε ξερονήσια ή σε φιλόξενα νερά
Με πληρωμένες τις ασφάλειες,
πλέει ασταμάτητα για πολλές δεκαετίες συνεχώς
χωρίς ναυάγια,
μόνο κάτι μικρές ανταρσίες, χωρίς συνέχεια
και επισκευές στο λιμάνι, χωρίς κίνδυνο.
Μόνο να, τελευταία, πλέει
σε βαθειά νερά.
Σκοτεινά και θολά
Άλλοτε φουρτουνιασμένα,
απειλητικά, με θεόρατα κύματα,
από κείνα που το καταπίνουν αύτανδρο.
Με μεγάλο κόπο, γυρίζει και αφήνει το «κόντρα στον καιρό»
Τώρα λίγο πιο ήρεμα.
Άλλοτε αφήνει απόνερα
Άλλοτε χάνεται στην καταιγίδα και δεν αφήνει κανένα ίχνος
Άφαντο.
Με αμπάρια πολλά
Γεμάτα ως επάνω
Παλιές εκδρομές και οικογενειακά τραπέζια,
Πρόσωπα που πρόλαβαν και γέρασαν και άλλα πρόωρα γερασμένα
Κατά βάθος μωρουδιακά.
Με ημιτελείς αποφάσεις και ημιτελείς υποσχέσεις
Φωτογραφίες, πολλές
Έγχρωμες και γελαστές χωρίς ρυτίδες
με μάτια που δεν καθρεφτίζουν απώλειες,
χωρίς φόβο,
ανυποψίαστα,
αθώα.
Και άλλες φωτογραφίες
Απούσες.
Κανείς δεν βγάζει φωτογραφίες
Όταν διανύει το θάνατο
ή την αρρώστια
το φόβο ή τον πόνο.
Αυτές είναι πάντα ασπρόμαυρες
Τσαλακωμένες
Δυσανάγνωστες
Αυτές που δεν τυπώθηκαν
Συνημμένες στις λευκές σελίδες
του ημερολογίου.
Και άλλα αμπάρια
Σκοτεινά
Κλειστά
Βαθειά
Ανοιχτά στον πυθμένα της θάλασσας
Από τη μια μεριά
Μπαινοβγαίνουν θεόρατα θαλάσσια τέρατα
Δοκιμάζουν να εισβάλλουν στο πλεούμενο
Από μέσα όμως,
Είναι κλειδωμένα με βαριές αλυσίδες και θεόρατα λουκέτα σκουριασμένα.
Και οι πόρτες ,
Αχ αυτές οι πόρτες, οι ενδιάμεσες
Βαριές, ασήκωτες, σιδερένιες.
Πόση δύναμη για να ανοίξουν
Και πόση κόντρα, για να κρατηθούν ανοιχτές
Εσύ να σπρώχνεις,
από δω
Κι ο αέρας, η θάλασσα, η πίεση,
(η κακιά στιγμή, ο αστάθμητος παράγων, το τυχαίο ),
ο ιανός να σπρώχνει με βία,
από κει
Αχ αυτές οι πόρτες
Που αν κλείσουν με δύναμη
Μπορεί να σου αποκόψουν
Τον μισό εαυτό
Ή και ολόκληρο.
Να σε συνθλίψουν χωρίς να δώσουν λογαριασμό,
Χωρίς τύψη, απολογία ή αιτιάζοντα λόγο σε κανέναν
Και τα φώτα
Πολλά. Άσπρα, κίτρινα, φώτα,
γιρλάντες φωτεινές.
Φώτα πανηγυρικά, να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα.
Είμαι εδώ!
Πλέω, ταξιδεύω
στο χρόνο,
χορεύω στα κύματα,
τιθασεύω με το εκτόπισμά μου
τα σκοτεινά βάθη
Υπάρχω.
Και άλλες φορές, που το μπλακ αουτ
Του απρόσμενου
Του ανεπιθύμητου
Του φοβερού βήματος,
Δίνει το απόλυτο σκότος.
Και την απόλυτη τυφλή πορεία
Χάνονται οι νόμοι της φυσικής,
της μηχανικής
Χάνονται τα σχέδια πλεύσης
Χάνεται η λειτουργικότητα
Χάνεται ο έλεγχος
Χάνεται η δύναμη του κυβερνήτη.
Ακυβέρνητο σκάφος
Το σκάφος είναι ακυβέρνητο.
Είμαστε Ακυβέρνητοι!
Και άοπλοι.
Είμαστε άοπλοι!
Είμαστε άοπλοι!
Νάτο το νόημα.
Αυτό ήταν λοιπόν το νόημα.
Τώρα μπήκαν όλα σε μια σειρά κατανόησης
Γιατί αλλιώς…
πορείες,
διαμαρτυρίες,
αγώνες
Τόσες συνεδριάσεις
Και ολομέλειες
Και γενικές συνελεύσεις
Συγκεντρώσεις και Πορείες
Και καταλήψεις
πανό,
εφημερίδες,
και ψηφοφορίες
και συνέδρια
(Με γραμμή και χωρίς γραμμή)
Κι όμως
Εντέλει,
είμαστε Άοπλοι
Είμαστε Άοπλοι.
Δεν μπορείς
να καταγγείλεις,
να αντιδράσεις,
να διαμαρτυρηθείς,
να βρεις το δίκιο σου.
Να πεις «διαφωνώ».
Δεν θέλω.
Δεν είναι αυτή η πορεία μου,
Δεν είναι αυτή η δική μου πορεία.
Δεν συμφωνώ, δεν ακολουθώ.
Τίποτα από όλα αυτά δεν σε σώζει πια
Τίποτα δεν δίνει το ζητούμενο φως
Μόνο όσα κουβαλάς στα αμπάρια σου
Αποκτήματα
Όλα όσα απόκτησες,
Με κάθε τρόπο,
Νόμιμο, άνομο, επώδυνο,σκόπιμο,τυχαίο.
Με κόπο
Και η σαβούρα βέβαια.
Όλα δικά σου
Με τον κόπο σου και τον πόνο σου
Και όλα όσα δεν πίστευες.
Χα! Όλα όσα δεν πίστευες!
Αυτά ήρθαν να σε συνδράμουν στα σκοτάδια
Μόνο αυτά, σού στέκονται στο σκοτάδι
Στα σκοτάδια
Οι φάροι
Οι φάροι πάντα σταθεροί
Να δίνουν μιαν ελπίδα
Και ένα όνειρο μεταμεσονύκτιο ασφάλειας
Φάροι,
εκείνα τα χρωματιστά λαμπάκια
Αυτά που έβαζε τελευταία στιγμή, ο πατέρας στο δέντρο.
Εκείνα που φώτιζαν το θαύμα.
Εκείνα φωτίζουν, ακόμα,
το απόλυτο σκότος και μπορεί να φέρουν το θαύμα.
Κι εκείνο το φωτάκι στο χωλ ,
που το άφηναν ανοιχτό για να φωτίζει τη νύχτα,
να διώχνει τα άσχημα όνειρα.
Και το καντήλι, ναι ,ναι, εκείνο που πάντα, σου έφταιγε
Εκείνο φωτίζει τώρα,
επαρκώς,
όλο το εσωτερικό σου!
Και η πορεία σου ως τώρα.
Τα σημειωμένα λιμάνια σου
Και τα μάτια
Τα βλέμματα,
Λάμπουν στο σκοτάδι και βρίσκεις λίγο το δρόμο.
Το πλεούμενο επισκευάζεται, με ισχυρά υλικά
Ξένα προς το γήινο σκαρί.
Και η θάλασσα
Η θάλασσα άλλαξε.
Νέα νερά,
Αλλιώτικα.
Έως κυματώδης
Ποτέ πια τρικυμιώδης.
Νηφάλια
Θάλασσα με γλυφό νερό,
Αβαθής,
Γλυκιά.
Θάλασσα ιαματική
καθημερινά,
πρέπει να την πίνεις με τα μάτια
Με τα αυτιά
Με την όσφρηση
Με τη γεύση
Με το δέρμα.
Σα φάρμακο,
Ίαμα
Συμπληρωματικά,
Αν δεν επαρκεί,
Natrum muriaticum
Επιμένεις
Χαράζεις νέο σχέδιο πλεύσης και ορίζεις νέο καπετάνιο
Πιο συνετό
Και νέα καθήκοντα στο πλήρωμα.
Νέο κουμάντο τώρα.
Και καινούρια αμπάρια, κλειδωμένα γερά,
Αρκετά επικίνδυνα.
Ελπίζω τσιμενταρισμένα γερά,
στον πυρήνα,
για τον φόβο της διαρροής
Και το όνομα
Αλλάζεις το όνομα στο σκαρί
Το όνομά του πια,
Ελπίδα.