ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΚΟΥΣ

(Αλληγορικό παραμύθι για μικρομέγαλους).

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα
Την χώρα αυτή διαφέντευε ένας μπλε, ψωμωμένος, γυαλιστερός φοβερός δράκος.
Ήταν άγριος και ανελέητος.
Η χώρα έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος και οι πληγές της ήταν όλες ανοιχτές. Ερείπια σπιτιών και ανθρώπων, προσπαθούσαν να ανασυσταθούν, να ορθώσουν το ανάστημά τους, να σταθούν στα πόδια τους και να λογιστούν για χώρα, έθνος, κράτος.
Κάποια από τα ανθρώπινα συντρίμμια, μερικοί άλλοι, παγκόσμιοι δράκοι, αποφάσισαν να τα μαρκάρουν με μια σφραγίδα στο μέτωπο.
«Εχθρός του έθνους» έλεγε η σφραγίδα και ο μπλε δράκος, ως αρμόδιος και ειδήμων στην ασφάλεια και την οργάνωση των ερειπίων, αποφάσισε να τα βασανίσει, να τα εξορίσει, να τα φυλακίσει ή να τα εξοντώσει φυσικά ή ψυχολογικά.
Έτσι εδραίωσε την παρουσία του όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά ανέπτυξε μια παντοκρατορία εξουσίας στον τόπο, για χρόνους είκοσι.

Τότε ένας μαύρος δράκος, ανδρώθηκε και ήρθε στα πράματα. Κανείς δεν κατάλαβε τότε, πώς και γιατί, εδραιώθηκε και με μεθόδους αυταρχικές και βασανιστικές, επιβλήθηκε στη χώρα. Υπήρχε τότε, και πέρα απ’ τη χώρα η άποψη, πώς ο μπλε δράκος είχε κάποιες ρωγμές, επικίνδυνες για την ζωή του, έτσι ο μαύρος δράκος, ανέλαβε να γιατρέψει τις ρωγμές, από τις οποίες μπορούσε να δημιουργηθεί διαφυγή του λαού προς ατραπούς επικίνδυνες και με τη γνωστή μέθοδο του γύψου, για χρόνους εφτά, εγκαταστάθηκε στη χώρα, πετώντας φλόγες από το στόμα και τα μάτια του, τρομάζοντας και τρώγοντας τους ανθρώπους που έβγαιναν από τη φωλιά τους.

Και μετά, μετά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Κάποιοι βγήκαν πιο έξω, προς το φως, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Με την αψάδα της νιότης ή με την απελπισία της νιότης, ή με το φλερτ με τον κίνδυνο, με την ανάγκη για ελευθερία και την ορμή για σύγκρουση. Έτσι, τραβώντας ένα κομμάτι του ντόμινο, διαλύθηκε το οικοδόμημα και ο μαύρος δράκος ξεκουμπίστηκε.

Ο μπλε δράκος ανέλαβε το ρόλο του Άη Γιώργη και όλοι κατ’ αρχήν λάτρεψαν και προσκύνησαν γονυπετείς.

Ο μπλε δράκος ήταν τώρα πιο ανοιχτός… Ανοιχτός στο χρώμα βέβαια, πού αλλού; Γαλάζιος. Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια και τόσες παγκόσμιες αλλαγές, δεν βασάνιζε, δεν εξόριζε, δεν εκτόπιζε, δεν ασκούσε ανοιχτή βία.
Περιθωριοποιούσε . Απέκλειε. Προωθούσε μόνο όσους λάτρευαν τον μπλε δράκο. Όσους ανήκαν στον μπλε δράκο, όσους ορκίζονταν πίστη στο όνομά του και στο έμβλημά του. Όσους δεν φυσούσαν τον πυρσό του να σβήσει.
Ο μπλε δράκος εδραιώθηκε με το νέο του πρόσωπο ,το εκσυγχρονιστικό, στη χώρα για χρόνους επτά.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως και ένας νέος δράκος άρχισε να εκτρέφεται.
Ο λαός κουράστηκε, βαρέθηκε, αγανάκτησε, να περιμένει να πέσουν λίγα ψίχουλα από το τραπέζι του μπλε δράκου και των συνδαιτυμόνων του και αποφάσισε: ΩΣ ΕΔΩ. ΦΤΑΝΕΙ! ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ θα εκθρέψει ένα δικό του δράκο.
Έναν δράκο που θα ανοίξει όλες τις κλειστές πόρτες και θα μοιράσει την πίτα δίκαια σε όλους.
Έτσι ένας ολοκαίνουργιος, λαμπερός σαν ήλιος, δράκος ξεπρόβαλε.
Ένας πράσινος, ελπιδοφόρος δράκος.

Πράγματι αυτός ήταν λεπτός, άφθαρτος, ευκίνητος και λαοπρόβλητος. Άνοιξε όλες τις φυλακές και έβγαλε έξω στην ελευθερία, όλους όσους χρόνια κοιτούσαν τη ζωή με λαίμαργα μάτια από την απομόνωση.
Νέους απ’ την επαρχία της χώρας αλλά κι απ’ τα προάστια, παιδιά ανθρώπων που πολέμησαν το μπλε δράκο, γυναίκες, που ως τότε ήταν του πατρός και του ανδρός τους, ηλικιωμένους που ως τότε, ήταν στα αζήτητα.
Επέτρεψε στους ανθρώπους της υπαίθρου να πάψουν να είναι ένα με τα υποζύγιά τους, και έδωσε μια σημαία στους άσημους, μικρούς, απαίδευτους αλλά παιδεμένους, στους εργάτες και τους υπαλλήλους, να νοιώσουν ότι αξίζουν να είναι σημαιοφόροι.
Ο πράσινος δράκος λατρεύτηκε σαν τον βασιλιά ήλιο. Και φώτισε τις ζωές των ανθρώπων σαν τον ήλιο. Και έλαμψε σαν τον ήλιο.
Τους πρώτους οκτώ χρόνους.
Μετά έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Όμως δεν γεννήθηκε.
Ο πράσινος δράκος άρχισε να μοιράζει φτερά στους ανθρώπους και να τους τάζει ότι θα πετάξουν σαν τον Δαίδαλο. Δεν θέλει φαντασία να καταλάβει κανείς πόσοι Ίκαροι προέκυψαν. Τότε ο δράκος άρχισε να χάνει τη λαμπρότητά του, θάμπωσε. Μπορεί και να σκούριασε, οξειδώθηκε.
Κάποιοι βάλθηκαν να τον γυαλίσουν. Να γίνει πάλι ολόλαμπρος ,φωτεινός και ζωογόνος για τη χώρα.
Όμως η γυαλάδα έπιανε μόνο την ουρά. Το κεφάλι. Το κεφάλι έπασχε. Είχε χοντρύνει, είχε πάθει υδροκεφαλισμό. Έτσι επηρεαζόταν όλο το σώμα. Όλο το πράσινο σώμα, παντού. Το καταπράσινο ελπιδοφόρο ζωντανό σώμα, είχε πνιγεί μέσα στα τετραπλά αυτοκίνητα ανά σπίτι, στα πολυτελή εξοχικά, στους πάσης φύσεως εργάτες για κάθε εξωτερική και εσωτερική δουλειά, στα επιδόματα και τις πιστωτικές κάρτες που άνοιγαν κάθε θεμιτή και αθέμιτη ευτυχία, κάθε παράδεισο αλλά και κάθε κολάσιμη ενέργεια.
Τότε έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Και πάλι δεν γεννήθηκε. Κακή σπορά, κακή χρονιά, κακή στιγμή, κακή συγκυρία, τι να πεις.
Το γεγονός είναι ότι ο πράσινος δράκος, άλλοτε σαν κένταυρος, άλλοτε σαν μανδαρίνος, μετέτρεψε τους πάντες σε ρινόκερους. Έπρεπε ή να είσαι ρινόκερος ή να βλέπεις παντού ρινόκερους .Πολλοί έγιναν ρινόκεροι. Πολλοί δεν τα κατάφεραν.
Και άλλοι αρνήθηκαν.
Είκοσι δύο χρόνους άντεξε συνολικά ο πράσινος δράκος και στα τελευταία του, εκεί στα λοίσθια, είχε κακά στερνά. Κι αυτός και η χώρα που τον λάτρεψε.
Και τότε όπως λέει ο λαός επειδή: «Καλά στερνά, όλα καλά, Κακά στερνά όλα κακά».
Έτσι ό, τι καλό έκανε, τα κακά στερνά, το διασκόρπισαν, το αμαύρωσαν, το έστειλαν στη λήθη ,στην μήνιν και στο ανάθεμα.

Κάποιες απόπειρες να κυβερνηθεί η χώρα συντελέστηκαν.
Τα αποτελέσματα τα μετρούν, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι. Οι ιστορικοί θα αποφανθούν πολύ αργότερα.

Και τότε εμφανίστηκε από την αγανάκτηση, τη διαμαρτυρία και την «δυναμική του τριγώνου των Βερμούδων» ένας νέος δράκος.

Ένας ροζέ δράκος.
Δεν ήταν κόκκινος, γιατί κόκκινος υπήρχε δράκος. Αλλά ήταν ένας δράκος με αγωνιστικό παρελθόν, όμως ήσυχος, ακίνδυνος, σιωπηλός, ιδιόρρυθμος στο παρόν, που είχε καπαρώσει το χρώμα και του ανήκε στο διηνεκές.
Ύστερα, κόκκινος δεν ήθελε να’ναι ο καινούργιος, γιατί το κόκκινο ζητάει αίμα και πόλεμο, μπορεί και έρωτα και άλλα άλικα και οργιώδη και κόκκινες φλόγες που βγαίνουν απ’ τα μάτια κι απ’ το στόμα και κατατρώνε ό, τι παλιό και σάπιο βρεθεί στο δρόμο τους. Αλλά κυρίως το κόκκινο, ζητάει σαφήνεια. Πολύ συγκεκριμένα και πολύ έντονα πράγματα.
Ενώ εδώ είχαμε έναν δράκο βουτηγμένο στη ροζέ , ομιχλώδη και ασαφή ατμόσφαιρα του αγανακτισμένου. Με πράσινα δρακόφτερα/ παγωνόφτερα στην ουρά του και κόκκινες ανταύγειες στο κεφάλι και βαθιές γαλαζωπές αποχρώσεις, από μπλε ψαρίσιο δράκο ,σε μορφή σούσι, για να μην αναγνωρίζεται εύκολα.

Κι ο λαός του Διονύσιου Σολωμού, αυτός ο λαός, ήθελε έναν νέο δράκο και πίστεψε σε αυτόν. Στον ροζέ δράκο που τράφηκε από την αγανάκτηση, από την έλλειψη, από τη στέρηση απ’την ανέχεια, από την ανάγκη για φτερά.
Και έμεινε ο ροζέ δράκος χρόνους… κανείς δεν ξέρει πόσους

Στη χώρα οι συνθήκες πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Οι οικονομικοί δείκτες περιγράφουν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, ανθρωπιστικό, διεθνές προφίλ της χώρας.
Συνακόλουθα το κοινωνικό κράτος υποχώρησε ολοσχερώς και οι υψηλές φορολογίες ολοκλήρωσαν την εικόνα της κρίσης.
Η νεολαία άρχισε να μεταναστεύει.
Στην αρχή διερευνητικά, μετά πιο αποφασιστικά και τελικά με μαζικούς ρυθμούς και αριθμούς οι πόλεις, τα χωριά, οι πρωτεύουσες και η πρωτεύουσα της χώρας άδειασαν.
Η σύνθεση του πληθυσμού είχε από χρόνια μια πτωτική πορεία, αλλά τώρα πια ραγδαία, μετακύλησε σταθερά σε μια χώρα ηλικιωμένων, συνταξιούχων και ανήμπορων ανθρώπων.
Η σύνθεση του πληθυσμού επηρέασε περαιτέρω επί το αρνητικότερο ,την πολιτική κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας.
Η χώρα μαστίζεται από ύφεση, εγκατάλειψη, πολυποίκιλη αποσάθρωση, μελαγχολία και κατάθλιψη.
Η νεολαία δεν πήρε μαζί της μόνο την παραγωγική και επιστημονική επάρκεια και συνέχεια της χώρας ,αλλά και την διάθεση και την δυνατότητα των υπολοίπων πολιτών, για οποιαδήποτε δυναμική έστω και καθημερινή δραστηριότητα.
Απλές γραφειοκρατικές ενέργειες, όπως η κατάθεση της φορολογικής δήλωσης, η απόκτηση κάποιου δικαιολογητικού ώστε να συμμετέχει κάποιος σε μικρές πενιχρές παροχές, ή η εκ νέου συγκέντρωση δικαιολογητικών για την παροχή σύνταξης κλπ, καθυστερούν χρονικά, αδικαιολόγητα, και οδηγούν σε παραπέρα μαρασμό της κοινωνικής οργάνωσης των πολιτών.
Η αναγκαιότητα να χρησιμοποιηθεί από τους ηλικιωμένους η ηλεκτρονική διαδικασία, συμμετοχής, κατάθεσης, ταχυδρομείου ,πληρωμών κλπ., είναι δύσκολη έως αδύνατη και η απαιτούμενη ανάγκη να χρησιμοποιηθεί κάποιος επαγγελματίας, που θα πρέπει να αμειφθεί, πχ, λογιστής, φοροτεχνικός κλπ, καθιστά την όλη διαδικασία απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Η λειτουργία μικροσυσκευών στο σπίτι, που απαιτούν, κάποιες γνώσεις, ή πληροφορίες γύρω από τις νέες τεχνολογίες και τη χρήση τους, (κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές, αποκωδικοποιητές τηλεοράσεων κλπ), ελλείψει των νεαρών μελών της οικογένειας, που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει ή θα αποκτούσαν, εύκολα και γρήγορα, εξοικείωση με αυτόν τον τομέα, οδηγούν τους μεσήλικες στην παραίτηση της χρήσης τους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ξαναγυρίζουν σε παραδοσιακές πρακτικές, οι οποίες είναι χρονοβόρες, μη αποτελεσματικές αλλά κυρίως μη συμβατές και αποδεκτές από την πολιτεία και τους μηχανισμούς της, οι οποίοι είχαν εν μέρει προ της κρίσης, εγκατασταθεί και με τους οποίους συνεχίζει να λειτουργεί , αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της σε διεθνή και άλλα επίπεδα.
Οι διάφορες λειτουργίες της κοινωνικής οργάνωσης, (συγκοινωνίες, ηλεκτρονικά εισιτήρια, ηλεκτρονικές κάρτες, κάρτες τράπεζας, ερωτηματολόγια παντός τύπου και διαδικασίες που απαιτούν κάποιο βαθμό σύγχρονης εκπαίδευση, αντίληψης ή εξοικείωσης, είναι δυσλειτουργικές για τον μεσήλικο και υπερήλικο πληθυσμό και όλα δυσπραγούν, δυσλειτουργούν και επαυξάνουν την κοινωνική αποσύνθεση.
Η δυσθυμία, η αναποτελεσματικότητα και η αδυναμία του πληθυσμού συνεχώς διογκώνεται.

Οι οικογένειες απαρτίζονται από δύο ή ένα μεσήλικο/υπερήλικο άτομο.
Η ψυχολογική τους κατάσταση είναι επιβαρυμένη.
Δεν υπάρχει ενθουσιασμός, όνειρα, σχέδια για το μέλλον. Δεν υπάρχει ανανέωση των ενδιαφερόντων, δεν υπάρχει δημιουργία νέων οικογενειών. Δεν υπάρχει η ζωογόνα αλληλεπίδραση των γενεών και δεν επιτυγχάνεται το ξανάνιωμα των ανθρώπων τρίτης ηλικίας με την επαφή τους με τα εγγόνια.
Δεν υπάρχει συχνή επικοινωνία με τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει δυνατότητα εύκολης μετακίνησης προς αυτά, ούτε οικονομικές δυνατότητες, ούτε εμπειρία ταξιδιών, ούτε ανάλογη αντοχή και υγεία.
Δεν γίνονται επισκευές στα σπίτια και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία.
Δεν υπάρχουν οικονομικές συναλλαγές. Χρήμα δεν αποστέλλεται ούτε προς τους γονείς ούτε βέβαια από τους γονείς.
Η αποξένωση είναι δυναμικά παρούσα: Στο τοπίο, στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στη χώρα.
Η συρρίκνωση είναι παρούσα και στις κοινωνικές δομές.
Σχολεία χωρίς παιδιά κλείνουν.
Υπηρεσίες χωρίς εξυπηρετούμενους πολίτες μεταφέρονται και ενοποιούνται.
Σπίτια ερειπώνουν.
Χωράφια και εκτάσεις ερημώνονται.
Καταστήματα κλείνουν.
Αυτοκίνητα ακινητοποιούνται
Συγκοινωνίες συρρικνώνονται.

ΟΙ άνθρωποι αρχίζουν να επικοινωνούν λιγότερο.
Ο έρωτας απουσιάζει.
Μια νέα «επιδημία» εμφανίζεται. Οι άνθρωποι παύουν να επιθυμούν και να επιδιώκουν να μακρύνουν την διάρκεια ζωής τους.
«Η εποχή των παγετώνων της κοινωνίας» έχει αρχίσει και επεκτείνεται.
Οι άνθρωποι στην αρχή χαίρονται, γιατί τα παιδιά τους θα έχουν μια καλύτερη ζωή και δεν θα τα αγγίξει η κρίση της γενέτειρας χώρας τους.
Όσοι είναι ακόμα νέοι, είναι ακόμα σε κατάσταση να σχεδιάζουν, να ταξιδεύουν, να κάνουν πράγματα που τους ευχαριστούν, να κινούνται και να «κινούνται» γενικώς, πιστεύουν ότι όλη αυτή η μετακίνηση του νεαρού πληθυσμού , δεν θα τους αγγίξει δυσάρεστα, ούτε θα παίξει ρόλο στη ζωή τους.
Τα χρόνια όμως περνούν, το νέο αίμα δεν υπάρχει για να τροφοδοτεί τον παλμό της χώρας και όσο έμεινε πίσω ,μαραζώνει.
Οι παλιοί δράκοι, προσπαθούν, να εκσυγχρονιστούν; Να αναπαλαιωθούν; Να ανακαινιστούν;
Χωρίς πειστικά αποτελέσματα.
«Παλιός δράκος ,καινούργια περπατησιά;»
Κανείς νέος δράκος δεν έχει γεννηθεί για να κυβερνήσει διαφορετικά.
Αλλά και κανείς άνθρωπος .
Κανένας άνθρωπος.

Εμφανίζεται ένας εμπορικός αντιπρόσωπος ο οποίος πουλάει ρομπότ.
Τα ρομπότ είναι εισαγόμενα και έχουν σήμα τους έναν Κίτρινο δράκο.
Το ρομπότ έχει ύψος περίπου εξήντα πόντους. Έχει περιορισμένη ανθρωπόμορφη εμφάνιση. Θυμίζει μικρές στρογγυλές σόμπες υγραερίου. Οι είκοσι τελευταίοι πόντοι, μετρώντας από το δάπεδο, είναι ένα στρογγυλό τύπου κεφάλι, με μάτια, δυο φωτάκια που όταν το ρομπότ, δέχεται μια εντολή, δηλαδή «ακούει», και είναι «σε στάση», είναι κόκκινα, όταν αρχίζει να εκτελεί την εντολή, γίνονται πράσινα.
Δεν διαθέτει πόδια αλλά ροδάκια. Κινείται εύκολα αλλά όχι εξαιρετικά γρήγορα.
Δίνει την εντύπωση μιας εύχρηστης, εύκολα ελεγχόμενης συσκευής, φιλικά προσκείμενης στον άνθρωπο.
Δεν έχει δυνατούς θορύβους, ούτε δυνατά φώτα, ούτε μεγάλες ταχύτητες, ούτε πολλά και σύνθετα κουμπιά λειτουργίας.
Είναι σχετικά φθηνή η αγορά του. Λειτουργεί με ηλεκτρισμό.
Ο πρώτος που το απέκτησε, είναι ένας μεσήλικας, συνταξιούχος πιλότος, ο οποίος μένει σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας, η οποία έχει σχεδόν εκατό τοις εκατό μετανάστευση των νέων.
Ένα βράδυ έφερε μαζί του το ρομπότ και το έβαλε σε λειτουργία στο καφενείο ,που είναι το μόνο κατάστημα που ανοίγει συστηματικά.
Ο κίτρινος δράκος μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ανθρώπων.
Ο πιλότος εξήγησε σε όλους ότι η χρησιμοποίηση του ρομπότ είναι δοκιμαστική, χωρίς την υποχρέωση πληρωμής. Τους πληροφόρησε ότι τα συγκεκριμένα ρομπότ κατασκευάστηκαν στην Κίνα. Λέγονται «Παλληκάρια» και σχεδιάστηκαν ειδικά για να βοηθούν ανθρώπους και οικογένειες σε κοινωνίες που οι νέοι τους μετανάστευσαν και δυσκολεύονται να ζήσουν στη σύγχρονη ζωή μόνοι τους.
Ο αντιπρόσωπος είναι κάποιος που τα εισάγει από την Κίνα. Του είπε ότι έχουν δοκιμαστεί και σε άλλες χώρες και έχουν βοηθήσει πολύ τους ανθρώπους. Ο αντιπρόσωπος μένει σε ένα ξενοδοχείο στην περιοχή τους. Εκείνος τον πλησίασε στην πλατεία χθες και του ζήτησε να συζητήσουν.
Ο πιλότος έχει δύο γιούς που λείπουν εδώ και πέντε χρόνια και οι πιθανότητες να γυρίσουν στη χώρα τους, είναι μηδαμινές. Ο ίδιος έχει και μια ελαφρά αναπηρία στο ένα πόδι και ζει αρκετά δύσκολα με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του.
Μετά από τις πληροφορίες που πήρε από τον αντιπρόσωπο, δέχθηκε να κρατήσει το ρομπότ για ένα μήνα δοκιμαστικά και να ενημερώσει τους συμπολίτες του για την λειτουργία του, τη χρησιμότητά του και σε περίπτωση ενδιαφέροντος, την ακόλουθη παραγγελία ρομπότ.
Η διαδικασία είναι ασφαλής, δωρεάν και διαφημιστική. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το αγοράσει, αν διαπιστώσει ότι δεν τον εξυπηρετεί.
Ο αντιπρόσωπος του εξήγησε αναλυτικά τις δυνατότητες του ρομπότ και αυτός μεταβιβάζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες στους συγχωριανούς του, που τον παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ρομπότ, μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με έγγραφα, συνταγές, πιστοποιητικά, λογαριασμούς, φορολογικές δηλώσεις, απαλλαγές, βιβλιάρια ασθενείας, φάρμακα, αναλήψεις ή καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει μέσω σκαιπ ή άλλου συστήματος με άτομα στο εξωτερικό ή το εσωτερικό, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις σύνθετες ενέργειες, μόνο με φωνητική εντολή σου. Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει με γιατρό, νοσοκομείο ,κλπ, και να κλείσει ραντεβού για εξετάσεις με όποιον χρειάζεσαι.
Τα στοιχεία που του «πέρασε» ο αντιπρόσωπος, τα έδωσε ο πιλότος οικειοθελώς, αφού ο αντιπρόσωπος τον διαβεβαίωσε ότι σε πρώτη φάση, θα του δώσει μόνο κάποια ανώδυνα, όπως ονόματα γιατρών, δικηγόρων ,λογιστών κλπ και όταν το ρομπότ γίνει δικό του, θα περαστούν και άλλα στοιχεία πιο προσωπικά και απόρρητα. Τότε θα υπογραφεί συμφωνία ότι τα στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα και δεν θα διαρρεύσουν προς καμία κατεύθυνση.
Οι συμπολίτες άκουγαν σκεπτικοί. Στην συζήτηση για τους γιατρούς, τις επείγουσες καταστάσεις και τα ραντεβού στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες και ζήτησαν να γίνει ένα ραντεβού εκεί μπροστά τους για να δουν.
Το ρομπότ περίμενε υπομονετικά στην πρίζα και όταν ο πιλότος είπε ότι δεν γίνεται αυτό, διότι είναι βράδυ και δεν κλείνονται ραντεβού, υπήρξε από τους ανθρώπους απογοήτευση.
Κανένας όμως δεν έφυγε παρότι η ώρα περνούσε.
Τότε ο πιλότος είπε, ότι ο αντιπρόσωπος μέσω του ρομπότ, πήρε τον γιό του στην Αυστραλία τηλέφωνο, εύκολα και γρήγορα και τότε η κουβέντα και το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε.
Εκείνο το βράδυ όλοι έφυγαν σκεπτικοί.
Ο πιλότος, από εκείνη την ημέρα και για ένα μήνα, έγινε το σημαίνον πρόσωπο της πόλης.
Και το ρομπότ βέβαια. Το κοίταξαν, το ψαχούλεψαν το άκουσαν, πάτησαν το κουμπί έναρξης και είδαν το μπροστινό του μέρος να ανοίγει σαν τα ατομικά τραπεζάκια στα αεροπλάνα και να βγαίνει ένα λαπ τοπ το οποίο λειτουργούσε αυτόματα, χωρίς να ανακατεύεται καθόλου ο πιλότος, μόνο με μια εντολή, μονολεκτικά κάθε φορά.
«ΔΕΗ» έλεγε ο πιλότος και μετά: «ΠΛΗΡΩΜΗ» και αμέσως ο υπολογιστής έμπαινε στο λογαριασμό του και μετέφερε το ποσόν που του διάβαζε ο πιλότος, στο λογαριασμό της ΔΕΗ. Οι λειτουργίες ήταν απλές και εύκολες, οι άνθρωποι ένοιωθαν σαν να συνεργάζονταν με έναν άνθρωπο και έκαναν τις δουλειές τους.
Όλο το χωριό τις επόμενες μέρες πέρασε από το σπίτι του. Όλες τις ώρες της ημέρας. Παρακολούθησαν λογαριασμούς να πληρώνονται, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το σπίτι του ο πιλότος, κλείστηκαν, ραντεβού για νοσοκομεία και εξετάσεις, κατατέθηκαν φορολογικές δηλώσεις και μίλησε και με τα δυό του αγόρια στην Αυστραλία.
Οι λειτουργίες όμως του ρομπότ ήταν για ένα άτομο. Ο κωδικός ήταν ένας, και τα προσωπικά δεδομένα ατομικά. Το λογισμικό του ήταν προορισμένο να «σηκώσει» τη ζωή, το πολύ, ενός ζευγαριού .
Μετά από ένα μήνα, όχι μόνο είχαν πειστεί αρκετοί, άλλα συζητούσαν πώς θα πείσουν και άλλους. Το ρομπότ με τα φωτάκια του ήταν και μια παρέα, ένας φύλακας στις κρύες μοναχικές νύχτες του χειμώνα.
Ο αντιπρόσωπος ήλθε έγινε μεγάλη συγκέντρωση στο καφενείο και μετά από πολλές ερωτήσεις και απαντήσεις, οι παραγγελίες έπεσαν βροχή.
Σιγά σιγά σε όλη την κωμόπολη, είχε πειστεί και ο πιο δύσπιστος.
Σε λίγο το κάθε σπίτι διέθετε το δικό του ρομπότ.
Σε δύο χρόνια περίπου, τα ρομπότ είχαν γίνει μέρος του εξοπλισμού όλων των σπιτιών της Βόρειας Ελλάδας και κατέβαιναν προς τις νότιες περιοχές.
Ο αντιπρόσωπος πήγαινε ο ίδιος στην Κίνα και έφερνε τις παραγγελίες. Βλάβες δεν παρουσίασε κανένα, ούτε κανένα άλλο πρόβλημα.
Η ζωή των ανθρώπων δεν είχε αλλάξει σημαντικά, αλλά είχε κάπως βελτιωθεί στις διάφορες διαδικασίες και ενέργειες που έπρεπε να γίνουν.
Σιγά σιγά τα ρομπότ συνηθίστηκαν όπως οι κουζίνες ή τα τηλέφωνα και κανείς δεν μιλούσε πια για αυτά. Έγιναν μέρος του σπιτιού και της ζωής των ανθρώπων.
Ο κίτρινος δράκος ήταν παντού. Φιλικός, εξυπηρετικός, ανέξοδος, εύκολος σύμμαχος και χωρίς να δημιουργεί προβλήματα για τους κατόχους του.
Όταν έρχονταν καμιά φορά τα παιδιά κάποιου από το εξωτερικό, το ρομπότ, έβγαινε από την πρίζα και πήγαινε σε καμιά αποθήκη ή καμιά ντουλάπα και αμέσως οι σχέσεις γονιών με τα παιδιά τους επανέρχονταν εκεί που ήταν πριν από 2,4,ή 7 χρόνια.

Σε τρία χρόνια, ο αντιπρόσωπος εμφανίστηκε και τους είπε ότι θα πρέπει να κάνει αναβάθμιση. «Σέρβις», τους εξήγησε και όλοι δέχθηκαν χωρίς πρόβλημα. αποφάνθηκαν οι περισσότεροι. Το κόστος ήταν ελάχιστο και όλοι μπήκαν στην σειρά, για σέρβις.
Όταν ο αντιπρόσωπος έφυγε, τα ρομπότ, είχαν αντικατασταθεί από άλλα, ψηλότερα που μιλούσαν!!
Το ύψος τους τώρα ήταν περίπου ενάμιση μέτρο!
Ο κίτρινος δράκος ήταν τώρα χρυσός και μεγαλύτερος. Κυριαρχούσε στην πλάτη του ρομπότ. Νέα μοντέλα τους εξήγησε ο αντιπρόσωπος.
Τα ρομπότ έπαψαν να θυμίζουν στρογγυλές σόμπες υγραερίου και έμοιαζαν σαν έναν μικρό ανθρωπάκο!
Μιλούσαν με χαμηλή φιλική φωνή. Αρκεί να πατούσες ένα κουμπί και να έλεγες: «ΣΥΖΉΤΗΣΗ»
Τότε τα μάτια του άλλαζαν χρώμα και γίνονταν γαλάζια. Επιπλέον ένα κόκκινο φωτάκι άναβε στην περιοχή του στόματος.
Τότε έπρεπε να πεις: «ΠΡΟΒΛΗΜΑ» και να αρχίσεις να μιλάς με λίγες λέξεις για το πρόβλημά σου.
Π.χ έπρεπε να πεις: «Πρέπει να κάνω εγχείριση στο γόνατο, αλλά φοβάμαι»
Τότε το ρομπότ, άνοιγε τον υπολογιστή, έψαχνε σε διάφορες σελίδες και σου έλεγε απλά και κατανοητά, τι θα πάθαινες αν δεν έκανες εγχείριση και τι περίπου, ήταν μια τέτοια εγχείριση.
Επίσης μπορούσε σαν πεις: «πρόβλημα» και να αρχίσεις να περιγράφεις ένα πρόβλημα σχετικό με μια απόφαση οικονομική που πρέπει να πάρεις.
Π.χ. «Δεν μπορώ πια να δουλεύω, στην περιουσία μου Πώς να έχω εισόδημα;»
Στα τέσσερα χρόνια, ο πρώτος κάτοικος στο χωριό, πούλησε μια μεγάλη έκταση σε κάποιον ξένο αγοραστή.
Με τα χρήματα άρχισε να ζει πιο άνετα. Στην έκταση εμφανίστηκαν πολλά πανομοιότυπα σπίτια. Ένας οικισμός ξεπήδησε και σε λίγο εμφανίστηκαν οι κάτοικοί του. Ήταν κινέζοι. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν γιατροί, άλλοι οδοντίατροι, άλλοι μηχανικοί, άλλοι λογιστές. Γρήγορα άρχισε να αλλάζει το τοπίο. Καταστήματα και εργοστάσιο άνοιξαν.
Οι άνθρωποι του τόπου συνέχισαν να πουλούν εκτάσεις ακαλλιέργητες και αφημένες στην τύχη τους. Σιγά σιγά γερνούσαν και με τα χρήματα από τις πωλήσεις τους, των χωραφιών τους, πλήρωναν και τους φρόντιζαν. Τα χρόνια περνούσαν, σιγά σιγά πέθαιναν και η περιοχή άλλαζε χέρια.
Άλλαζε και φυσιογνωμία, γλώσσα και ύφος. Σε είκοσι χρόνια, ολόκληρη η χώρα σχεδόν ήταν κινεζική. Με νομιμότητα και χωρίς καμία πράξη επιβολής . Όλη την δουλειά την ολοκλήρωσαν τα ρομπότ. Η Κίνα επεκτεινόταν χωρίς να ανοίξει μύτη και χωρίς να ξεκινήσει κανένας πόλεμος.
Οι χώρες του νότου η μια μετά την άλλη κινεζοποιήθηκαν και σε εξήντα χρόνια, η Κίνα , ήταν η πρώτη δύναμη στον κόσμο, σε πληθυσμό, σε πλούτο, σε τεχνολογία, σε έκταση και σε παραγωγή.
Ήταν η εποχή του χρυσού δράκου.
Κανείς δεν ξέρει πόσο κράτησε.
Νομίζω ότι κρατάει ακόμα και επεκτείνεται…

Advertisements

Μια ζωή δεν φτάνει

Λοιπόν επιτέλους έχω καταλήξει. Θα έπρεπε να έχουμε τέσσερις ζωές.
Τέσσερις! Ούτε τρεις, ούτε πέντε, ούτε αιώνια ζωή. Το ιδανικό είναι τέσσερις ζωές. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο, λίγο κι άδικο.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Μια ζωή χρειάζεται ο καθένας μας, για να διαβάσει, να μαθητεύσει, να διερευνήσει, να μελετήσει, να στοχαστεί, να υιοθετήσει, διάφορες θεωρίες, επιστήμες, έρευνες, συσσωρευμένες γνώσεις, πειραματικές μεθόδους, φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές έρευνες –θεωρίες ,θέσεις και να οδηγηθεί σχετικά, σε κάποια συμπεράσματα για το τι είναι ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο ίδιος και τι από όλα αυτά τον εκφράζουν, του ταιριάζουν, τον κάνουν να είναι πλησιέστερα σε αυτό που θέλει να είναι.

Μια ζωή χρειάζεται για να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο, να συναναστραφεί με ανθρώπους από άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, άλλους πολιτισμούς, άλλες συνήθειες, με άλλα δεδομένα, άλλα ζητούμενα, άλλα ήθη άλλα έθιμα, άλλες ανάγκες, άλλη φύση, άλλη κοινωνική οργάνωση και άλλη βιολογική και κοινωνική ανάπτυξη, άλλη εμφάνιση , άλλα χαρακτηριστικά, άλλη γλώσσα , άλλη θρησκεία, άλλη φυλή και άλλο αξιακό σύστημα.

Μια ζωή χρειάζεται για να δημιουργήσει οικογένεια. Να αφοσιωθεί σε αυτήν και στις ανάγκες της, να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, για να διατηρήσει το είδος του , αλλά και να το προάγει σε καλύτερο επίπεδο. Να αφιερωθεί για αρκετά χρόνια στην στήριξη και την υποστήριξη των αδύναμων μικρών απογόνων του, να τους διδάξει τρόπους ασφαλούς επιβίωσης, και να τους διευκολύνει να ενταχθούν κοινωνικά, να διασφαλίσει τη σωματική και ψυχική τους επάρκεια και ισορροπία. Να τους προσφέρει περιβάλλον ολόπλευρης και ασφαλούς ανάπτυξης και να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς μαζί τους σε όλη την ζωή, τηρώντας την ανθρώπινη σχέση που εμπεριέχει, το ένστικτο αλλά και την έλλογη απόφαση, επιλογή, ανάπτυξη.

Μια ζωή χρειάζεται για να κάνει αυτό που έχει καταλήξει, ότι τον εκφράζει, τον δικαιώνει, τον αναπτύσσει , τον κάνει ωφέλιμο, του δημιουργεί καλές και αγαθές προθέσεις, τον βοηθάει να εκφραστεί, να δημιουργήσει, να προσφέρει, να ενταχθεί, να είναι ευτυχισμένος {( εύ+ τεύχω =φτιάχνω), να έχει δηλαδή μια κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων}. Να ζει όπως θέλει.
Είτε αυτό είναι η διαρκής ,αποκλειστική και συνεχής απασχόλησή του, με την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τεχνική, ή την οποιαδήποτε χειρονακτική ή μη εργασία, στον αγροτικό τομέα, ή σε άλλους τομείς οτιδήποτε κι αν αφορούν , όπου και αν ανήκουν.

Αυτές είναι οι τέσσερις ζωές που θα έπρεπε να δικαιούμαστε να έχουμε ως όντα. Τώρα πώς ακριβώς θα διαδέχονταν ο ένας κύκλος τον άλλο, ποιος θα προηγείτο του άλλου ,πώς θα εξυπηρετούσαν όλα αυτά την όποια κοινωνική οργάνωση και πόσο θα διαρκούσαν αυτοί οι κύκλοι και αν θα ήταν όλοι στο ίδιο σύμπαν, και σε ποιές διαστάσεις και χωροχρόνους,
αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης κρύας εβδομάδας με κλεισούρα και σκέψεις !
Προς το παρόν αυτά.

Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.

Άνοιξη και σχήμα οξύμωρο

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους βλέπω ξεκάθαρα τη διαφορά. Σαν ο κόσμος να χωρίζεται στα δυο, με μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα. Ευδιάκριτη. Σαν αυτή που βάζει η αστυνομία για να περιχαρακώσει τον τόπο του εγκλήματος και να απομακρύνει τους περίεργους.
Απ’ τη μια μεριά είναι οι ήσυχοι, οι λογικοί, οι τακτοποιημένοι διανοητικά, αυτοί που ζουν τη ζωή, εκπληρώνοντας στόχους και κάνοντας κάθε φορά, λογικές σκέψεις, λογικούς συνειρμούς, λογικές πράξεις, αυτοί που το μέτρο είναι δεμένο μαζί με τον ομφάλιο λώρο τους και δεν το χάνουν ποτέ, αυτοί που αντέχουν τη ζωή αλλά κυρίως αυτοί που αντέχουν το θάνατο.
Αυτοί που λένε πάντα, τα λόγια τα λογικά: «Έκανε τον κύκλο του» ή «Ήταν ένας φυσιολογικός θάνατος, μακάρι να πάμε στα χρόνια του» ή «Είναι το μόνο σίγουρο που θα μας συμβεί, το παίρνεις απόφαση πολύ μικρός, το συνηθίζεις», ή όλα τα παραπάνω μαζεμένα, την ώρα που κάνουν κάτι άσχετο.
Αυτοί που είναι όπως στις κηδείες των κινηματογραφικών έργων, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο δεν παίζει ο θάνατος, αλλά το ωραίο καθαρό λείο πράσινο χαλί που υποδύεται το γκαζόν, οι άνετες καρέκλες στην ύπαιθρο, όπου κάθονται οι συγγενείς, ο λιτός, σύντομος και τυπικός αποχαιρετιστήριος λόγος κάποιου, οι κομψές και καλοντυμένες κυρίες , τα ψύχραιμα κουστουμαρισμένα παιδάκια και τα οι γυαλιστερά όμοια μαύρα αυτοκίνητα που θα οδηγήσουν τους συγγενείς και καλεσμένους στην δεξίωση στο σπίτι. Εκεί όλοι μιλούν χαμογελαστά για τον εκλιπόντα και ετοιμάζουν συνεργατικά κι αδελφωμένα τα εδέσματα που θα τσιμπήσουν, πίνοντας ένα ελαφρύ κρασί, όρθιοι με ένα κρυστάλλινο ποτήρι στο χέρι. Εκεί όπου θα συναντηθούν παλιοί γνωστοί ή και παλιοί έρωτες, θα ανταλλάξουν τυπικές και συγκεκριμένες προτάσεις για λίγο, μέχρι να θεωρήσουν ότι τελείωσε η ορισμένη ώρα της υποχρέωσης και θα αρχίσουν να φεύγουν ένας ένας, έως ότου απομείνει ο τελευταίος. Ο πιο στενός, που κι αυτός ψύχραιμος , θα μαζέψει, θα τακτοποιήσει, θα κλείσει τα παράθυρα και θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να ζητήσει από κανέναν το λόγο, γιατί ο άνθρωπός του πέθανε.
Αυτοί που ζουν σαν σε ένα έργο του Γούντι Άλλεν, χωρίς τον αιωνίως ανικανοποίητο, νευρωσικό και φοβικό Γούντι Άλλεν.
Απ’ την άλλη μεριά της κόκκινης κορδέλας , είναι οι «βαρεμένοι», οι «κουλοί», οι φευγάτοι, αυτοί που μια ζωή παλεύουν με τα πάθη τους, με τους φόβους τους, με τα βάσανά τους. Αυτοί που άλλοτε τα νικούν κι άλλοτε σύρονται και άγονται απ’ αυτά. Αυτοί που συνεχώς βρίσκονται σε μια μάχη και που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρη η έκβασή της.
Αυτοί που αγαπούν το ίδιο, τα μωρά και τους γέρους. Αυτοί που φθείρονται και ξοδεύονται στις αγάπες τους ασύστολα, χωρίς να υπολογίζουν το φυτίλι που μικραίνει. Αυτοί που οι ενοχές, τούς βασανίζουν και σκέφτονται τα λάθη τους ξανά και ξανά, πέντε, δέκα ,είκοσι χρόνια μετά, και πάντα μετανιώνουν, αναζητώντας μια εξιλέωση που δεν μπορεί πια να κερδηθεί. Αυτοί που αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς, και τους μιλάνε. Τους ζητάνε βοήθεια, ή τη γνώμη τους ή την ευχή τους, τους νοιώθουν να τριγυρίζουν δίπλα τους και τους λογίζουν για παρέα τους, χωρίς να υπολογίζουν τους εφτά ή τους δεκαεφτά ουρανούς που τους χωρίζουν. Αυτοί που μοιάζουν πιο πολύ Νοτιαμερικανοί και συνδιαλέγονται με νεκρούς και ζωντανούς, με την ίδια σοβαρότητα, την ίδια αγάπη. Και την ίδια εγγύτητα. Οι παράλογοι. Αυτοί που νοιάζονται ως το μεδούλι της ψυχής τους και πάντα μένουν με το παράπονο. Αυτοί που δεν νοιάζονται αν θα τους κάψουν ή αν θα τους θάψουν γιατί δεν είναι αυτό το θέμα τους.
Το θέμα τους είναι άλλο. Το θέμα τους είναι ότι δεν δέχονται τον θάνατο. Δεν θέλουν να πεθάνουν ούτε αυτοί ούτε οι άνθρωποι που αγαπούν. Δεν θέλουν να πεθάνουν τα παιδιά, ούτε οι γέροι. Θλίβονται και ταράζονται είτε πνίγονται μαζικά παιδιά στη Νότια Κορέα που πάνε εκδρομή, είτε σκοτώνεται κάποιο παιδί περνώντας μια διάβαση που δεν είχε πεζογέφυρα γυρνώντας απ’ το σχολείο, είτε ένας τραγουδιστής που δεν είχαν ακούσει ποτέ, είτε ένας γείτονας που έβλεπαν κάθε απόγευμα απέναντι στο μπαλκόνι του, είτε πεθαίνει η πεθερά τους. Δεν θέλουν να πεθάνουν όσοι δεν το θέλουν. Δεν το δέχονται. Και δεν είναι στην εφηβεία τους και στις πρώιμες υπαρξιακές τους αναζητήσεις.
Είναι έξαλλοι, θυμωμένοι, κι απελπισμένοι με αυτή την άτιμη, άδικη και αναντίρρητη προοπτική.
Άλλοι βρίζουν, άλλοι αρρωσταίνουν, άλλοι χάνονται μέσα τους . Παρηγορούνται και ξεχνιούνται,δουλεύοντας μέχρι τελικής εξόντωσης, γράφοντας,διαβάζοντας, ζωγραφίζοντας, τραγουδώντας, μεθώντας, κάνοντας παιδιά ασταμάτητα, όντας πάντα ερωτευμένοι,χτίζοντας,ή γκρεμίζοντας, σπίτια,σχέσεις,δουλειές,ζωές,ταξιδεύοντας όλο και πιο μακριά.
Πάντα όμως,στο μάτι τους βασιλεύει η απελπισία, η φοβερή γνώση και η άρνηση να δεχτούν. Όλη τους η ζωή είναι μια προσπάθεια, να αποφύγουν τη σκέψη του αναπόφευκτου.