Μια ζωή δεν φτάνει

Λοιπόν επιτέλους έχω καταλήξει. Θα έπρεπε να έχουμε τέσσερις ζωές.
Τέσσερις! Ούτε τρεις, ούτε πέντε, ούτε αιώνια ζωή. Το ιδανικό είναι τέσσερις ζωές. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο, λίγο κι άδικο.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Μια ζωή χρειάζεται ο καθένας μας, για να διαβάσει, να μαθητεύσει, να διερευνήσει, να μελετήσει, να στοχαστεί, να υιοθετήσει, διάφορες θεωρίες, επιστήμες, έρευνες, συσσωρευμένες γνώσεις, πειραματικές μεθόδους, φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές έρευνες –θεωρίες ,θέσεις και να οδηγηθεί σχετικά, σε κάποια συμπεράσματα για το τι είναι ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο ίδιος και τι από όλα αυτά τον εκφράζουν, του ταιριάζουν, τον κάνουν να είναι πλησιέστερα σε αυτό που θέλει να είναι.

Μια ζωή χρειάζεται για να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο, να συναναστραφεί με ανθρώπους από άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, άλλους πολιτισμούς, άλλες συνήθειες, με άλλα δεδομένα, άλλα ζητούμενα, άλλα ήθη άλλα έθιμα, άλλες ανάγκες, άλλη φύση, άλλη κοινωνική οργάνωση και άλλη βιολογική και κοινωνική ανάπτυξη, άλλη εμφάνιση , άλλα χαρακτηριστικά, άλλη γλώσσα , άλλη θρησκεία, άλλη φυλή και άλλο αξιακό σύστημα.

Μια ζωή χρειάζεται για να δημιουργήσει οικογένεια. Να αφοσιωθεί σε αυτήν και στις ανάγκες της, να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, για να διατηρήσει το είδος του , αλλά και να το προάγει σε καλύτερο επίπεδο. Να αφιερωθεί για αρκετά χρόνια στην στήριξη και την υποστήριξη των αδύναμων μικρών απογόνων του, να τους διδάξει τρόπους ασφαλούς επιβίωσης, και να τους διευκολύνει να ενταχθούν κοινωνικά, να διασφαλίσει τη σωματική και ψυχική τους επάρκεια και ισορροπία. Να τους προσφέρει περιβάλλον ολόπλευρης και ασφαλούς ανάπτυξης και να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς μαζί τους σε όλη την ζωή, τηρώντας την ανθρώπινη σχέση που εμπεριέχει, το ένστικτο αλλά και την έλλογη απόφαση, επιλογή, ανάπτυξη.

Μια ζωή χρειάζεται για να κάνει αυτό που έχει καταλήξει, ότι τον εκφράζει, τον δικαιώνει, τον αναπτύσσει , τον κάνει ωφέλιμο, του δημιουργεί καλές και αγαθές προθέσεις, τον βοηθάει να εκφραστεί, να δημιουργήσει, να προσφέρει, να ενταχθεί, να είναι ευτυχισμένος {( εύ+ τεύχω =φτιάχνω), να έχει δηλαδή μια κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων}. Να ζει όπως θέλει.
Είτε αυτό είναι η διαρκής ,αποκλειστική και συνεχής απασχόλησή του, με την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τεχνική, ή την οποιαδήποτε χειρονακτική ή μη εργασία, στον αγροτικό τομέα, ή σε άλλους τομείς οτιδήποτε κι αν αφορούν , όπου και αν ανήκουν.

Αυτές είναι οι τέσσερις ζωές που θα έπρεπε να δικαιούμαστε να έχουμε ως όντα. Τώρα πώς ακριβώς θα διαδέχονταν ο ένας κύκλος τον άλλο, ποιος θα προηγείτο του άλλου ,πώς θα εξυπηρετούσαν όλα αυτά την όποια κοινωνική οργάνωση και πόσο θα διαρκούσαν αυτοί οι κύκλοι και αν θα ήταν όλοι στο ίδιο σύμπαν, και σε ποιές διαστάσεις και χωροχρόνους,
αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης κρύας εβδομάδας με κλεισούρα και σκέψεις !
Προς το παρόν αυτά.

Advertisements

Μεταλλάξεις

Όπως όλα τα καλά παιδάκια έτσι και τα δικά μου σε μικρή ηλικία πέρασαν διάφορες παιδικές αρρώστιες.

Κυρίως μπατμαν-ίτιδα, που ήταν η εξελιγμένη μορφή του ιού της ρομπεντωνδασων-ίτιδας,  και ζορο-ίτιδας, παγκόσμιου και παλιού ιού που προσβάλλει τους αθώους και τους ρομαντικούς, στην παιδική ηλικία,

Καθώς και σπαιντερμαν-ίτιδα που ήταν ακόμα πιο εξελιγμένη μορφή, περισσότερο επίμονη με πολλές  και μακρές επιπτώσεις και επιπλοκές, κυρίως λόγω της εκτεταμένης διασποράς του ιού παγκοσμίως.

Σε μια από αυτές τις μακριές επιδημίες, ένας εξάχρονος  σπάιντερμαν επέμενε να του πω σαν πάνσοφή μαμά που ήμουν, γιατί δεν έχουμε μεταλλαχθεί ακόμα και πότε θα μεταλλαχθούμε και γιατί αργεί τόσο πολύ η ανθρωπότητα να εκφράσει τη μετάλλαξη που οπωσδήποτε οφείλει, είναι απαραίτητο, φυσικό και αναγκαίο να δεχθεί/υποστεί/αναπτύξει.

Οι απαντήσεις μου γυρόφερναν αμήχανα και χαζά, γύρω από τους φρονιμίτες μας που τείνουν να εξαφανιστούν, διότι δεν μασουλάμε πια τεράστια, κλαδιά δέντρων! (άλλη γνώμη θα έχουν σίγουρα οι γναθοχειρουργοί, αλλά και όλοι εμείς τα τελευταία χρόνια, για το τι ακριβώς μασουλάμε,αλλά τέλος πάντων) και το ότι οι άνθρωποι έχουν λεπτότερο ουρανίσκο και μικρότερα δόντια σε σχέση με άλλα ζώα  και ότι είναι τα μόνα πρωτεύοντα, που έχουν τόσο μικρούς  σχεδόν ίσους με τα άλλα δόντια κυνόδοντες.

Επίσης έκανα μια απελπισμένη προσπάθεια να σώσω το γόητρο της μάνας! με ασθενική αναφορά στη μελανίνη και στο σκούρο χρώμα που προφύλασσε τον άνθρωπο από την ηλιακή ακτινοβολία,

αλλά τότε ο εξάχρονος  με κοίταζε με εμφανέστατη απογοήτευση  και δήλωνε  ότι αυτά δεν αξίζουν τίποτα και ο άνθρωπος θα έπρεπε να μεταλλαχθεί πλέον, ηχηρά και φανερά και καταλυτικά, διότι πολλές δεκάδες, εκατοντάδες αιώνες, παρέμεινε στάσιμος και προφανώς  αυτό δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις  του εξάχρονου, για την αόρατη και δυναμική πανταχού παρουσία του τιμωρού ανθρώπου σε όλες τις αδικίες/ανομίες/παρανομίες/εγκλήματα/ανοσιουργήματα χωρίς καθυστέρηση και χωρίς καμία ελπίδα  διαφυγής.

Πέρασαν χρόνια και η σπαιντερμανίτιδα πέρασε. Τη θέση της πήρε η σκέψη, ο προβληματισμός, η εκμάθηση θεωριών, η ιστορική μελέτη, η σύγκριση μεταξύ των πολιτισμών, η αναζήτηση των αιτίων και των αποτελεσμάτων και άλλα πολλά.

Αυτά πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό μου όταν Σάββατο απόγευμα, με έφερε η ανάγκη (ή μάλλον το πείσμα) σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο των νοτίων προαστίων. Εκεί υπήρχε ανοιχτό κατάστημα κινητής τηλεφωνίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα διόρθωνε το λάθος του πωλητή άλλου καταστήματος της αλυσίδας, ο οποίος μου έδωσε λάθος προϊόν, ασύμβατο με το τηλέφωνο και εν τω μεταξύ έκλεισε για Σαββατοκύριακο, αφήνοντάς με χωρίς τηλέφωνο.

(Αφήνω ασχολίαστο το γεγονός ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη του λάθους, και κάνοντας το Γερμανό! μου δήλωσε ότι «ναι μεν είναι αλυσίδα αλλά…», θα πρέπει ν αγοράσω άλλο προϊόν και να λύσω το θέμα μου την Δευτέρα με το κατάστημα όπου δημιουργήθηκε το λάθος)

Σάββατο,  λοιπόν νωρίς, απόγευμα, Απρίλης, Ελλάδα, Άνοιξη, χαρά θεού, ήλιος φιλικός, θάλασσα που στραφταλίζει, αέρας ανοιξιάτικος ζεστός, λουλούδια και δέντρα στο φόρτε τους,

Επιπλέον η Ελλάδα στη γνωστή κατάσταση. Με το ένα πόδι στη χρεοκοπία και το άλλο στην υποτέλεια, στην ανεργία, στα παρακάλια. Με τους νέους να φεύγουν στην Αγγλία, Ολλανδία, Γερμανία και αλλαχού, ψάχνοντας έναν τρόπο ύπαρξης.

Και όμως,

Τα μαγαζιά είναι όλα ανοιχτά. Κόσμος μπαινοβγαίνει ψωνίζει; κοιτάζει; Δεν ξέρω.

Και στους δυο τελευταίους ορόφους που είναι οι καφετέριες; Το αδιαχώρητο.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, στριμωγμένοι σε τραπεζάκια σε απόσταση αναπνοής η μια παρέα από την άλλη, πίνουν καφέ.

Ουρανός φαίνεται ελάχιστος και  από ελάχιστους. Αέρας απών. Από παντού κλειστά με τζαμαρίες. Οι άνθρωποι έχουν μαζί τους και καρότσια με μωρά. Τα περισσότερα κοιτάζουν με απλανές βλέμμα και σιγονανουρίζονται από την οχλοβοή των ανθρώπων, σε ένα περιβάλλον που επειδή χαρακτηρίζεται «έξω»,  όσοι θέλουν καπνίζουν.

Κάποιο μωρό δίπλα μας  αρχίζει να κλαίει ασταμάτητα. Η μητέρα του βγάζει το κινητό της και το τοποθετεί μέσα στο καρότσι του βρέφους δίπλα στο κεφάλι του.Προφανώς μουσική.

Το μωρό σταματάει να την ενοχλεί.

Ο μέσα χώρος είναι επίσης γεμάτος από κόσμο. Στο ισόγειο υπήρχαν μεγάλοι χώροι με παιχνίδια της playmobil όπου τα παιδιά μπορούν να τα αγγίξουν και να παίξουν, ώστε να τα γνωρίσουν να τα επιθυμήσουν και να ζητήσουν από τους γονείς  να τα αγοράσουν αργότερα. Κυλιόμενες σκάλες με ένα αέναο πλήθος που ανεβοκατεβαίνει, φώτα, στολίδια, μουσική, οθόνες, διακοσμητικά, φτιάχνουν ένα  σύνθετο και βαρύ περιβάλλον, που τα παιδικά  και βρεφικά μάτια και αυτιά, δεν μπορούν  να απορροφήσουν παρά μόνο, ως  διεγερτικό ή αποχαυνωτικό.

Στους επάνω ορόφους  που συνωστίζονται οι γονείς για καφέ, υπάρχει και εκεί η ίδια εικόνα. Τραπεζάκια δεν υπάρχουν ελεύθερα ούτε για δείγμα. Τα παιδιά εδώ, είναι γύρω από μεγάλες  κατασκευές της playmobil, τα οποία συνιστούν ολόκληρες συνθέσεις, κλεισμένες ερμητικά σε πλαστικά διαφανή κουτιά και εκείνα απλώς τα κοιτάζουν με λαχτάρα.

 

Μεταλλαχθήκαμε.

Μεταλλαχθήκαμε,  μου ’ρχεται να φωνάξω, αλλά σκέφτομαι ότι θα είμαι απλά γραφική.

Ναι ρε γαμώτο, τώρα τις βλέπω ολοκάθαρα τις μεταλλάξεις. Μια γενιά ετοιμάζεται που μόνο σε οθόνες μπορεί πλέον να συγκεντρωθεί.

Που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν και τίποτα.

Μεταλλαχθήκαμε.

Κανονικά η μυωπία θα είναι πια η φυσική κατάσταση του ματιού μας.

Τα δάχτυλά μας  θα είναι πιο μακριά και πιο ανθεκτικά.

Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα θα πάψει να υφίσταται.

Η μέση μας και τα πόδια μας θα προσαρμοσθούν ανάλογα στην καθιστή θέση.

Όσον αφορά τα συναισθήματα, την επικοινωνία και την ουσία; Γκουγκλάρετέ το.

Η φύση δεν σημαίνει τίποτα, είναι μια γραφικότητα για ρομαντικούς, ηλικιωμένους και κάτι τρελλούς, εμμονικούς που τους λένε οικολόγους. Γι αυτό δεν τυγχάνει καμιάς προστασίας και σημασίας από κανέναν.

Μια άλλη μετάλλαξη είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον «Καλοί άνθρωποι»

Καλός άνθρωπος είναι πλέον μια απλοϊκή χαζούλικη έκφραση που δεν έχει αντίκρισμα, δεν σημαίνει τίποτα.

Υπάρχουν αξιόλογοι άνθρωποι. Αυτοί που αξίζει να τους ακούς, να τους διαβάζεις, να τους ακολουθείς. «Αξιόλογοι άνθρωποι», και δεν αναφέρομαι σε επιφανείς, φυσιογνωμίες που ξεχωρίζουν για τα σημαντικά πράγματα που κάνουν που εφευρίσκουν που συγγράφουν που, συνθέτουν, που διδάσκουν, που,που.

Όχι αναφέρομαι σε άλλους πολλούς που όμως, είναι πλέον «αξιόλογοι» Αυτοί που είναι  γιατροί και όντες φίλοι, γνωστοί σου, όταν είσαι κάπου κοντά τους και πάθεις κάτι, σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν και σου λένε: «Πάρε τηλέφωνο τη γραμματέα να σου κλείσει ένα ραντεβού να το δούμε!»

Που το πρώτο και μοναδικό τους μέλημα είναι το κτίσιμο του επαγγελματικού τους προφίλ, η διαφύλαξη της απόστασης από τους άλλους, η προσωπική τους ανάπτυξη, η ενδοσκόπηση τους, η ανάλυσή τους και η προσπάθεια της κοινωνικής τους ανέλιξης. Αναφέρομαι στο είδος του ανθρώπου που έχει ανατείλει και τα πάντα κινούνται γύρω από το προφίλ του. Επαγγελματικό, προσωπικό, ψυχολογικό κλπ

Μεταλλαχθήκαμε.

Τι άλλο να πω; Θα μπρούσα να γράφω ως αύριο. Θα μπορούσα να το χτενίσω και το κείμενο για να είναι καλύτερο…και τι θα άλλαζε;

 

Πάω για περπάτημα.

Κάποια απόχρωση διαφορετική θα έχει σήμερα η θάλασσα και δεν θέλω να τη χάσω, θα είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για πάντα στους αιώνες.

Άνοιξη και σχήμα οξύμωρο

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους βλέπω ξεκάθαρα τη διαφορά. Σαν ο κόσμος να χωρίζεται στα δυο, με μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα. Ευδιάκριτη. Σαν αυτή που βάζει η αστυνομία για να περιχαρακώσει τον τόπο του εγκλήματος και να απομακρύνει τους περίεργους.
Απ’ τη μια μεριά είναι οι ήσυχοι, οι λογικοί, οι τακτοποιημένοι διανοητικά, αυτοί που ζουν τη ζωή, εκπληρώνοντας στόχους και κάνοντας κάθε φορά, λογικές σκέψεις, λογικούς συνειρμούς, λογικές πράξεις, αυτοί που το μέτρο είναι δεμένο μαζί με τον ομφάλιο λώρο τους και δεν το χάνουν ποτέ, αυτοί που αντέχουν τη ζωή αλλά κυρίως αυτοί που αντέχουν το θάνατο.
Αυτοί που λένε πάντα, τα λόγια τα λογικά: «Έκανε τον κύκλο του» ή «Ήταν ένας φυσιολογικός θάνατος, μακάρι να πάμε στα χρόνια του» ή «Είναι το μόνο σίγουρο που θα μας συμβεί, το παίρνεις απόφαση πολύ μικρός, το συνηθίζεις», ή όλα τα παραπάνω μαζεμένα, την ώρα που κάνουν κάτι άσχετο.
Αυτοί που είναι όπως στις κηδείες των κινηματογραφικών έργων, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο δεν παίζει ο θάνατος, αλλά το ωραίο καθαρό λείο πράσινο χαλί που υποδύεται το γκαζόν, οι άνετες καρέκλες στην ύπαιθρο, όπου κάθονται οι συγγενείς, ο λιτός, σύντομος και τυπικός αποχαιρετιστήριος λόγος κάποιου, οι κομψές και καλοντυμένες κυρίες , τα ψύχραιμα κουστουμαρισμένα παιδάκια και τα οι γυαλιστερά όμοια μαύρα αυτοκίνητα που θα οδηγήσουν τους συγγενείς και καλεσμένους στην δεξίωση στο σπίτι. Εκεί όλοι μιλούν χαμογελαστά για τον εκλιπόντα και ετοιμάζουν συνεργατικά κι αδελφωμένα τα εδέσματα που θα τσιμπήσουν, πίνοντας ένα ελαφρύ κρασί, όρθιοι με ένα κρυστάλλινο ποτήρι στο χέρι. Εκεί όπου θα συναντηθούν παλιοί γνωστοί ή και παλιοί έρωτες, θα ανταλλάξουν τυπικές και συγκεκριμένες προτάσεις για λίγο, μέχρι να θεωρήσουν ότι τελείωσε η ορισμένη ώρα της υποχρέωσης και θα αρχίσουν να φεύγουν ένας ένας, έως ότου απομείνει ο τελευταίος. Ο πιο στενός, που κι αυτός ψύχραιμος , θα μαζέψει, θα τακτοποιήσει, θα κλείσει τα παράθυρα και θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να ζητήσει από κανέναν το λόγο, γιατί ο άνθρωπός του πέθανε.
Αυτοί που ζουν σαν σε ένα έργο του Γούντι Άλλεν, χωρίς τον αιωνίως ανικανοποίητο, νευρωσικό και φοβικό Γούντι Άλλεν.
Απ’ την άλλη μεριά της κόκκινης κορδέλας , είναι οι «βαρεμένοι», οι «κουλοί», οι φευγάτοι, αυτοί που μια ζωή παλεύουν με τα πάθη τους, με τους φόβους τους, με τα βάσανά τους. Αυτοί που άλλοτε τα νικούν κι άλλοτε σύρονται και άγονται απ’ αυτά. Αυτοί που συνεχώς βρίσκονται σε μια μάχη και που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρη η έκβασή της.
Αυτοί που αγαπούν το ίδιο, τα μωρά και τους γέρους. Αυτοί που φθείρονται και ξοδεύονται στις αγάπες τους ασύστολα, χωρίς να υπολογίζουν το φυτίλι που μικραίνει. Αυτοί που οι ενοχές, τούς βασανίζουν και σκέφτονται τα λάθη τους ξανά και ξανά, πέντε, δέκα ,είκοσι χρόνια μετά, και πάντα μετανιώνουν, αναζητώντας μια εξιλέωση που δεν μπορεί πια να κερδηθεί. Αυτοί που αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς, και τους μιλάνε. Τους ζητάνε βοήθεια, ή τη γνώμη τους ή την ευχή τους, τους νοιώθουν να τριγυρίζουν δίπλα τους και τους λογίζουν για παρέα τους, χωρίς να υπολογίζουν τους εφτά ή τους δεκαεφτά ουρανούς που τους χωρίζουν. Αυτοί που μοιάζουν πιο πολύ Νοτιαμερικανοί και συνδιαλέγονται με νεκρούς και ζωντανούς, με την ίδια σοβαρότητα, την ίδια αγάπη. Και την ίδια εγγύτητα. Οι παράλογοι. Αυτοί που νοιάζονται ως το μεδούλι της ψυχής τους και πάντα μένουν με το παράπονο. Αυτοί που δεν νοιάζονται αν θα τους κάψουν ή αν θα τους θάψουν γιατί δεν είναι αυτό το θέμα τους.
Το θέμα τους είναι άλλο. Το θέμα τους είναι ότι δεν δέχονται τον θάνατο. Δεν θέλουν να πεθάνουν ούτε αυτοί ούτε οι άνθρωποι που αγαπούν. Δεν θέλουν να πεθάνουν τα παιδιά, ούτε οι γέροι. Θλίβονται και ταράζονται είτε πνίγονται μαζικά παιδιά στη Νότια Κορέα που πάνε εκδρομή, είτε σκοτώνεται κάποιο παιδί περνώντας μια διάβαση που δεν είχε πεζογέφυρα γυρνώντας απ’ το σχολείο, είτε ένας τραγουδιστής που δεν είχαν ακούσει ποτέ, είτε ένας γείτονας που έβλεπαν κάθε απόγευμα απέναντι στο μπαλκόνι του, είτε πεθαίνει η πεθερά τους. Δεν θέλουν να πεθάνουν όσοι δεν το θέλουν. Δεν το δέχονται. Και δεν είναι στην εφηβεία τους και στις πρώιμες υπαρξιακές τους αναζητήσεις.
Είναι έξαλλοι, θυμωμένοι, κι απελπισμένοι με αυτή την άτιμη, άδικη και αναντίρρητη προοπτική.
Άλλοι βρίζουν, άλλοι αρρωσταίνουν, άλλοι χάνονται μέσα τους . Παρηγορούνται και ξεχνιούνται,δουλεύοντας μέχρι τελικής εξόντωσης, γράφοντας,διαβάζοντας, ζωγραφίζοντας, τραγουδώντας, μεθώντας, κάνοντας παιδιά ασταμάτητα, όντας πάντα ερωτευμένοι,χτίζοντας,ή γκρεμίζοντας, σπίτια,σχέσεις,δουλειές,ζωές,ταξιδεύοντας όλο και πιο μακριά.
Πάντα όμως,στο μάτι τους βασιλεύει η απελπισία, η φοβερή γνώση και η άρνηση να δεχτούν. Όλη τους η ζωή είναι μια προσπάθεια, να αποφύγουν τη σκέψη του αναπόφευκτου.