Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Advertisements

Έξι επί δεκατρία.

Έξι επί δεκατρία.
Αυτό ήταν ο ουρανός για έξι ημέρες. Έξι πλάκες στο πλάτος, δεκατρείς πλάκες στο μήκος. Έξι τετράγωνες, μεγάλες, υπόλευκες γκρίζες πλάκες, σαν αυτές των πεζοδρομίων. Από υλικό, φαντάζομαι, ελαφρύτερο. Τις μέτρησα άπειρες φορές στις ατέλειωτες ώρες της νύχτας. Πάντα εξέταζα την περίπτωση να έχω μπερδευτεί , να έχω κάνει λάθος.
Οι έξι στο πλάτος, ήταν σίγουρα έξι. Οι δεκατρείς , όμως στο μήκος; Ήταν δεκατρείς, ή είχα μπερδευτεί και έτσι που η σκέψη πήγαινε, τόσο μακριά, χανόταν στο δρόμο και έχασα κάποια;
Στη μια γωνία του θαλάμου εξ άλλου, υπήρχε η τουαλέτα και εκεί οι πλάκες κόβονταν από τον τοίχο, έτσι έχανα την ορατότητα του μετρήματος στην ευθεία. Τώρα έπρεπε να μετακομίσω το βλέμμα μου στην άλλη γωνία, αλλά σε εκείνο τον τοίχο υπήρχε η πόρτα του θαλάμου και αυτό μπέρδευε πολύ την κατάσταση. Έτσι ξεκινούσα να τις μετράω πάλι απ΄τη αρχή.
Ο ουρανός λοιπόν, ήταν γκρίζος και μοιρασμένος σε έξι επί δεκατρείς, πλάκες. Δυο μικρές τρύπες, περίπου στην τέταρτη πλάκα, μάλλον από καλώδια που πρέπει να περάσουν από την ψευδοοροφή, χαμηλά φώτα οροφής και σχάρα κεντρικού κλιματισμού. Μέρα και νύχτα ο ουρανός ήταν ίδιος.
Οι νύχτες στα νοσοκομεία είναι πολύ μεγάλες.

Ο άνθρωπος νομίζω ότι είναι μνήμη και άγγιγμα.
Μνήμη για να έχει συνείδηση ποιος είναι, από πού ήρθε, με ποιους άλλους έχει δεσμούς και τι είδους δεσμούς, τι έχει σημασία για αυτόν, ποιες είναι οι αξίες του, ο ηθικός του κώδικας και τα όριά του.
και άγγιγμα.
Συνειδητή, ηθελημένη επαφή.
Ερωτική/ προστατευτική/φιλική/αδελφική/ζεστή,/αλληλέγγυα/ βοηθητική/συντροφική. Επαφή αναγνώρισης/νοσταλγίας/στήριξης/αγάπης/αγωνίας/ αναζήτησης/επιβεβαίωσης/ επιβράβευσης/απώλειας /απελπισίας/ χαράς/ικανοποίησης/ανακούφισης.
Αν δεν έχει μνήμη
Αν με το άγγιγμα δεν σηματοδοτεί τίποτα.
Τότε, είσαι μαζί του, κοντά του, δίπλα του.
Και μόνος σου, ολομόναχος,
τον αποχαιρετάς κάθε μέρα, μέχρι να τον αποχαιρετίσεις οριστικά.
Η άνοια, το Αλτσχάιμερ, δεν είναι μια ασθένεια που καταστρέφει τον εγκέφαλο. Αυτές είναι καλές εξηγήσεις αν είσαι νευρολόγος, ψυχίατρος, βιολόγος, ψυχοβιολόγος, στέλεχος φαρμακευτικής εταιρίας, χημικός ή νευροβιολόγος.
Για όλους τους άλλους, είναι μια ασθένεια που σου κλέβει, σου καταστρέφει, σου ακυρώνει, τον άνθρωπο που ξέρεις, που έχεις, που αγαπάς. Τον δικό σου άνθρωπο. Τον μεταμορφώνει σε κάποιον, που δεν σε ξέρει ,δεν τον συνδέει τίποτα μαζί σου και δεν σημαίνεις τίποτα απολύτως γι αυτόν. Είσαι γι αυτόν ένας ξένος. Ένας ενοχλητικός ξένος.

Από εκεί και μετά είσαι συνέχεια στα μαρμαρένια αλώνια και δίνεις μάχες. Και κερδίζεις μάχες. Νίκες χωρίς κανένα νόημα.
Όσες μάχες κι αν δώσεις, με σπασμένα χέρια, με εγχειρίσεις σε σπασμένα ισχία, με λοιμώξεις και ιώσεις, είναι μάχες που τις κερδίζεις, αλλά ξέρεις πάντα ότι ο πόλεμος έχει χαθεί. Έτσι κι αλλιώς.
Πόσες μάχες δίνουμε χωρίς νόημα; Πολλές. Και πόσες απώλειες έχουμε σε αυτές τις μάχες; Πολλές.
Κάνεις προσπάθειες, να σκεφτείς κάτι μεγαλύτερο, οικουμενικό, που να ξεφύγεις από το θέμα σου, σκέφτεσαι, έχουν γράψει τόσοι: ο Μπρεχτ, ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Σαχτούρης, ο Χριστιανόπουλος, ή ο Καβάφης. Του κάκου. Καθόλου δεν σε παρηγορεί η τέχνη κάτι τέτοιες ώρες.
Για να μη σκέφτεσαι τις απώλειες,
Για να μη σκέφτεσαι το νόημα,
Για να μην πέφτεις σε βαθειά πηγάδια,
Για να μην παζαρεύεις με το Θεό, με τη συνείδησή σου,
Μετράς πλάκες στην οροφή.
Τις μετράς ατέλειωτες φορές και ποτέ δεν βγαίνουν σωστές. Σίγουρα στο πλάτος είναι έξι, στο μήκος όμως; Συνεχίστε να διαβάζετε το Έξι επί δεκατρία..