Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;

Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.