Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. γ΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

Ο Γιάννης ξύπνησε νωρίς όπως τις μέρες που πηγαίνει στη δουλειά,αν και ήταν Σάββατο, αλλά η Δάφνη είναι ήδη ξύπνια.Φοράει το μπουφάν της πάνω απ΄τις πιζάμες και κάθεται όρθια με την πλάτη κολλημένη στο καλοριφέρ στο σαλόνι που έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.
-Κρυώνεις;
-Ναι.
– Έλα εδώ,γιατί σηκώθηκες πρωί-πρωί; Κάτσε στα ζεστά, μη νοιώθεις άσχημα. Έτσι κι αλλιώς ξύπνησα, θα φτιάξω πρωινό.
Η Δάφνη ήρθε σιγά-σιγά και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σφιγμένη πάντα στο μπουφάν της.
Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Το δωμάτιο ζεστάθηκε και ο Γιάννης σηκώθηκε.
-Πάμε στην κουζίνα, έχεις συγκεκριμένο διαιτολόγιο;
-Όχι.
Ο Γιάννης κινείται άνετα σαν να ζούνε μαζί από καιρό ή σαν να είναι με κάποιον πολύ δικό του άνθρωπο. Η Δάφνη κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω.
-Αν θέλεις κάνε μια βόλτα στο σπίτι να δεις τα διάφορα… Δεν είσαι περίεργη;
-Τι σημασία έχει; Τι να δω;
-Δεν ξέρεις ποτέ…
-Σταμάτα να φέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα,με νευριάζεις!
-Ποιος είπε ότι δεν τρέχει τίποτα; Νοιώθω μεγάλη αμηχανία! Σου φαίνομαι τύπος που ψαρεύει μια γυναίκα στο δρόμο και την παίρνει σπίτι του, υπό κανονικές συνθήκες;
-Όχι.
-Σε λίγο θα νοιώσεις καλύτερα. Η νηστεία φέρνει υπογλυκαιμία και άσχημη διάθεση.
-Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Ο Γιάννης την κοίταξε και άρχισε να της μιλάει σοβαρά και ουδέτερα, προσπαθώντας να μη την ταράξει:
-Δάφνη, είναι άσχημο, είναι άδικο,είναι δύσκολο,όμως αυτή είναι η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.
Άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα άδικο, παράλογο ατύχημα,ένα πρωί που φεύγουν απ’ το σπίτι τους και δεν γυρίζουν ποτέ,χωρίς ποτέ να φαντάζονται κάτι τέτοιο… Δεν έχουν καν την ευκαιρία να το διαπραγματευτούν…
Εσύ τουλάχιστον μπορείς να παλέψεις,μπορείς να πιστέψεις ότι θα το νικήσεις,υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τα κατάφεραν,μην παραδοθείς,γίνεται πια και το νικούν τόσοι και τόσοι,θέλεις ενθάρρυνση και βοήθεια και στήριξη.
Θέλεις να σε βοηθήσω εγώ να το παλέψεις; Πρέπει όμως να θέλεις να ζήσεις,να πιστέψεις πως αξίζει τον κόπο,να αγωνιστείς… Δεν γίνεται να το θέλει ο γιατρός, ή εγώ πιο πολύ από σένα! Δεν πιάνει τότε.
-Εσύ γιατί να το θέλεις;Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα;
Ε; Με ήξερες κι εχτές ή θα με ξέρεις και αύριο; Τι σε νοιάζει αν πεθάνω; Τι σε νοιάζει αν ζήσω;
-Σε ξέρω μιάμιση βδομάδα κι είναι σαν να σε ξέρω πολύ καιρό… και θέλω να σε μάθω… και αύριο και μεθαύριο και μετά από πολλά χρόνια!
Η Δάφνη σφίχτηκε στο μπουφάν της.
-Κρυώνεις;
-Ναι..
-Δεν σε ξέρω, όταν συμβαίνει κάτι που σχετίζεται με την αρρώστια θέλω να μου το λες, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί κρυώνεις;
-Αυτά που λες με κάνουν και ανατριχιάζω δεν είναι απ’ την αρρώστια.
-Γιατί;
– Με αναγκάζεις να κοιτάζω το φως κατάματα και με τυφλώνει, με ζαλίζει… δεν έχω μάθει να ζω έτσι, με ενοχλούν όλα αυτά…
Ο Γιάννης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Άρχισε να βγάζει σκεύη και υλικά από τα ντουλάπια και το ψυγείο και να ετοιμάζει πρωινό.
Η Δάφνη στην αρχή κάθισε απόμακρα.Άκουγε τους θορύβους στην κουζίνα και μύριζε τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του φρυγανισμένου ψωμιού, χωρίς να σκέφτεται και χωρίς να κάνει κάτι. Καθόταν ακίνητη στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να έχει στο μυαλό της την επόμενή της κίνηση.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν και ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα.
-Πρωινό !Ανήγγειλε.
– Έλα, και όταν την είδε διστακτική και αβέβαιη, πήγε κοντά της και προσπάθησε να την οδηγήσει στην κουζίνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και άλλαξε εντελώς την ήρεμη ατμόσφαιρα.
-Φεύγω.Έχω καρκίνο! Καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι.Πεθαίνω να πάρει ο διάβολος !Π Ε Θ Α Ι Ν Ω Ω Ω. Έχω καρκίνο και πεθαίνω! Κι εσύ παίζεις! Τι νομίζεις ότι κάνεις; Παίζουμε το ζευγάρι;
Η Δάφνη ούρλιαζε.Ήταν εκτός εαυτού και ενώ φώναζε, πήγε στο σαλόνι πήρε το βαλιτσάκι της,άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα.
Ο Γιάννης δεν κουνήθηκε.
Είχε δίκιο.
Πράγματι ήταν παράλογο. Δεν χωρούσε στη λογική της. Σε ποιανού τη λογική εξ άλλου θα χωρούσε;
Ποιος μπορεί να συμπαρασταθεί,να βοηθήσει,να συν- αισθανθεί κάποιον που δεν είναι συγγενής του, σύντροφός του, φίλος του ή έστω απλά γνωστός του;
Σήμερα; Στη σημερινή εποχή; Και χωρίς να έχει κανένα συμφέρον, κανένα όφελος, καμία άμεση ή έστω έμμεση απολαβή;
Παράλογο.
Αδιανόητο.
Ύποπτο!

Ακόμα και η μάνα του δεν θα ήταν ανεκτική όπως τότε με τα γατάκια.
-«Πού πας να μπλέξεις παιδάκι μου;» – Θα του έλεγε. Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ανθρώπους να τον συντρέξουνε, κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και μακριά από σένα τέτοια βάσανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

Έχουν περάσει τρεις μέρες.
Τώρα η Δάφνη θα έχει χειρουργηθεί,όλα θα έχουν τελειώσει. Θα είναι άραγε πιο ήρεμη; Θα είναι πιο αποφασισμένη να το παλέψει; Θα έχει κάποιο φίλο ή συγγενή ή θα πορεύεται μόνη της;
Στο τηλέφωνο του νοσοκομείου του απήντησαν: «Δεν δίνουμε πληροφορίες από το τηλέφωνο»
Όταν έφθασε στο νοσοκομείο με την πολύχρωμη ανθοδέσμη του την άλλη μέρα, τον ρώτησαν στην είσοδο αν είναι συγγενής και ποιος είναι, κι όταν εκείνος ανυποψίαστος απάντησε:
«Φίλος της είμαι», η υπάλληλος στην ρεσεψιόν κοιτώντας σε μια οθόνη, δεν βρήκε το όνομά του και του δήλωσε τυπικά και ανέκφραστα ότι κατόπιν επιθυμίας της ασθενούς
«Μόνο στενοί συγγενείς μπορούν να την επισκεφτούν».

Ο Γιάννης γύρισε στο γραφείο του και ως αργά το βράδυ δούλεψε εντατικά. Το κινητό του ήταν επάνω στο γραφείο. Κάθε τόσο χτυπούσε. Τηλέφωνα υπηρεσιακά και προσωπικά.
Η Δάφνη όμως, όχι, δεν πήρε.

Όταν έφυγε από το κτίριο της εταιρείας, η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ο φύλακας τον χαιρέτησε στην πόρτα και κλείδωσε πίσω του.
Οδηγούσε αφηρημένος και σκεφτόταν: «Οι άνθρωποι…, ο καθένας είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιόρρυθμος, τόσο απόλυτα άλλος… και τόσο μόνος… πόσο πιο εύκολο έχει γίνει να είσαι μόνος …
…Ούτε μπορείς να δρομολογήσεις, τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους, όπως στη δουλειά σου που εσύ ελέγχεις σε μεγάλο βαθμό τους παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα…»

Άλλες κουρασμένες σκέψεις και νυχτερινές φιλοσοφίες, έρχονται στο μυαλό του, χωρίς να προσφέρουν τίποτα, οδηγεί και πελαγοδρομεί.
Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του πιάνει μια κίνηση στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πριν το ερέθισμα κάνει τη διαδρομή ως τον εγκέφαλο,
πριν καν η αντίληψη μορφοποιήσει τη σκέψη στο μυαλό, κανείς δεν ξέρει… πώς;
Ποια παλιά μνήμη; Ποια αυθόρμητη κίνηση; Ποια αυτοματοποιημένη αντίδραση;
Πώς; Πώς δουλεύει επιτέλους αυτό το μοναδικό μυαλό μας;

Έκανε απότομα μια γρήγορη αναστροφή, παράνομα και επικίνδυνα, βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και φρέναρε στο πεζοδρόμιο.
Οι νεαροί άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα μεταξύ τους. Φώναξε με δύναμη προς το μέρος τους κι ευτυχώς, η έρημη λεωφόρος, βοήθησε τη φωνή του να ακουστεί:
«Για παραγγελιά σάς θέλω, μη φεύγετε!» στάθηκε ακίνητος και κοίταζε προς το μέρος τους.
Ο τελευταίος, που καθυστέρησε περισσότερο στο δημιούργημά του απ τους άλλους και δεν είχε χαθεί στο σκοτεινό στενό, του φώναξε: «Τι θέλεις;»
«Δυό λέξεις στον τοίχο με σπρέι. Πληρώνω γι αυτό» Απάντησε ο Γιάννης.
Ο νεαρός σφύριξε δυνατά και άλλοι τρεις εμφανίστηκαν προσεκτικά από το σκοτεινό στενό. Προχώρησαν όλοι σιγά σιγά προς το μέρος του, ο Γιάννης περίμενε ακίνητος.
Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν. Φαίνονταν δεκαέξι δεκαεφτά χρονών, όχι μεγαλύτεροι, είχαν μακριά μαλλιά και στα χέρια κρατούσαν δυο σακούλες μεγάλες με υλικά.
Όταν έφτασαν κοντά του, τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και ο νεαρός που του είχε μιλήσει νωρίτερα και μάλλον ήταν αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα προχώρησε, έφτασε δίπλα του και είπε:
-Τι ρόλο παίζεις;
-Θέλω ένα κείμενο, μάλλον ένα μήνυμα, να γράψετε για μένα σε ένα τοίχο, θα σας πληρώσω, γίνεται;
-Τι θες να λέει; Ρώτησε ο νεαρός ξερά και απότομα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Σε ένα τοίχο απέναντι στο ΑΙΓΛΗ το θεραπευτήριο, με κόκκινο χτυπητό σπρέι, και να ζωγραφίσεις ένα πράσινο φύλλο δάφνης, γίνεται;
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος και άφωνος να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε έναν εξωγήινο που μόλις προσγειώθηκε και κατεβαίνει από το φωτεινό και τεράστιο ιπτάμενο δίσκο του.
-Τριακόσια ευρώ, τι λες; Επέμεινε ο Γιάννης.
Ο νεαρός πήγε δυο μέτρα πίσω που είχαν σταθεί οι υπόλοιποι, είπε στα γρήγορα δυο κουβέντες που ακούστηκαν σαν ερώτηση με κατάφαση και οι υπόλοιποι φάνηκε να συμφώνησαν, μετά γύρισε στο Γιάννη και του είπε:
-Εμείς κάνουμε μόνο γκράφιτι, αλλά εσύ είσαι ειδική περίπτωση και θα το κάνουμε.
Δεν θέλουμε λεφτά, θα πληρώσεις μόνο τα σπρέι. Πότε το θέλεις;
-Τώρα, σήμερα τη νύχτα, για να προλάβουμε, είπε ο Γιάννης εντελώς ακατανόητα. Οι πιτσιρικάδες όμως κατάλαβαν.
-Έγινε, θα πάμε τώρα.
Πρότεινε στο Γιάννη ένα χαρτί που από τη μια μεριά είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο και του είπε:
-Γράψε από την άλλη μεριά το μήνυμα, όπως το θέλεις και ζωγράφισε και το φύλλο της δάφνης, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ, -τόνισε- το θέλεις και γράψε δίπλα τα χρώματα.
Δώσε και εξήντα ευρώ και αύριο πέρνα να το δεις !
Ο Γιάννης άρχισε να γράφει, όταν τελείωσε του έδωσε εκατό ευρώ και το χαρτί και του είπε:
-Σου έγραψα και το τηλέφωνό μου αν θέλεις τίποτα …
-Δεν θέλω, ο νεαρός έσκισε το κομματάκι με το τηλέφωνο και το έδωσε στον έκπληκτο Γιάννη.
-Εξήντα σου είπα και πολλά είναι, συμπλήρωσε και άρχισαν όλοι να ψάχνουν τις τσέπες τους.
-Γεια, ευχαριστώ είπε ο Γιάννης, μπήκε γρήγορα στο αμάξι του και ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Ο Γιάννης είχε φτάσει στο γραφείο του σήμερα από τις επτάμισι.Περνώντας έξω από το θεραπευτήριο ΑΙΓΛΗ, έμεινε ώρα, να κοιτάζει και ο ίδιος κατάπληκτος τη δύναμη που ανέδυε το μήνυμά του!
Ένας άχρωμος τοίχος απέναντι στα παράθυρα των δωματίων,είχε αποκτήσει ζωή! και μετέδιδε ζωή, δύναμη, κέφι και διάθεση για μάχη!
Ένα τεράστιο δαφνόφυλλο καταπράσινο και μετά με διπλά, σκιασμένα, χονδρά και χαρούμενα κατακόκκινα γράμματα:
ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ,
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Από κάτω είχε ένα περίεργο σύμπλεγμα με λουλούδια, σε πολλά χρώματα, εντυπωσιακό και μεγάλο που σου δημιουργούσε την αίσθηση, της έκρηξης, της αναγέννησης, των φωτεινών πυροτεχνημάτων… δεν μπορούσε να αποφασίσει τι του θύμιζε.
Ο Γιάννης ήταν εντυπωσιασμένος.Ο νεαρός είχε προσθέσει ένα «σε»!

«Όταν εμείς γράφαμε συνθήματα άραγε, τότε, είχαν τόση δύναμη; Είχαν τόση αξία για κάποιον, για κάποιους; Δίναμε κάποια ελπίδα, ή υπόσχεση για να είναι νικηφόρα η μάχη;»
Παλιές ιστορίες, αναπάντητες.

Η μέρα ξεκίνησε με δουλειά και συναντήσεις.
Το τηλέφωνό του είναι πάνω στο γραφείο και το κοιτάζει συνεχώς μήπως χτύπησε και δεν το άκουσε.
Γύρω στις έντεκα,το τηλέφωνο χτύπησε με άγνωστο αριθμό.
-Ναι.
Όλο το νοσοκομείο σήμερα, γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περνάει τη μέρα του στα παράθυρα και χαμογελάει…
-Ελπίζω κι εσύ…
-Έλα αν θέλεις να δεις τον τοίχο πώς φαίνεται απ’ το δωμάτιό μου!
-Δώσε το όνομά μου στην είσοδο: Γιάννης Καλογιάννης.

Μαγειρεύοντας γεμιστά με ρύζι, χωρίς κιμά…

Αποφάσισα να φτιάξω τα πρώτα γεμιστά του καλοκαιριού. Συγκεντρώνω τα υλικά στον πάγκο: 5-6 ντομάτες, κόκκινες ώριμες και φιλικές προς το χρήστη, 5-6 πιπεριές, μικρές πράσινες και όσο το δυνατόν να θυμίζουν καθημερινές, φυσιολογικές, αληθινές, εργαζόμενες ή άνεργες αλλά κυρίως σκεπτόμενες γυναίκες , όχι σιλικονούχες σταρ και τοπ μοντελ, 6-8 μελιτζάνες, όσο γίνεται μικρές και συμμαζεμένες, φλάσκες ή τσακώνικες, αλλά οπωσδήποτε σκούρου μωβ χρώματος, 15-20 κληματόφυλλα, μικρά σε μέγεθος και φρεσκοκομμένα και άλλους τόσους κολοκυθανθούς. Σε μεγάλη περιπέτεια πάω να μπλέξω, το ξέρω, γιατί κάθε καλοκαίρι αυτό το σπορ το κάνω μια φορά περίπου κάθε 8-10 μέρες και έχω επίγνωση του πεδίου των επιχειρήσεων. Ένας διάβολος της ευκολίας μου ψιθυρίζει με επιμονή : «Οι τσιπούρες θα ψηθούν σε μισή ωρίτσα και θα φαγωθούν αβασάνιστα με ωμή και βραστή σαλάτα λαχανικών» ή ακόμα χειρότερα: «Μια καρμπονάρα χιλίων θερμίδων ανά μερίδα, εύκολη, νόστιμη και πάραυτα καταναλωμένη χωρίς γκρίνιες, θα σου αφήσει ελεύθερες ώρες, να σερφάρεις στο internet ή να πας βόλτα στην παραλία» Εγώ συνεχίζω απτόητη, αγνοώντας τον. Έχουμε αντιμετωπίσει πιο δελεαστικές ζυμώσεις στη ζωή μας και μάθαμε να επιμένουμε στο σκοπό! Συγκεντρώνω για τη γέμιση: Το εσωτερικό από τις ντομάτες Δύο έως τρία ξερά κρεμμύδια Ένα ματσάκι (4-5 κλωνιά) μαϊντανό Ένα ματσάκι » » μάραθο (στην εμφάνιση μοιάζει με τον άνηθο,αλλά όταν τον τσακίσεις λίγο, μυρίζει κάπως σαν ούζο!) Ένα ματσάκι » » δυόσμο Δύο μέτρια καρότα Αλάτι ,πιπέρι, λάδι Δύο ή τρία φλιτζάνια του τσαγιού (όχι κούπες) Ρύζι μπλου ροζ Προαιρετικά, χυμό ντομάτας. Τα υλικά αυτά είναι για 20 περίπου γεμιστά, ή και περισσότερα, ανάλογα το μέγεθός τους. Όσα χωράει δηλαδή ένα ορθογώνιο ταψί κουζίνας, με στριμωγμένα ανάμεσά τους χωρίς να μπορούν να πάρουν καθόλου αναπνοή, τα ντολμαδάκια με τα κληματόφυλλα, (15-20 ) και σε μια γωνία του ταψιού, επίσης χωρίς ανάσα, στριμωγμένοι σαν Έλληνες τον καιρό της κρίσης, αλλά, ΠΡΟΣΟΧΗ, αξιοπρεπείς, οι κολοκυθανθοί ή αλλιώς κολοκυθοκορφάδες. Αφού τα πλένω όλα με μπόλικο τρεχούμενο νερό, (ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες) τα αραδιάζω στο ταψί, για να έχω μια εικόνα του τι χωράει και τι περισσεύει και αναλόγως αυξομειώνω ό τι χρειαστεί. Τα αμπελόφυλλα ζεματίζονται σε μια κατσαρόλα με ζεματιστό νερό στην κουζίνα για 5 -8 λεπτά έως ότου μαλακώσουν και μπορούν να τυλιχθούν. ΟΧΙ όμως οι ανθοί. Αυτοί δροσίζονται σε μια λεκανίτσα με κρύο νερό. Οι ντομάτες ανοίγονται και το εσωτερικό τους, (ψίχα και χυμός) συγκεντρώνεται ψιλοκομμένο σε ένα μεγάλο μπολ-τάπερ. Τα κρεμμύδια τρίβονται στον τρίφτη και μαζί με τα μυρωδικά (δυόσμο, μαϊντανό, μάραθο) ψιλοκόβονται και τα ρίχνω μέσα στο τάπερ με τη ντομάτα, προσθέτω δύο τριμμένα καρότα, λίγο λάδι, αλάτι και πιπέρι και το ρύζι άβραστο.Ανατεύω με ένα κουτάλι για να γίνει ένα κάπως εννιαίο μείγμα. Όλα τα υλικά τα κόβω στο χέρι και όχι στο multi γιατί η χειροποίητη δουλειά, γίνεται σιγά και ρυθμικά δίνοντας μια ελευθερία και ρυθμικότητα στο μυαλό μου ώστε να με αφήνει να σκέφτομαι ιστορίες και να δουλεύω ταυτόχρονα. Το διαφορετικό λοιπόν σήμερα, είναι ότι τα γεμιστά αυτά, θα τα κάνω χωρίς κιμά! Αυτό μπορεί να είναι απλό και συνηθισμένο για άλλους, για εμένα όμως είναι μια καινούργια εμπειρία και μάλιστα είναι το σπάσιμο μιας παράδοσης που ξεκίνησε απ΄τη γιαγιά μου και τηρήθηκε με ευλάβεια ως σήμερα. Η γιαγιά μου δήλωνε με έκδηλη περιφρόνηση σχετικά με τα γεμιστά: «Γεμιστά χωρίς κιμά; Μα να κάνω τόσο κόπο και να διαθέσω τόση ώρα και υλικά , για να φάμε στο τέλος, ρύζι με λαχανικά; Δεν τα ρίχνω όλα ανακατεμένα στην κατσαρόλα, λαχανικά και ρύζι να βράσουν ; Το ίδιο θα είναι!» Η άποψη αυτή με τα κατοχικά κατάλοιπα γύρω απ΄το κρέας, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τη μητέρα μου αλλά το περίεργο είναι ότι την ακολούθησαν και οι νύφες της γιαγιάς και μετά πέρασε αβίαστα και σιωπηλά σε εμένα (όπως τόσες και τόσες συμπεριφορές, σκέψεις, συνήθειες, περνάνε στα παιδιά μας χωρίς να το καταλαβαίνουν ούτε αυτά ούτε εμείς) για αρκετά χρόνια! Αυτή η γιαγιά λοιπόν, ζούσε στην Ύδρα σε ένα σπίτι πέτρινο (κερέσμπινο το έλεγε η ίδια) και γέννησε και μεγάλωσε εννέα παιδιά! Πώς γεννάς εννέα παιδιά; Πώς είσαι σαν άνθρωπος, σαν γυναίκα, όταν εγκυμονείς 81 μήνες στη ζωή σου; (9 παιδιάχ9 μήνες) 81 μήνες είναι περίπου επτά χρόνια! Και να έχεις κέφι να φτιάχνεις και γεμιστά! Για δέκα ή έντεκα άτομα μεσημέρι και βράδυ! Πόσα γεμιστά να έφτιαχνε; Και τι να σκεφτόταν; Τι έκαναν όλα αυτά τα παιδιά τις δυο δυόμιση ώρες που την απασχολούσε η προετοιμασία αυτού του φαγητού; Γιατί έκανε τόσα παιδιά; Της άρεσε η διαδικασία όπως λέει και το ανέκδοτο; Μπα, είχε άλλους λόγους σχετικούς μάλλον με τα υπαρξιακά της, που πάντα υπήρχαν, ακόμα και εκατό χρόνια πριν, σε ένα σπίτι πέτρινο, με ψηλό μοναστηριακό τοίχο και σιδερένια διπλή μαύρη πόρτα με αμπάρα. Σε ένα σπίτι που απ΄τα κλειστά του τζάμια, καθόσουν ώρες και μέρες και μήνες ατελείωτους και το μόνο που έβλεπες ήταν η θάλασσα. Απ τη μια μεριά, απ΄την άλλη ήταν το βουνό. «Όταν περπατήσει το παιδί, δεν είναι πια μωρό και σπίτι χωρίς μωρό, δεν έχει νοστιμάδα!» έλεγε και κάθε δυο χρόνια γεννούσε κι ένα μωρό. Ίσως ο έρωτας να έδινε νοστιμάδα σε ένα σπίτι, αλλά που να τον βρεις τον έρωτα με άντρα καπετάνιο; Και μπορεί ο έρωτας να γεννηθεί σε ένα νησί σαν την Ύδρα, με αυτό το σκληρό, εξαντλητικό φως, να αστράφτει στις πέτρες, στα καλντερίμια, στα βράχια και στη θάλασσα; Μπορεί; Δεν θέλει ο έρωτας τις σκιές του για να ανθίσει; Δεν θέλει τις φυλλωσιές του για να κρυφτεί; Δεν θέλει τα δασάκια, τα αλσάκια, να ξαποστάσει; Και που να ανταλλάξεις ένα φιλί σε ένα τοπίο τόσο ξέξασπρο, τόσο φωτεινό, τόσο μαρτυριάρικο; Και μην σκεφτείτε τη Σοφία Λόρεν και την Έλλη Λαμπέτη, εδώ δεν μιλάμε για ταινίες, μιλάμε για ζωή αληθινή. Ο έρωτας λοιπόν ήταν ξενιτεμένος και οι γυναίκες ανέπτυσσαν την «αρρενωπή» τη σκληρή τους πλευρά. Έπαιρναν αποφάσεις, αγόραζαν και πουλούσαν, γεννούσαν χωρίς κανένας να τους συμπαραστέκεται και μεγάλωναν παιδιά χωρίς να περιμένουν τίποτα από κανέναν. Έκαναν βέβαια πιο γερές σχέσεις με συγγενείς με κουμπάρες και γείτονες, βασισμένες στις αμοιβαίες ανάγκες και ανέπτυσσαν αλληλεγγύη σιωπηλά και έμπρακτα. «Το μέσα τους» πάντως πάλευαν να το ημερέψουν με ό, τι μέσον είχαν, με ό, τι μπορούσαν. Άλλες με μωρά, άλλες με εργόχειρα, άλλες με την παρασκευή χιλιάδων αμυγδαλωτών, άλλες με την φροντίδα κήπων με δέντρα και λουλούδια και βέβαια με προετοιμασίες και αναμονές. Εν τω μεταξύ έχω ανοίξει, τις πιπεριές και έχω βγάλει τα σπόρια και τις μελιτζάνες και έχω αφαιρέσει την ψίχα τους χαράζοντας με μαχαίρι και σκάβοντας με ένα κουταλάκι του γλυκού. Μετά τις αραδιάζω όλες μαζί σε ένα ταψί ρηχό και λεπτό ή σε μια σχάρα και τις βάζω όπως είναι 5-8 λεπτά σε δυνατό φούρνο, να μαραθούν για να μην είναι σκληρές και να μην πειράζουν στο στομάχι. Μόλις ολοκληρωθεί κι αυτό το στάδιο, τις ξαναβάζω στο αρχικό ταψί ανοικτές και άδειες να περιμένουν το γέμισμα. Αυτή λοιπόν η ψηλή, αδύνατη, όμορφη Υδραία που κουβαλούσε κάτι απ’ τη Μπουμπουλίνα μέσα της αλλά και που και που, ανακάτευε στην κουβέντα της και λίγες Αρβανίτικες λέξεις, μαζί με όλο το νησί στα χρόνια της, αυτή λοιπόν που γέννησε και μεγάλωσε, (ανάθρεψε μάλλον πιο σωστά), εννιά παιδιά, αυτή που αρνιόταν να φτιάξει γεμιστά χωρίς κρέας, αυτή που πέρασε αρρώστιες και πόλεμο κι έθαψε δυο απ΄τα παιδιά της, αυτή που από αρχόντισσα κόρη και σύζυγος πέρασε δύσκολη κατοχή και πείνα, ( η Ύδρα δεν είχε ούτε καλλιεργήσιμη γη, ούτε κτηνοτροφία για να αντέξει, διότι τα έσοδά της και τα πλούτη της ήταν απ’ τους ναυτικούς της και σε καιρό πολέμου και κατοχής στέρεψε και πείνασε) Αυτή λοιπόν η ξεροκέφαλη Υδραία, που βρήκε τη δύναμη να κοιτάξει κατάματα τον άντρα που ερωτεύτηκε τη μοναχοκόρη της και να του πει σκληρά ότι δεν του την δίνει, γιατί δεν είχε «τα μέσα» να την ζήσει όπως ζούσε στο σπίτι της, χωρίς να υπολογίσει τον έρωτά του. Αυτή η γυναίκα, είχε μια στέρνα στο σπίτι της. Στη στέρνα αυτή μαζευόταν το βρόχινο νερό και με ιδιαίτερο και περίτεχνο τρόπο καθαριζόταν και ήταν πόσιμο. Σε ένα νησί λοιπόν που δεν είχε υδροδότηση εκείνα τα χρόνια (αλλά και πολύ αργότερα) και υπέφερε από την έλλειψη νερού, αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό διότι κάλυπτε τις ανάγκες σου χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάς νερό από εξωτερικά πηγάδια. Η στέρνα αυτή που ήταν μια κτιστή μεγάλη υπόγεια δεξαμενή, ήταν πάντα, με τις σχετικές προσπάθειες, γεμάτη νερό. Κάλυπτε τις ανάγκες του σπιτιού σε πόσιμο νερό, πότιζε τον μεγάλο κήπο και έδινε ένα γόητρο επάρκειας και αυτονομίας στο μεγάλο πέτρινο σπίτι. Τα χρόνια πέρασαν αλλά η χρησιμότητα και η αίγλη της στέρνας έμεινε αμείωτη. Και ξαφνικά, η στέρνα άρχισε να στερεύει. Ανακατεύω τα υλικά μου στο μπολ –τάπερ, αν το μείγμα μου είναι πολύ πράσινο, προσθέτω λίγο ρύζι και αρχίζω να γεμίζω τα λαχανικά. Αφού τελειώσουν όλα τα μεγάλα λαχανικά, (ντομάτες, πιπεριές και μελιτζάνες), τα τακτοποιώ στο ταψί και παίρνοντας ελάχιστη ποσότητα από το μίγμα, τυλίγω σφιχτά τα ντολμαδάκια με τα κληματόφυλλα και τα αραδιάζω το ένα δίπλα στο άλλο στριμωγμένα δίπλα-δίπλα χωρίς κενά ανάμεσά τους. Τελευταίους τυλίγω τους ανθούς. Είναι μεγάλο μπέρδεμα για εμένα, μια και δεν μου το έδειξε κανείς και δεν το έμαθα μικρή εμπειρικά αλλά το υπέθεσα και κατέληξα στο πώς γίνεται δια της λογικής. Στην αρχή νομίζεις ότι δεν θα σταθούν να τους τυλίξεις. Είναι σκληροί άκαμπτοι και συνήθως σπάζουν. Το μυστικό είναι να μην τους αφήσεις να σου πάρουν τον αέρα! Πιάνεις έναν ανθό βάζεις μέσα μια κουταλιά μείγμα και αρχίζεις να διπλώνεις κάθε μια άκρη από το «λουλούδι» προς τα εκεί που είναι η φορά της σαν να θέλεις να το προφυλάξεις από το κρύο, φορώντας του ένα κασκόλ. Όταν τελειώσουν όλες οι άκρες μοιάζει λίγο σαν ένα φρέσκο σύκο αν και είναι κάπως πιο φουσκωτό και όλο νομίζεις ότι θα ανοίξει και θα χαλάσει, γιατί δεν εφαρμόζει σφιχτά σαν το αμπελόφυλλο. Δεν το φοβάμαι ας με απειλεί όσο θέλει, το ακουμπάω με τις διπλωμένες άκρες από κάτω και στριμώχνω δίπλα του το επόμενο. Όταν τελειώσω με όλα και δεν υπάρχει καθόλου χώρος στο ταψί, βάζω νερό μέχρι τη μέση, (ή νερό με διαλυμένο χυμό ντομάτας και λίγο λάδι) τα σκεπάζω με αλουμινόχαρτο και τα ψήνω μέχρι να μαλακώσουν τα έξω και να βράσει αρκετά η γέμιση. Αφαιρώ το αλουμινόχαρτο και τα αφήνω να ξεροψηθούν και να πάρουν χρώμα. Η αναστάτωση απ τη στέρνα που στερεύει είναι μεγάλη. Κτίστες, γείτονες και κουμπάρες μπαινοβγαίνουν και λένε τη γνώμη τους. Το νερό είναι αναγκαίο και η ζημιά σίγουρα έχει μια εξήγηση. Κάπου υπάρχει διαρροή και το νερό φεύγει και χάνεται. Κάτι πρέπει να γίνει. Το πρόβλημα πρέπει να λυθεί. Πριν έρθει ο καπετάνιος πρέπει η στέρνα να επισκευαστεί και να κρατάει το νερό. Πριν αρχίσουν οι βροχές, πρέπει να βρεθεί η ζημιά και να αποθηκευτεί το νερό του χειμώνα. Πρέπει να αποκατασταθεί ιη ισορροπία και η γαλήνη στο σπίτι. Πρέπει ο καπετάνιος όταν έρθει να μην έχει προβλήματα και όταν φύγει, να είναι ήσυχος ότι η καπετάνισσα το σπίτι του το κυβερνάει με ασφάλεια και ικανότητα. Οι κτίστες καταφέρνουν και αδειάζουν το λίγο νερό που έχει απομείνει και κατεβαίνουν στη στέρνα να βρουν την αιτία του κακού. Η διαπίστωση τους αφήνει εμβρόντητους. Το πέτρινο σπίτι, στην πίσω πλευρά, έχει δίπλα του ένα ρεματάκι και μέσα σ ‘ αυτό είναι ένα κυπαρίσσι. Το ρεματάκι τα τελευταία χρόνια στέρεψε, και το κυπαρίσσι σιγά σιγά έχασε τη μεγαλοπρέπειά του και κόντεψε να ξεραθεί. Τα φύλλα του έπεφταν τα κλαδιά του αδυνάτιζαν και έχασε την καταπράσινη όψη του. Και ξάφνου, άρχισε να θεριεύει, να γίνεται καταπράσινο και να ψηλώνει. «Το κυπαρίσσι πρέπει να κοπεί! Οι ρίζες του μπήκαν στη στέρνα και πίνουν το νερό! Κόψαμε κάποιες ρίζες αλλά αφού αυτές βρήκαν δρόμο και μπαίνουν, θα ξαναμπούν. Πρέπει να χτίσουμε καλά τη δεξαμενή και το κυπαρίσσι πρέπει να κοπεί, θα τη χαλάσει τη στέρνα. Κρίμα» Οι εργάτες έχουν αποφανθεί. Η απόφαση θεωρείται αναγκαία και μένει να οριστεί η μέρα και ο τρόπος που το κυπαρίσσι θα κοπεί , η στέρνα θα επισκευαστεί και τα προβλήματα θα τελειώσουν. Και ενώ όλοι συζητούν και αποφασίζουν, αυτή που γέννησε μόνη της εννιά παιδιά, αυτή που έθαψε δυο κι αυτά μονάχη της και συνεχίζει να είναι όρθια και δυνατή όσα κι αν πέρασε, Είπε ήσυχα: «Το κυπαρίσσι δεν το κόβω. Αν βρήκε τρόπο να μπει στη στέρνα και εκείνη του δίνει νερό και ζει, άστο! Το κυπαρίσσι είναι ο φύλακας του σπιτιού κι η στέρνα δεν το άφησε να ξεραθεί,αυτοί γίνανε ζευγάρι! άστο λοιπόν, κόψε κάμποσες ρίζες και άστο!» Κανείς δεν κατάλαβε αυτήν της την απόφαση και κανείς δεν συμφώνησε. Η γιαγιά όμως είχε αποφασίσει και κανείς δεν τόλμησε να της πάει κόντρα. Πέρασαν κι άλλα χρόνια, πολλά, άνθρωποι πέθαναν, σπίτια χτίστηκαν, άλλαξε η όψη του νησιού. Το νερό τρέχει τώρα από τις βρύσες έστω με τις δυσκολίες όλων των Ελληνικών νησιών. Το κυπαρίσσι στέκεται καταπράσινο και φυλάει το σπίτι και η στέρνα συνεχίζει και το ζει, ποτίζοντάς το με το βρόχινο νερό που μαζεύει. Τελικά ο έρωτας μπορεί να μπει και μέσα στα μοναστηριακά σπίτια και να θεριέψει κι η γιαγιά μάλλον το είχε καταλάβει και το επέτρεψε. Το φαγητό έγινε και νομίζω πώς κι αυτή αν ζούσε, θα παραδεχόταν πια πώς πρέπει να αλλάζουμε και τα γεμιστά με ρύζι και μυρωδικά δεν είναι τζάμπα κόπος!