Οδηγίες για νέους και παλιότερους

Και για τις στενοχώριες σου και τα βάσανα σου είπαμε,

Άσε τους ψυχολόγους και τους παπάδες

Αυτοί έχουν κάπου να στηριχτούν.

Εμείς έχουμε μόνο τη δύναμή μας.

Στο είπα το φάρμακο.

Ένα είναι και δεν έχει άλλο.

 

Πάρε ένα ωραίο μεγάλο καθαρό υδατοδιαλυτό ακριβό τετράδιο

Κι ένα καλό στυλό, πένα, ό, τι προτιμάς

Και κάθισε να γράψεις.

Όλες τις στενοχώριες σου

Και τις λύπες σου.

Τα βάσανα.

Και τους καημούς.

Γράψε με ωραία καθαρά καλλιγραφικά γράμματα

Και το πρώτο γράμμα πάντα να το στολίζεις.

Όπως έκαναν παλιά στα παιδικά βιβλία

Κέντησέ το με υπομονή και καρτερία

Βάλε λουλούδια, για να φέρνει το μήνυμα της αναγέννησης της γης

Και έντομα, στη ωραία και χρήσιμη μεταμόρφωσή τους, μέλισσες και πεταλούδες.

Και ήλιους. Γιατί είμαστε ζεστοί και λαμπεροί

Και φεγγάρια. Από τη φωτεινή πλευρά τους

Και αστέρια. Γιατί είμαστε αστρόσκονη.

Γράψε ίσια και θαρρετά και ξεκάθαρα.

Να τα πεις όλα.

Μη ντραπείς. Μη φοβηθείς. Μη βαρεθείς. Μην αναβάλλεις.

Μην περιμένεις από αλλού τη βοήθεια.

 

Όταν τελειώσεις το γραπτό σου, σκίσε το φύλλο και μη το διαβάσεις ξανά.

Μπορεί να δειλιάσεις, ή να σου φανεί λίγο ή πολύ.

Μπορεί να το θεωρήσεις άνοστο ή γλυκερό.

Μπορεί να σου φανεί άσκοπο ή άκαιρο.

Δίπλωσέ το όμορφα και φτιάξε μια χάρτινη βάρκα.

-Αν δεν έμαθες στα παιδικά σου, γράψ’ το κι αυτό στις λύπες σου, αλλά πάρε  οδηγίες απ’ το youtube-

(Για όλα έχει πλέον οδηγίες το YouTube, μόνο για τις λύπες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου δεν έχει)

Αφού τελειώσεις με την κατασκευή,

πήγαινε σε μια βαθειά καθαρή θάλασσα και ρίξε τη βάρκα σου.

 

Σιγά σιγά, οι στενοχώριες σου, οι λύπες, τα βάσανα κι οι καημοί σου, θα μαλακώσουν, θα γίνουν μικρά -μικρά κομματάκια. Τα γράμματα θα σβήσουν, οι λέξεις θα ανακατευτούν και θα αλλάξει το τρομερό τους νόημα.

Άλλα κομματάκια θα χαθούν για πάντα, άλλα θα προλάβουν να τα καταπιούν τα ψάρια και θα γίνουν πιο αλμυρά, άλλα θα αναλάβει το κύμα να τους δώσει την ενέργεια, που δεν είχες να δώσεις  εσύ.

Άλλα, θα τα βρει μια γοργόνα και μπορεί να τα προσθέσει στα λέπια της ουράς της.

Άλλα θα χαθούν στις σκοτεινές τάφρους κι άλλα θα φτάσουν σε φιλόξενα παράλια.

Κάποια, θα τα καταβροχθίσουν λαίμαργα οι γλάροι κι άλλα θαλασσοπούλια, δεν πειράζει. (Το υδατοδιαλυτό σου χαρτί δεν θα τα πειράξει, τώρα για τις λύπες σου, δεν ξέρω, έχουν τη φήμη τα γλαροπούλια,  πως έχουν γερά στομάχια, εξ’ άλλου πετώντας  ψηλά  θα βοηθήσουν να χάσουν οι λέξεις σου τη βαρύτητά τους)

 

Εναλλακτικά μπορείς να μην φτιάξεις χάρτινη βάρκα, αλλά σαΐτα.

Οι οδηγίες είναι ίδιες για την κατασκευή.

Όταν την φτιάξεις ,

Μπορείς να ανέβεις σε ένα βουνό,

Να φροντίσεις να είναι καθαρό, μακριά απ’ τη συνήθεια των ανθρώπων.

Από εκεί μπορείς να πετάξεις τη σαΐτα σου.

Πάλι το ύψος θα αφαιρέσει βάρος απ’ τα λεγόμενά σου.

Πάλι θα έχει ευτυχή κατάληξη η λύπη σου.

Απ’ το να βράζει μέσα σου και να πικραίνει κάθε μέρα,

Μπορεί να γίνει φωλιά χελιδονιού ή άσπρο σημαδάκι στο καταπράσινο λιβάδι. Σκιάχτρο για τους ανεπιθύμητους εισβολείς.

Προσάναμμα για κάποιον που κρυώνει.

 

Μην τις κρατάς τις λύπες σου, γράψε τες  και άφησε τες να φύγουν μακριά.

Μόνο μια οδηγία:

Μην πάρεις τετράδιο με πολλά φύλλα,

Να τις μάθεις

Σιγά σιγά

Να φεύγουν μόνες τους, χωρίς εσένα να τις μαθαίνεις να κολυμπούν ή να πετούν προς την ωφέλιμη μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Στη σιγή του κόσμου

Μ’ αρέσουν οι εκκλησίες.
Με ησυχάζουν.
Με κάνουν να είμαι για λίγο,
Απερίσπαστη.
Χωρίς καμία σκέψη, καμία ενόχληση,
Καμία επαφή με κανέναν στον κόσμο.
Μόνος με τον εαυτό σου.
Αυτόν,
Που δεν χωράει συνήθως πουθενά.
Που πρέπει να τον λειάνεις,
να τον περιορίσεις,
να του τραβήξεις δυνατά τα γκέμια,
να τον ησυχάσεις.
Να του ψιθυρίσεις μυστικά στο αυτί, πως οι άνθρωποι …
Τέλος πάντων, για τις εκκλησίες ο λόγος.
Εκεί, με τους ζωγραφισμένους αγίους στον ουρανό.
Άλλοι να σε κοιτάζουν αυστηρά
κι άλλοι με παράπονο και καλοσύνη.
Όλοι όμως να σιωπούν και να αφήνουν σε εσένα το λόγο.
Με τα καντήλια αναμμένα.
Για να σου θυμίζουν το φως μέσα σου, που πρέπει να το κρατήσεις ζωντανό.
Με τα μανουάλια μπρούτζινα γυαλισμένα και ζεστά,
να περιμένουν την ελπίδα σου, την αγωνία σου και την υπόσχεσή σου.
Με εκείνο το ημίφως που μπαίνει απ’ τα παράθυρα, κατά προτίμηση, βιτρώ.
Εκείνα που σ’ αφήνουν να τα κοιτάς για ώρα και να ταξιδεύεις όπου λαχταράς.
Τέλος με εκείνα τα άδεια καθίσματα που περιμένουν στη σειρά καθαρά και φροντισμένα
Και σου επιτρέπουν να δεις να κάθεται εκεί, όποιον θέλεις, όποτε κι αν κάθισε,
Ή δεν κάθισε.
Μ’ αρέσουν οι εκκλησίες.
Οι άδειες εκκλησίες.
Χωρίς παράφωνους ψάλτες, που σε αποπροσανατολίζουν απ’τις σκέψεις σου.
Χωρίς παπάδες που πηγαινοέρχονται μεσ’ το ιερό βαριεστημένοι κι αμήχανοι.
Χωρίς φοβισμένους άντρες στο κατώφλι του θανάτου και γυναίκες που νοιώθουν μοναξιά και πήγαν κομμωτήριο για να συναντήσουν το Θεό.
Μ’ αρέσουν οι εκκλησίες.
Οι άδειες εκκλησίες.

Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα. γ΄μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

Ο Γιάννης ξύπνησε νωρίς όπως τις μέρες που πηγαίνει στη δουλειά,αν και ήταν Σάββατο, αλλά η Δάφνη είναι ήδη ξύπνια.Φοράει το μπουφάν της πάνω απ΄τις πιζάμες και κάθεται όρθια με την πλάτη κολλημένη στο καλοριφέρ στο σαλόνι που έχει αρχίσει να ζεσταίνεται.
-Κρυώνεις;
-Ναι.
– Έλα εδώ,γιατί σηκώθηκες πρωί-πρωί; Κάτσε στα ζεστά, μη νοιώθεις άσχημα. Έτσι κι αλλιώς ξύπνησα, θα φτιάξω πρωινό.
Η Δάφνη ήρθε σιγά-σιγά και κάθισε στα πόδια του κρεβατιού σφιγμένη πάντα στο μπουφάν της.
Πέρασαν λίγα λεπτά χωρίς να μιλάνε. Το δωμάτιο ζεστάθηκε και ο Γιάννης σηκώθηκε.
-Πάμε στην κουζίνα, έχεις συγκεκριμένο διαιτολόγιο;
-Όχι.
Ο Γιάννης κινείται άνετα σαν να ζούνε μαζί από καιρό ή σαν να είναι με κάποιον πολύ δικό του άνθρωπο. Η Δάφνη κάθεται σε μια καρέκλα και κοιτάζει τριγύρω.
-Αν θέλεις κάνε μια βόλτα στο σπίτι να δεις τα διάφορα… Δεν είσαι περίεργη;
-Τι σημασία έχει; Τι να δω;
-Δεν ξέρεις ποτέ…
-Σταμάτα να φέρεσαι σαν να μην τρέχει τίποτα,με νευριάζεις!
-Ποιος είπε ότι δεν τρέχει τίποτα; Νοιώθω μεγάλη αμηχανία! Σου φαίνομαι τύπος που ψαρεύει μια γυναίκα στο δρόμο και την παίρνει σπίτι του, υπό κανονικές συνθήκες;
-Όχι.
-Σε λίγο θα νοιώσεις καλύτερα. Η νηστεία φέρνει υπογλυκαιμία και άσχημη διάθεση.
-Δεν μπορώ να φάω τίποτα.
Ο Γιάννης την κοίταξε και άρχισε να της μιλάει σοβαρά και ουδέτερα, προσπαθώντας να μη την ταράξει:
-Δάφνη, είναι άσχημο, είναι άδικο,είναι δύσκολο,όμως αυτή είναι η πραγματικότητα αυτή τη στιγμή.
Άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν σε ένα άδικο, παράλογο ατύχημα,ένα πρωί που φεύγουν απ’ το σπίτι τους και δεν γυρίζουν ποτέ,χωρίς ποτέ να φαντάζονται κάτι τέτοιο… Δεν έχουν καν την ευκαιρία να το διαπραγματευτούν…
Εσύ τουλάχιστον μπορείς να παλέψεις,μπορείς να πιστέψεις ότι θα το νικήσεις,υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τα κατάφεραν,μην παραδοθείς,γίνεται πια και το νικούν τόσοι και τόσοι,θέλεις ενθάρρυνση και βοήθεια και στήριξη.
Θέλεις να σε βοηθήσω εγώ να το παλέψεις; Πρέπει όμως να θέλεις να ζήσεις,να πιστέψεις πως αξίζει τον κόπο,να αγωνιστείς… Δεν γίνεται να το θέλει ο γιατρός, ή εγώ πιο πολύ από σένα! Δεν πιάνει τότε.
-Εσύ γιατί να το θέλεις;Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα;
Ε; Με ήξερες κι εχτές ή θα με ξέρεις και αύριο; Τι σε νοιάζει αν πεθάνω; Τι σε νοιάζει αν ζήσω;
-Σε ξέρω μιάμιση βδομάδα κι είναι σαν να σε ξέρω πολύ καιρό… και θέλω να σε μάθω… και αύριο και μεθαύριο και μετά από πολλά χρόνια!
Η Δάφνη σφίχτηκε στο μπουφάν της.
-Κρυώνεις;
-Ναι..
-Δεν σε ξέρω, όταν συμβαίνει κάτι που σχετίζεται με την αρρώστια θέλω να μου το λες, ίσως πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί κρυώνεις;
-Αυτά που λες με κάνουν και ανατριχιάζω δεν είναι απ’ την αρρώστια.
-Γιατί;
– Με αναγκάζεις να κοιτάζω το φως κατάματα και με τυφλώνει, με ζαλίζει… δεν έχω μάθει να ζω έτσι, με ενοχλούν όλα αυτά…
Ο Γιάννης σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Άρχισε να βγάζει σκεύη και υλικά από τα ντουλάπια και το ψυγείο και να ετοιμάζει πρωινό.
Η Δάφνη στην αρχή κάθισε απόμακρα.Άκουγε τους θορύβους στην κουζίνα και μύριζε τη μυρωδιά του ζεστού καφέ και του φρυγανισμένου ψωμιού, χωρίς να σκέφτεται και χωρίς να κάνει κάτι. Καθόταν ακίνητη στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να έχει στο μυαλό της την επόμενή της κίνηση.
Οι θόρυβοι σταμάτησαν και ο Γιάννης εμφανίστηκε στην πόρτα.
-Πρωινό !Ανήγγειλε.
– Έλα, και όταν την είδε διστακτική και αβέβαιη, πήγε κοντά της και προσπάθησε να την οδηγήσει στην κουζίνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

Ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και άλλαξε εντελώς την ήρεμη ατμόσφαιρα.
-Φεύγω.Έχω καρκίνο! Καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι.Πεθαίνω να πάρει ο διάβολος !Π Ε Θ Α Ι Ν Ω Ω Ω. Έχω καρκίνο και πεθαίνω! Κι εσύ παίζεις! Τι νομίζεις ότι κάνεις; Παίζουμε το ζευγάρι;
Η Δάφνη ούρλιαζε.Ήταν εκτός εαυτού και ενώ φώναζε, πήγε στο σαλόνι πήρε το βαλιτσάκι της,άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα.
Ο Γιάννης δεν κουνήθηκε.
Είχε δίκιο.
Πράγματι ήταν παράλογο. Δεν χωρούσε στη λογική της. Σε ποιανού τη λογική εξ άλλου θα χωρούσε;
Ποιος μπορεί να συμπαρασταθεί,να βοηθήσει,να συν- αισθανθεί κάποιον που δεν είναι συγγενής του, σύντροφός του, φίλος του ή έστω απλά γνωστός του;
Σήμερα; Στη σημερινή εποχή; Και χωρίς να έχει κανένα συμφέρον, κανένα όφελος, καμία άμεση ή έστω έμμεση απολαβή;
Παράλογο.
Αδιανόητο.
Ύποπτο!

Ακόμα και η μάνα του δεν θα ήταν ανεκτική όπως τότε με τα γατάκια.
-«Πού πας να μπλέξεις παιδάκι μου;» – Θα του έλεγε. Ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ανθρώπους να τον συντρέξουνε, κοίτα να φτιάξεις τη ζωή σου και μακριά από σένα τέτοια βάσανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

Έχουν περάσει τρεις μέρες.
Τώρα η Δάφνη θα έχει χειρουργηθεί,όλα θα έχουν τελειώσει. Θα είναι άραγε πιο ήρεμη; Θα είναι πιο αποφασισμένη να το παλέψει; Θα έχει κάποιο φίλο ή συγγενή ή θα πορεύεται μόνη της;
Στο τηλέφωνο του νοσοκομείου του απήντησαν: «Δεν δίνουμε πληροφορίες από το τηλέφωνο»
Όταν έφθασε στο νοσοκομείο με την πολύχρωμη ανθοδέσμη του την άλλη μέρα, τον ρώτησαν στην είσοδο αν είναι συγγενής και ποιος είναι, κι όταν εκείνος ανυποψίαστος απάντησε:
«Φίλος της είμαι», η υπάλληλος στην ρεσεψιόν κοιτώντας σε μια οθόνη, δεν βρήκε το όνομά του και του δήλωσε τυπικά και ανέκφραστα ότι κατόπιν επιθυμίας της ασθενούς
«Μόνο στενοί συγγενείς μπορούν να την επισκεφτούν».

Ο Γιάννης γύρισε στο γραφείο του και ως αργά το βράδυ δούλεψε εντατικά. Το κινητό του ήταν επάνω στο γραφείο. Κάθε τόσο χτυπούσε. Τηλέφωνα υπηρεσιακά και προσωπικά.
Η Δάφνη όμως, όχι, δεν πήρε.

Όταν έφυγε από το κτίριο της εταιρείας, η ώρα ήταν έντεκα το βράδυ. Ο φύλακας τον χαιρέτησε στην πόρτα και κλείδωσε πίσω του.
Οδηγούσε αφηρημένος και σκεφτόταν: «Οι άνθρωποι…, ο καθένας είναι τόσο διαφορετικός, τόσο ιδιόρρυθμος, τόσο απόλυτα άλλος… και τόσο μόνος… πόσο πιο εύκολο έχει γίνει να είσαι μόνος …
…Ούτε μπορείς να δρομολογήσεις, τις σχέσεις σου με τους ανθρώπους, όπως στη δουλειά σου που εσύ ελέγχεις σε μεγάλο βαθμό τους παράγοντες που επηρεάζουν το αποτέλεσμα…»

Άλλες κουρασμένες σκέψεις και νυχτερινές φιλοσοφίες, έρχονται στο μυαλό του, χωρίς να προσφέρουν τίποτα, οδηγεί και πελαγοδρομεί.
Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του πιάνει μια κίνηση στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πριν το ερέθισμα κάνει τη διαδρομή ως τον εγκέφαλο,
πριν καν η αντίληψη μορφοποιήσει τη σκέψη στο μυαλό, κανείς δεν ξέρει… πώς;
Ποια παλιά μνήμη; Ποια αυθόρμητη κίνηση; Ποια αυτοματοποιημένη αντίδραση;
Πώς; Πώς δουλεύει επιτέλους αυτό το μοναδικό μυαλό μας;

Έκανε απότομα μια γρήγορη αναστροφή, παράνομα και επικίνδυνα, βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και φρέναρε στο πεζοδρόμιο.
Οι νεαροί άρχισαν να τρέχουν προς τα στενά, φωνάζοντας κάτι ακατάληπτα μεταξύ τους. Φώναξε με δύναμη προς το μέρος τους κι ευτυχώς, η έρημη λεωφόρος, βοήθησε τη φωνή του να ακουστεί:
«Για παραγγελιά σάς θέλω, μη φεύγετε!» στάθηκε ακίνητος και κοίταζε προς το μέρος τους.
Ο τελευταίος, που καθυστέρησε περισσότερο στο δημιούργημά του απ τους άλλους και δεν είχε χαθεί στο σκοτεινό στενό, του φώναξε: «Τι θέλεις;»
«Δυό λέξεις στον τοίχο με σπρέι. Πληρώνω γι αυτό» Απάντησε ο Γιάννης.
Ο νεαρός σφύριξε δυνατά και άλλοι τρεις εμφανίστηκαν προσεκτικά από το σκοτεινό στενό. Προχώρησαν όλοι σιγά σιγά προς το μέρος του, ο Γιάννης περίμενε ακίνητος.
Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν. Φαίνονταν δεκαέξι δεκαεφτά χρονών, όχι μεγαλύτεροι, είχαν μακριά μαλλιά και στα χέρια κρατούσαν δυο σακούλες μεγάλες με υλικά.
Όταν έφτασαν κοντά του, τον κοίταξαν από πάνω μέχρι κάτω και ο νεαρός που του είχε μιλήσει νωρίτερα και μάλλον ήταν αυτός που είχε το γενικό πρόσταγμα προχώρησε, έφτασε δίπλα του και είπε:
-Τι ρόλο παίζεις;
-Θέλω ένα κείμενο, μάλλον ένα μήνυμα, να γράψετε για μένα σε ένα τοίχο, θα σας πληρώσω, γίνεται;
-Τι θες να λέει; Ρώτησε ο νεαρός ξερά και απότομα.
«ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ»
Σε ένα τοίχο απέναντι στο ΑΙΓΛΗ το θεραπευτήριο, με κόκκινο χτυπητό σπρέι, και να ζωγραφίσεις ένα πράσινο φύλλο δάφνης, γίνεται;
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος και άφωνος να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε έναν εξωγήινο που μόλις προσγειώθηκε και κατεβαίνει από το φωτεινό και τεράστιο ιπτάμενο δίσκο του.
-Τριακόσια ευρώ, τι λες; Επέμεινε ο Γιάννης.
Ο νεαρός πήγε δυο μέτρα πίσω που είχαν σταθεί οι υπόλοιποι, είπε στα γρήγορα δυο κουβέντες που ακούστηκαν σαν ερώτηση με κατάφαση και οι υπόλοιποι φάνηκε να συμφώνησαν, μετά γύρισε στο Γιάννη και του είπε:
-Εμείς κάνουμε μόνο γκράφιτι, αλλά εσύ είσαι ειδική περίπτωση και θα το κάνουμε.
Δεν θέλουμε λεφτά, θα πληρώσεις μόνο τα σπρέι. Πότε το θέλεις;
-Τώρα, σήμερα τη νύχτα, για να προλάβουμε, είπε ο Γιάννης εντελώς ακατανόητα. Οι πιτσιρικάδες όμως κατάλαβαν.
-Έγινε, θα πάμε τώρα.
Πρότεινε στο Γιάννη ένα χαρτί που από τη μια μεριά είχε ένα πολύπλοκο σχέδιο και του είπε:
-Γράψε από την άλλη μεριά το μήνυμα, όπως το θέλεις και ζωγράφισε και το φύλλο της δάφνης, όπως ΑΚΡΙΒΩΣ, -τόνισε- το θέλεις και γράψε δίπλα τα χρώματα.
Δώσε και εξήντα ευρώ και αύριο πέρνα να το δεις !
Ο Γιάννης άρχισε να γράφει, όταν τελείωσε του έδωσε εκατό ευρώ και το χαρτί και του είπε:
-Σου έγραψα και το τηλέφωνό μου αν θέλεις τίποτα …
-Δεν θέλω, ο νεαρός έσκισε το κομματάκι με το τηλέφωνο και το έδωσε στον έκπληκτο Γιάννη.
-Εξήντα σου είπα και πολλά είναι, συμπλήρωσε και άρχισαν όλοι να ψάχνουν τις τσέπες τους.
-Γεια, ευχαριστώ είπε ο Γιάννης, μπήκε γρήγορα στο αμάξι του και ξεκίνησε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

Ο Γιάννης είχε φτάσει στο γραφείο του σήμερα από τις επτάμισι.Περνώντας έξω από το θεραπευτήριο ΑΙΓΛΗ, έμεινε ώρα, να κοιτάζει και ο ίδιος κατάπληκτος τη δύναμη που ανέδυε το μήνυμά του!
Ένας άχρωμος τοίχος απέναντι στα παράθυρα των δωματίων,είχε αποκτήσει ζωή! και μετέδιδε ζωή, δύναμη, κέφι και διάθεση για μάχη!
Ένα τεράστιο δαφνόφυλλο καταπράσινο και μετά με διπλά, σκιασμένα, χονδρά και χαρούμενα κατακόκκινα γράμματα:
ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΣΟΥ,
ΕΣΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙΣ.
ΠΑΡΕ ΜΕ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ.
Από κάτω είχε ένα περίεργο σύμπλεγμα με λουλούδια, σε πολλά χρώματα, εντυπωσιακό και μεγάλο που σου δημιουργούσε την αίσθηση, της έκρηξης, της αναγέννησης, των φωτεινών πυροτεχνημάτων… δεν μπορούσε να αποφασίσει τι του θύμιζε.
Ο Γιάννης ήταν εντυπωσιασμένος.Ο νεαρός είχε προσθέσει ένα «σε»!

«Όταν εμείς γράφαμε συνθήματα άραγε, τότε, είχαν τόση δύναμη; Είχαν τόση αξία για κάποιον, για κάποιους; Δίναμε κάποια ελπίδα, ή υπόσχεση για να είναι νικηφόρα η μάχη;»
Παλιές ιστορίες, αναπάντητες.

Η μέρα ξεκίνησε με δουλειά και συναντήσεις.
Το τηλέφωνό του είναι πάνω στο γραφείο και το κοιτάζει συνεχώς μήπως χτύπησε και δεν το άκουσε.
Γύρω στις έντεκα,το τηλέφωνο χτύπησε με άγνωστο αριθμό.
-Ναι.
Όλο το νοσοκομείο σήμερα, γιατροί, νοσοκόμες και ασθενείς, περνάει τη μέρα του στα παράθυρα και χαμογελάει…
-Ελπίζω κι εσύ…
-Έλα αν θέλεις να δεις τον τοίχο πώς φαίνεται απ’ το δωμάτιό μου!
-Δώσε το όνομά μου στην είσοδο: Γιάννης Καλογιάννης.

Περπατώντας…

12062014559 21062014564 21062014565 03062015681 03062015682

T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3
T3

Όταν τα καταφέρνω να αποδράσω από τον πύργο, παρότι τα μαλλιά μου δεν είναι πολύ μακριά και ο αλγόριθμος της Ραπουνζέλ χαλάει, όταν τα καταφέρω, περπατάω. Περπατάω χωρίς ακουστικά στα αυτιά, χωρίς μουσική, χωρίς ειδικό εξάρτημα που μετράει τα χιλιόμετρα που διανύω. Είμαι δηλαδή ένας ερασιτέχνης πεζοπόρος, με όλα τα καλά αυτής της επιλογής. Η διαδρομή που συνήθως διανύω είναι περίπου πέντε χιλιόμετρα. Ανάλογα πάντα την ημέρα, τις δυνατότητες και τη διάθεση. Η διαδρομή είναι όμως πάντα παραθαλάσσια. Τα αυτιά μου θέλω να είναι ελεύθερα, ακούω την κίνηση στο δρόμο, τα χαρακτηριστικά σφυρίγματα του τραμ, τα κουδούνια από τα ποδήλατα που με προσπερνούν, τα παιδιά που κλαίνε, τα σκυλιά που γαβγίζουν, σκόρπιες κουβέντες και γέλια άλλων περιπατητών και όταν ο αέρας αγριεύει, τις φωνές του και τους καβγάδες του με τη θάλασσα. Περπατάω με παρέα, συζητώντας και ακούγοντας και σκέπτομαι. Εκεί στην άκρη της παραλίας, αντίκρυ στη θάλασσα , μερικές φορές βρίσκομαι… στην Ηλιούπολη. Είναι το μέρος που γεννήθηκα και μεγάλωσα και πολλές φορές γυρίζω σε αυτό με έναν ανεξήγητο Ομηρικό τρόπο. Όσα χρόνια κι αν πέρασα δίπλα στη θάλασσα, δεν μπορούν να τη νικήσουν και να την εκτοπίσουν. Η Ηλιούπολη είναι ένα μέρος που το ξέρω σαν την παλάμη μου. Μπορώ να περπατήσω οπουδήποτε χωρίς να χαθώ, μπορώ να μαντέψω και να βρω ό, τι δεν ξέρω από τα μέρη της χωρίς να ανησυχήσω και θα μπορούσα οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μου να εγκατασταθώ και να νοιώσω σπίτι μου, εγώ, που μου παίρνει συνήθως οκτώ χρόνια, να συνηθίσω ένα καινούριο σπίτι και μια νέα γειτονιά στον ίδιο δήμο. Είναι η μαγεία της παιδικής ηλικίας, είναι η μαγεία της πρώτης επαφής με όλα τα πράγματα της ζωής; Καλοκαίρι, ζέστη αφόρητη, σαράντα βαθμοί και ο κόσμος όλος έξω στα μπαλκόνια, και στις αυλές. Τα λάστιχα έτρεχαν δροσερό νερό και πότιζαν κήπους με λουλούδια, τσιμέντα, μωσαϊκά, πλάκες και ξυπόλυτα πόδια και ενώ η ώρα ήταν σχεδόν έντεκα, κανείς δεν αποφασίζει να πάει για ύπνο. Ήμουν περίπου έξι ετών και έπαιζα κρυφτό μαζί με όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην αυλή και το πεζοδρόμιο. Τότε βγήκε η Μαρία, από την πόρτα του κάτω σπιτιού. Δεν έπαιζε μαζί μας, ήταν δεκατεσσάρων και πήγαινε στη Δευτέρα γυμνασίου. Πήρε το μεγάλο αντρικό ποδήλατο που πηγαινοερχόταν ο πατέρας της στη δουλειά και δειλά δειλά χωρίς να ζητήσει άδεια, άρχισε να κάνει μικρές βόλτες στην αυλή. Όλοι οι μεγάλοι ήταν αποχαυνωμένοι από τη ζέστη και με αντιδράσεις αργές χωρίς να δίνουν σημασία, έτσι εκείνη κάποια στιγμή, επωφελήθηκε και βγήκε από την μεγάλη διπλή μαύρη σιδερένια πόρτα, στο πεζοδρόμιο. Εγώ ήμουν πίσω από μια φουντωτή ανθισμένη δάφνη και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να πεταχτώ και να «φτύσω» στο κρυφτό, τότε μου πέταξε κάπως αβέβαια: «Έλα ανέβα να πάμε μια βόλτα» Εγώ έτρεξα και ανέβηκα στη σχάρα πίσω της την αγκάλιασα σφιχτά κι αυτή άρχισε να κάνει πετάλι. Δεν θυμάμαι από ποιο δρόμο πήγε, ούτε πώς, νοιώθω όμως και μυρίζω ακόμα τον βουνήσιο αέρα της Ηλιούπολης, εκείνη την ζεστή νύχτα, όπως μας χτύπαγε στο πρόσωπο και θυμάμαι πάντα καθαρά αυτή την απίστευτη αίσθηση ελευθερίας που ένοιωθα καθώς το ποδήλατο κάλπαζε μέσα στην νύχτα, στην κεντρική λεωφόρο, χωρίς κανένα αυτοκίνητο αλλά και κανέναν πεζό και χωρίς να νοιώθω κανένα φόβο για τίποτα, μια και τα τρια-τέσσερα χιλιόμετρα, που υπολογίζω τώρα, ότι διανύσαμε πήγαινε-έλα, δεν είχαν για μένα καμιά διαφορά σε επικινδυνότητα απ’ την αυλή μας. Η Μαρία πάλι νομίζω ότι μιλώντας μου δυνατά κάθε τόσο, ξόρκιζε το φόβο της, όχι για τη νύχτα και την ερημιά, όσο για την απόφασή της να κάνει κάτι τόσο ασυνήθιστο και προχωρημένο, για εκείνο τον καιρό, χωρίς άδεια. Όπως και να’χει, Όταν γυρίσαμε, ούτε αυτή ούτε εγώ είμαστε ίδιες. Η θάλασσα όμως είναι εδώ, μια δυνατή παρουσία που δεν σου επιτρέπει να την αγνοήσεις και να στρέφεσαι σε αναμνήσεις. Ζωντανή και αεικίνητη,διεκδικεί μερίδιο απ΄την ψυχή σου. «Στραφταλίζει» στον ήλιο και αλλάζει διαρκώς χρώματα. Ένα ελαφρύ κυματάκι σπάζει στην άμμο,λίγο πιο μέσα είναι γαλαζοπράσινη και πιο βαθειά γίνεται σκούρο μπλε. Τραβάει το βλέμμα σου και απαιτεί να την κοιτάζεις. Ο ουρανός άλλοτε πέφτει βαρύς πάνω της κι άλλοτε την παρακολουθεί διακριτικά από απόσταση. Ο αέρας φυσάει αρκετά κι ας πλησιάζει το τέλος της Άνοιξης. Η διαδρομή είναι ειδυλλιακή με τη θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και στη παραλία έχουν στρώσει κάτω δεκάδες μικροπωλητές τα μαγαζάκια τους. Τελευταία δεν τους βλέπω να τα μαζεύουν άρον- άρον και να τρέχουν πανικόβλητοι να εξαφανιστούν. Φταίει άραγε η δημοτική αστυνομία που λείπει, ή γίνεται προσπάθεια να αποτελέσουν μέρος της ατμόσφαιρας και του «χρώματος» της παραλίας όπως σε άλλα μέρη του κόσμου, με τα χιλιάδες πολύχρωμα μικροπραγματάκια τους ; Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που κατάγονται συνήθως από την Αφρική, που κάθονται εδώ και πουλούν διάφορα, ή παίζουν μουσική, τι σκέφτονται; Τι νοιώθουν; Σκέφτονται την πατρίδα τους, τα παιδικά τους χρόνια, τόσο μακριά, αλλού; Τα αγαπημένα τους μέρη και πρόσωπα; Και νοσταλγούν; Κι όλοι αυτοί οι έλληνες που περπατούν; Τι σκέφτονται; Προσέχουν καθόλου και απολαμβάνουν τη φύση; Τα παιδιά θα θυμούνται αργότερα αυτές τις βόλτες; έχουν την ευκαιρία μιας συγκίνησης, μιας προσωπικής σύνδεσης που θα επιτρέψει να γίνει κάποια ανεξίτηλη εγγραφή μέσα τους; Και απασχολούν κανέναν αυτά ή εγώ είμαι στον κόσμο μου; Και όλα αυτά τα εξαρτήματα στα αυτιά τους ,κάνοντας τζόκινγκ ή βάδην ή περίπατο, που είναι τόόόόσο απαραίτητα, τους αφήνουν να εγγράψουν μέσα τους τον παφλασμό των κυμάτων; Μπορούν να κρατήσουν τον αέρα στο πρόσωπό τους, ακόμα κι όταν θα νοιώθουν να ασφυκτιούν στη ζωή τους; Αυτά κι άλλα σκέφτομαι όταν περπατάω, κι όταν μακρύνω πολύ,σκέφτομαι και τις βόρειες χώρες, με το κρύο τους, την καταχνιά τους,την παγωνιά τους,τη συννεφιά τους, που δεν σε ξεμυαλίζουν. Που σε αναγκάζουν να είσαι ακριβής,συνεπής,αποτελεσματικός,λεπτομερειακός και να ζεις χωρίς δικαιολογίες,χωρίς ηλιοβασιλέματα και χωρίς μουσικές από κυματισμούς. Όταν σκέφτεσαι χωρίς να το καταλάβεις περνάς το στρογγυλό κτίριο και αν αποφασίσεις να μπεις εσωτερικά, σου δίνεται η δυνατότητα μιας διπλής επιλογής. Ο ένας δρόμος είναι δίπλα στη θάλασσα. Υπάρχουν παγκάκια που μπορείς να κάτσεις και μυρίζει ιώδιο, νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη σου και όταν φυσάει αρκετά, το κύμα μπορεί να σε κάνει μούσκεμα καθώς σπάει με θόρυβο στα «μπλόκια», τους τεράστιους βράχους που έχουν βάλει για να προστατεύουν την τσιμεντένια διαδρομή από τη διάβρωση του νερού. Στο τέλος αυτής της διαδρομής, λίγο πριν μπεις στη Μαρίνα και αλλάξεις εντελώς εικόνες, μπορείς να ανέβεις μια μικρή σιδερένια σκάλα και να καθίσεις σε ένα φαρδύ πεζούλι ψηλά,αγναντεύοντας την απέραντη θάλασσα και να περάσεις την ώρα σου, χάνοντας ή βρίσκοντας τα νοήματα της ζωής σου. Η άλλη διαδρομή είναι μέσα από ένα τεράστιο,καταπράσινο,καθαρό,φροντισμένο,καλαίσθητο πάρκο. Έχει έκταση 4.800 στρεμμάτων και έχει 85 στρέμματα πράσινο, με πάρκα, αλσύλλια, παρτέρια, παιδικές χαρές, χώρο για σκύλους , όργανα γυμναστικής και νησίδες. Εκεί υπάρχει ο μεγαλύτερος παιδότοπος της Ελλάδας . Συστάδες από αλμυρίκια σε μέτρια μέχρι πολύ πυκνή φύτευση, δίνουν μια φυσικότητα και απλότητα στο χώρο και αποτελούν φυσικό φράχτη στην επίδραση της θάλασσας έχοντας το ρόλο του ανεμοθραύστη στην περιοχή. Υπάρχουν επίσης πολλοί διάδρομοι για ποδήλατο και περίπατο. Διανύοντας την μια ή την άλλη διαδρομή μπαίνεις στη Μαρίνα και εκεί μπορείς να περπατήσεις στα φαρδιά και πολυάνθρωπα πλακόστρωτα, να καθίσεις στα διάφορα καφέ ή να εξερευνήσεις και να παρατηρήσεις τα διάφορα σκάφη και τις προβλήτες. Εδώ δεν έχει μικροπωλητές ούτε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, οι φωτογραφίες απαγορεύονται και οι ιδιωτικοί αστυνομικοί φροντίζουν να τηρείται η τάξη. Φύση και άνθρωποι, δήμος και ιδιωτική πρωτοβουλία έχουν δημιουργήσει πολλαπλές δυνατότητες και ευκαιρίες στο πλαίσιο της πόλης, για αναψυχή, στοχασμό, άθληση ,ψυχαγωγία και διασκέδαση. Σε εμάς μένει, να περπατήσουμε, να σκεφτούμε και να νοιώσουμε ό, τι καλό.

Ένα με τη φύση.

θαλασσα

Αναρωτιέμαι πάντα πώς γίνεται, όταν είσαι στην εξοχή στην ύπαιθρο στην περιφέρεια, όπως κι αν το πεις, εκτός Αθήνας τέλος πάντων, Ο ουρανός να κατεβαίνει τόσο χαμηλά, να σε αγγίζει φιλικά στον ώμο και να σε τραβάει ψηλότερα απ’ το μπόι σου. Τα δέντρα να καταλαμβάνουν το είναι σου, να νοιώθεις τις ρίζες τους να σε συνδέουν γερά και αιώνια με τη γη, Τη θάλασσα να εισβάλει εντός σου και να εισπνέεις,να γεύεσαι την αλμύρα της σαν να είναι δική σου ανάσα Το πράσινο να φυτρώνει στη σκέψη σου και να μπουμπουκιάζει τη διάθεσή σου

Ο αέρας να φυσάει στο μυαλό σου και να καθαρίζει τη σκέψη σου… Πώς γίνεται  τόσο εύκολα κάθε φορά,να γίνεσαι μέρος της φύσης φεύγοντας απ’ την Αττική.