ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΡΑΚΟΥΣ

(Αλληγορικό παραμύθι για μικρομέγαλους).

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα
Την χώρα αυτή διαφέντευε ένας μπλε, ψωμωμένος, γυαλιστερός φοβερός δράκος.
Ήταν άγριος και ανελέητος.
Η χώρα έβγαινε από έναν παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος και οι πληγές της ήταν όλες ανοιχτές. Ερείπια σπιτιών και ανθρώπων, προσπαθούσαν να ανασυσταθούν, να ορθώσουν το ανάστημά τους, να σταθούν στα πόδια τους και να λογιστούν για χώρα, έθνος, κράτος.
Κάποια από τα ανθρώπινα συντρίμμια, μερικοί άλλοι, παγκόσμιοι δράκοι, αποφάσισαν να τα μαρκάρουν με μια σφραγίδα στο μέτωπο.
«Εχθρός του έθνους» έλεγε η σφραγίδα και ο μπλε δράκος, ως αρμόδιος και ειδήμων στην ασφάλεια και την οργάνωση των ερειπίων, αποφάσισε να τα βασανίσει, να τα εξορίσει, να τα φυλακίσει ή να τα εξοντώσει φυσικά ή ψυχολογικά.
Έτσι εδραίωσε την παρουσία του όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά ανέπτυξε μια παντοκρατορία εξουσίας στον τόπο, για χρόνους είκοσι.

Τότε ένας μαύρος δράκος, ανδρώθηκε και ήρθε στα πράματα. Κανείς δεν κατάλαβε τότε, πώς και γιατί, εδραιώθηκε και με μεθόδους αυταρχικές και βασανιστικές, επιβλήθηκε στη χώρα. Υπήρχε τότε, και πέρα απ’ τη χώρα η άποψη, πώς ο μπλε δράκος είχε κάποιες ρωγμές, επικίνδυνες για την ζωή του, έτσι ο μαύρος δράκος, ανέλαβε να γιατρέψει τις ρωγμές, από τις οποίες μπορούσε να δημιουργηθεί διαφυγή του λαού προς ατραπούς επικίνδυνες και με τη γνωστή μέθοδο του γύψου, για χρόνους εφτά, εγκαταστάθηκε στη χώρα, πετώντας φλόγες από το στόμα και τα μάτια του, τρομάζοντας και τρώγοντας τους ανθρώπους που έβγαιναν από τη φωλιά τους.

Και μετά, μετά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Κάποιοι βγήκαν πιο έξω, προς το φως, χωρίς να υπολογίσουν το κόστος. Με την αψάδα της νιότης ή με την απελπισία της νιότης, ή με το φλερτ με τον κίνδυνο, με την ανάγκη για ελευθερία και την ορμή για σύγκρουση. Έτσι, τραβώντας ένα κομμάτι του ντόμινο, διαλύθηκε το οικοδόμημα και ο μαύρος δράκος ξεκουμπίστηκε.

Ο μπλε δράκος ανέλαβε το ρόλο του Άη Γιώργη και όλοι κατ’ αρχήν λάτρεψαν και προσκύνησαν γονυπετείς.

Ο μπλε δράκος ήταν τώρα πιο ανοιχτός… Ανοιχτός στο χρώμα βέβαια, πού αλλού; Γαλάζιος. Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια και τόσες παγκόσμιες αλλαγές, δεν βασάνιζε, δεν εξόριζε, δεν εκτόπιζε, δεν ασκούσε ανοιχτή βία.
Περιθωριοποιούσε . Απέκλειε. Προωθούσε μόνο όσους λάτρευαν τον μπλε δράκο. Όσους ανήκαν στον μπλε δράκο, όσους ορκίζονταν πίστη στο όνομά του και στο έμβλημά του. Όσους δεν φυσούσαν τον πυρσό του να σβήσει.
Ο μπλε δράκος εδραιώθηκε με το νέο του πρόσωπο ,το εκσυγχρονιστικό, στη χώρα για χρόνους επτά.

Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως και ένας νέος δράκος άρχισε να εκτρέφεται.
Ο λαός κουράστηκε, βαρέθηκε, αγανάκτησε, να περιμένει να πέσουν λίγα ψίχουλα από το τραπέζι του μπλε δράκου και των συνδαιτυμόνων του και αποφάσισε: ΩΣ ΕΔΩ. ΦΤΑΝΕΙ! ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ θα εκθρέψει ένα δικό του δράκο.
Έναν δράκο που θα ανοίξει όλες τις κλειστές πόρτες και θα μοιράσει την πίτα δίκαια σε όλους.
Έτσι ένας ολοκαίνουργιος, λαμπερός σαν ήλιος, δράκος ξεπρόβαλε.
Ένας πράσινος, ελπιδοφόρος δράκος.

Πράγματι αυτός ήταν λεπτός, άφθαρτος, ευκίνητος και λαοπρόβλητος. Άνοιξε όλες τις φυλακές και έβγαλε έξω στην ελευθερία, όλους όσους χρόνια κοιτούσαν τη ζωή με λαίμαργα μάτια από την απομόνωση.
Νέους απ’ την επαρχία της χώρας αλλά κι απ’ τα προάστια, παιδιά ανθρώπων που πολέμησαν το μπλε δράκο, γυναίκες, που ως τότε ήταν του πατρός και του ανδρός τους, ηλικιωμένους που ως τότε, ήταν στα αζήτητα.
Επέτρεψε στους ανθρώπους της υπαίθρου να πάψουν να είναι ένα με τα υποζύγιά τους, και έδωσε μια σημαία στους άσημους, μικρούς, απαίδευτους αλλά παιδεμένους, στους εργάτες και τους υπαλλήλους, να νοιώσουν ότι αξίζουν να είναι σημαιοφόροι.
Ο πράσινος δράκος λατρεύτηκε σαν τον βασιλιά ήλιο. Και φώτισε τις ζωές των ανθρώπων σαν τον ήλιο. Και έλαμψε σαν τον ήλιο.
Τους πρώτους οκτώ χρόνους.
Μετά έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Όμως δεν γεννήθηκε.
Ο πράσινος δράκος άρχισε να μοιράζει φτερά στους ανθρώπους και να τους τάζει ότι θα πετάξουν σαν τον Δαίδαλο. Δεν θέλει φαντασία να καταλάβει κανείς πόσοι Ίκαροι προέκυψαν. Τότε ο δράκος άρχισε να χάνει τη λαμπρότητά του, θάμπωσε. Μπορεί και να σκούριασε, οξειδώθηκε.
Κάποιοι βάλθηκαν να τον γυαλίσουν. Να γίνει πάλι ολόλαμπρος ,φωτεινός και ζωογόνος για τη χώρα.
Όμως η γυαλάδα έπιανε μόνο την ουρά. Το κεφάλι. Το κεφάλι έπασχε. Είχε χοντρύνει, είχε πάθει υδροκεφαλισμό. Έτσι επηρεαζόταν όλο το σώμα. Όλο το πράσινο σώμα, παντού. Το καταπράσινο ελπιδοφόρο ζωντανό σώμα, είχε πνιγεί μέσα στα τετραπλά αυτοκίνητα ανά σπίτι, στα πολυτελή εξοχικά, στους πάσης φύσεως εργάτες για κάθε εξωτερική και εσωτερική δουλειά, στα επιδόματα και τις πιστωτικές κάρτες που άνοιγαν κάθε θεμιτή και αθέμιτη ευτυχία, κάθε παράδεισο αλλά και κάθε κολάσιμη ενέργεια.
Τότε έπρεπε να γεννηθεί ένας νέος δράκος.
Και πάλι δεν γεννήθηκε. Κακή σπορά, κακή χρονιά, κακή στιγμή, κακή συγκυρία, τι να πεις.
Το γεγονός είναι ότι ο πράσινος δράκος, άλλοτε σαν κένταυρος, άλλοτε σαν μανδαρίνος, μετέτρεψε τους πάντες σε ρινόκερους. Έπρεπε ή να είσαι ρινόκερος ή να βλέπεις παντού ρινόκερους .Πολλοί έγιναν ρινόκεροι. Πολλοί δεν τα κατάφεραν.
Και άλλοι αρνήθηκαν.
Είκοσι δύο χρόνους άντεξε συνολικά ο πράσινος δράκος και στα τελευταία του, εκεί στα λοίσθια, είχε κακά στερνά. Κι αυτός και η χώρα που τον λάτρεψε.
Και τότε όπως λέει ο λαός επειδή: «Καλά στερνά, όλα καλά, Κακά στερνά όλα κακά».
Έτσι ό, τι καλό έκανε, τα κακά στερνά, το διασκόρπισαν, το αμαύρωσαν, το έστειλαν στη λήθη ,στην μήνιν και στο ανάθεμα.

Κάποιες απόπειρες να κυβερνηθεί η χώρα συντελέστηκαν.
Τα αποτελέσματα τα μετρούν, οι οικονομολόγοι, οι πολιτικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι. Οι ιστορικοί θα αποφανθούν πολύ αργότερα.

Και τότε εμφανίστηκε από την αγανάκτηση, τη διαμαρτυρία και την «δυναμική του τριγώνου των Βερμούδων» ένας νέος δράκος.

Ένας ροζέ δράκος.
Δεν ήταν κόκκινος, γιατί κόκκινος υπήρχε δράκος. Αλλά ήταν ένας δράκος με αγωνιστικό παρελθόν, όμως ήσυχος, ακίνδυνος, σιωπηλός, ιδιόρρυθμος στο παρόν, που είχε καπαρώσει το χρώμα και του ανήκε στο διηνεκές.
Ύστερα, κόκκινος δεν ήθελε να’ναι ο καινούργιος, γιατί το κόκκινο ζητάει αίμα και πόλεμο, μπορεί και έρωτα και άλλα άλικα και οργιώδη και κόκκινες φλόγες που βγαίνουν απ’ τα μάτια κι απ’ το στόμα και κατατρώνε ό, τι παλιό και σάπιο βρεθεί στο δρόμο τους. Αλλά κυρίως το κόκκινο, ζητάει σαφήνεια. Πολύ συγκεκριμένα και πολύ έντονα πράγματα.
Ενώ εδώ είχαμε έναν δράκο βουτηγμένο στη ροζέ , ομιχλώδη και ασαφή ατμόσφαιρα του αγανακτισμένου. Με πράσινα δρακόφτερα/ παγωνόφτερα στην ουρά του και κόκκινες ανταύγειες στο κεφάλι και βαθιές γαλαζωπές αποχρώσεις, από μπλε ψαρίσιο δράκο ,σε μορφή σούσι, για να μην αναγνωρίζεται εύκολα.

Κι ο λαός του Διονύσιου Σολωμού, αυτός ο λαός, ήθελε έναν νέο δράκο και πίστεψε σε αυτόν. Στον ροζέ δράκο που τράφηκε από την αγανάκτηση, από την έλλειψη, από τη στέρηση απ’την ανέχεια, από την ανάγκη για φτερά.
Και έμεινε ο ροζέ δράκος χρόνους… κανείς δεν ξέρει πόσους

Στη χώρα οι συνθήκες πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Οι οικονομικοί δείκτες περιγράφουν το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, ανθρωπιστικό, διεθνές προφίλ της χώρας.
Συνακόλουθα το κοινωνικό κράτος υποχώρησε ολοσχερώς και οι υψηλές φορολογίες ολοκλήρωσαν την εικόνα της κρίσης.
Η νεολαία άρχισε να μεταναστεύει.
Στην αρχή διερευνητικά, μετά πιο αποφασιστικά και τελικά με μαζικούς ρυθμούς και αριθμούς οι πόλεις, τα χωριά, οι πρωτεύουσες και η πρωτεύουσα της χώρας άδειασαν.
Η σύνθεση του πληθυσμού είχε από χρόνια μια πτωτική πορεία, αλλά τώρα πια ραγδαία, μετακύλησε σταθερά σε μια χώρα ηλικιωμένων, συνταξιούχων και ανήμπορων ανθρώπων.
Η σύνθεση του πληθυσμού επηρέασε περαιτέρω επί το αρνητικότερο ,την πολιτική κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας.
Η χώρα μαστίζεται από ύφεση, εγκατάλειψη, πολυποίκιλη αποσάθρωση, μελαγχολία και κατάθλιψη.
Η νεολαία δεν πήρε μαζί της μόνο την παραγωγική και επιστημονική επάρκεια και συνέχεια της χώρας ,αλλά και την διάθεση και την δυνατότητα των υπολοίπων πολιτών, για οποιαδήποτε δυναμική έστω και καθημερινή δραστηριότητα.
Απλές γραφειοκρατικές ενέργειες, όπως η κατάθεση της φορολογικής δήλωσης, η απόκτηση κάποιου δικαιολογητικού ώστε να συμμετέχει κάποιος σε μικρές πενιχρές παροχές, ή η εκ νέου συγκέντρωση δικαιολογητικών για την παροχή σύνταξης κλπ, καθυστερούν χρονικά, αδικαιολόγητα, και οδηγούν σε παραπέρα μαρασμό της κοινωνικής οργάνωσης των πολιτών.
Η αναγκαιότητα να χρησιμοποιηθεί από τους ηλικιωμένους η ηλεκτρονική διαδικασία, συμμετοχής, κατάθεσης, ταχυδρομείου ,πληρωμών κλπ., είναι δύσκολη έως αδύνατη και η απαιτούμενη ανάγκη να χρησιμοποιηθεί κάποιος επαγγελματίας, που θα πρέπει να αμειφθεί, πχ, λογιστής, φοροτεχνικός κλπ, καθιστά την όλη διαδικασία απαγορευτική για πολλά νοικοκυριά.
Η λειτουργία μικροσυσκευών στο σπίτι, που απαιτούν, κάποιες γνώσεις, ή πληροφορίες γύρω από τις νέες τεχνολογίες και τη χρήση τους, (κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές, αποκωδικοποιητές τηλεοράσεων κλπ), ελλείψει των νεαρών μελών της οικογένειας, που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει ή θα αποκτούσαν, εύκολα και γρήγορα, εξοικείωση με αυτόν τον τομέα, οδηγούν τους μεσήλικες στην παραίτηση της χρήσης τους, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να ξαναγυρίζουν σε παραδοσιακές πρακτικές, οι οποίες είναι χρονοβόρες, μη αποτελεσματικές αλλά κυρίως μη συμβατές και αποδεκτές από την πολιτεία και τους μηχανισμούς της, οι οποίοι είχαν εν μέρει προ της κρίσης, εγκατασταθεί και με τους οποίους συνεχίζει να λειτουργεί , αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της σε διεθνή και άλλα επίπεδα.
Οι διάφορες λειτουργίες της κοινωνικής οργάνωσης, (συγκοινωνίες, ηλεκτρονικά εισιτήρια, ηλεκτρονικές κάρτες, κάρτες τράπεζας, ερωτηματολόγια παντός τύπου και διαδικασίες που απαιτούν κάποιο βαθμό σύγχρονης εκπαίδευση, αντίληψης ή εξοικείωσης, είναι δυσλειτουργικές για τον μεσήλικο και υπερήλικο πληθυσμό και όλα δυσπραγούν, δυσλειτουργούν και επαυξάνουν την κοινωνική αποσύνθεση.
Η δυσθυμία, η αναποτελεσματικότητα και η αδυναμία του πληθυσμού συνεχώς διογκώνεται.

Οι οικογένειες απαρτίζονται από δύο ή ένα μεσήλικο/υπερήλικο άτομο.
Η ψυχολογική τους κατάσταση είναι επιβαρυμένη.
Δεν υπάρχει ενθουσιασμός, όνειρα, σχέδια για το μέλλον. Δεν υπάρχει ανανέωση των ενδιαφερόντων, δεν υπάρχει δημιουργία νέων οικογενειών. Δεν υπάρχει η ζωογόνα αλληλεπίδραση των γενεών και δεν επιτυγχάνεται το ξανάνιωμα των ανθρώπων τρίτης ηλικίας με την επαφή τους με τα εγγόνια.
Δεν υπάρχει συχνή επικοινωνία με τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει δυνατότητα εύκολης μετακίνησης προς αυτά, ούτε οικονομικές δυνατότητες, ούτε εμπειρία ταξιδιών, ούτε ανάλογη αντοχή και υγεία.
Δεν γίνονται επισκευές στα σπίτια και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία.
Δεν υπάρχουν οικονομικές συναλλαγές. Χρήμα δεν αποστέλλεται ούτε προς τους γονείς ούτε βέβαια από τους γονείς.
Η αποξένωση είναι δυναμικά παρούσα: Στο τοπίο, στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στη χώρα.
Η συρρίκνωση είναι παρούσα και στις κοινωνικές δομές.
Σχολεία χωρίς παιδιά κλείνουν.
Υπηρεσίες χωρίς εξυπηρετούμενους πολίτες μεταφέρονται και ενοποιούνται.
Σπίτια ερειπώνουν.
Χωράφια και εκτάσεις ερημώνονται.
Καταστήματα κλείνουν.
Αυτοκίνητα ακινητοποιούνται
Συγκοινωνίες συρρικνώνονται.

ΟΙ άνθρωποι αρχίζουν να επικοινωνούν λιγότερο.
Ο έρωτας απουσιάζει.
Μια νέα «επιδημία» εμφανίζεται. Οι άνθρωποι παύουν να επιθυμούν και να επιδιώκουν να μακρύνουν την διάρκεια ζωής τους.
«Η εποχή των παγετώνων της κοινωνίας» έχει αρχίσει και επεκτείνεται.
Οι άνθρωποι στην αρχή χαίρονται, γιατί τα παιδιά τους θα έχουν μια καλύτερη ζωή και δεν θα τα αγγίξει η κρίση της γενέτειρας χώρας τους.
Όσοι είναι ακόμα νέοι, είναι ακόμα σε κατάσταση να σχεδιάζουν, να ταξιδεύουν, να κάνουν πράγματα που τους ευχαριστούν, να κινούνται και να «κινούνται» γενικώς, πιστεύουν ότι όλη αυτή η μετακίνηση του νεαρού πληθυσμού , δεν θα τους αγγίξει δυσάρεστα, ούτε θα παίξει ρόλο στη ζωή τους.
Τα χρόνια όμως περνούν, το νέο αίμα δεν υπάρχει για να τροφοδοτεί τον παλμό της χώρας και όσο έμεινε πίσω ,μαραζώνει.
Οι παλιοί δράκοι, προσπαθούν, να εκσυγχρονιστούν; Να αναπαλαιωθούν; Να ανακαινιστούν;
Χωρίς πειστικά αποτελέσματα.
«Παλιός δράκος ,καινούργια περπατησιά;»
Κανείς νέος δράκος δεν έχει γεννηθεί για να κυβερνήσει διαφορετικά.
Αλλά και κανείς άνθρωπος .
Κανένας άνθρωπος.

Εμφανίζεται ένας εμπορικός αντιπρόσωπος ο οποίος πουλάει ρομπότ.
Τα ρομπότ είναι εισαγόμενα και έχουν σήμα τους έναν Κίτρινο δράκο.
Το ρομπότ έχει ύψος περίπου εξήντα πόντους. Έχει περιορισμένη ανθρωπόμορφη εμφάνιση. Θυμίζει μικρές στρογγυλές σόμπες υγραερίου. Οι είκοσι τελευταίοι πόντοι, μετρώντας από το δάπεδο, είναι ένα στρογγυλό τύπου κεφάλι, με μάτια, δυο φωτάκια που όταν το ρομπότ, δέχεται μια εντολή, δηλαδή «ακούει», και είναι «σε στάση», είναι κόκκινα, όταν αρχίζει να εκτελεί την εντολή, γίνονται πράσινα.
Δεν διαθέτει πόδια αλλά ροδάκια. Κινείται εύκολα αλλά όχι εξαιρετικά γρήγορα.
Δίνει την εντύπωση μιας εύχρηστης, εύκολα ελεγχόμενης συσκευής, φιλικά προσκείμενης στον άνθρωπο.
Δεν έχει δυνατούς θορύβους, ούτε δυνατά φώτα, ούτε μεγάλες ταχύτητες, ούτε πολλά και σύνθετα κουμπιά λειτουργίας.
Είναι σχετικά φθηνή η αγορά του. Λειτουργεί με ηλεκτρισμό.
Ο πρώτος που το απέκτησε, είναι ένας μεσήλικας, συνταξιούχος πιλότος, ο οποίος μένει σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας, η οποία έχει σχεδόν εκατό τοις εκατό μετανάστευση των νέων.
Ένα βράδυ έφερε μαζί του το ρομπότ και το έβαλε σε λειτουργία στο καφενείο ,που είναι το μόνο κατάστημα που ανοίγει συστηματικά.
Ο κίτρινος δράκος μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ανθρώπων.
Ο πιλότος εξήγησε σε όλους ότι η χρησιμοποίηση του ρομπότ είναι δοκιμαστική, χωρίς την υποχρέωση πληρωμής. Τους πληροφόρησε ότι τα συγκεκριμένα ρομπότ κατασκευάστηκαν στην Κίνα. Λέγονται «Παλληκάρια» και σχεδιάστηκαν ειδικά για να βοηθούν ανθρώπους και οικογένειες σε κοινωνίες που οι νέοι τους μετανάστευσαν και δυσκολεύονται να ζήσουν στη σύγχρονη ζωή μόνοι τους.
Ο αντιπρόσωπος είναι κάποιος που τα εισάγει από την Κίνα. Του είπε ότι έχουν δοκιμαστεί και σε άλλες χώρες και έχουν βοηθήσει πολύ τους ανθρώπους. Ο αντιπρόσωπος μένει σε ένα ξενοδοχείο στην περιοχή τους. Εκείνος τον πλησίασε στην πλατεία χθες και του ζήτησε να συζητήσουν.
Ο πιλότος έχει δύο γιούς που λείπουν εδώ και πέντε χρόνια και οι πιθανότητες να γυρίσουν στη χώρα τους, είναι μηδαμινές. Ο ίδιος έχει και μια ελαφρά αναπηρία στο ένα πόδι και ζει αρκετά δύσκολα με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του.
Μετά από τις πληροφορίες που πήρε από τον αντιπρόσωπο, δέχθηκε να κρατήσει το ρομπότ για ένα μήνα δοκιμαστικά και να ενημερώσει τους συμπολίτες του για την λειτουργία του, τη χρησιμότητά του και σε περίπτωση ενδιαφέροντος, την ακόλουθη παραγγελία ρομπότ.
Η διαδικασία είναι ασφαλής, δωρεάν και διαφημιστική. Δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το αγοράσει, αν διαπιστώσει ότι δεν τον εξυπηρετεί.
Ο αντιπρόσωπος του εξήγησε αναλυτικά τις δυνατότητες του ρομπότ και αυτός μεταβιβάζει όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες στους συγχωριανούς του, που τον παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ρομπότ, μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε διαδικασία σε σχέση με έγγραφα, συνταγές, πιστοποιητικά, λογαριασμούς, φορολογικές δηλώσεις, απαλλαγές, βιβλιάρια ασθενείας, φάρμακα, αναλήψεις ή καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει μέσω σκαιπ ή άλλου συστήματος με άτομα στο εξωτερικό ή το εσωτερικό, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις σύνθετες ενέργειες, μόνο με φωνητική εντολή σου. Μπορεί ακόμα να επικοινωνήσει με γιατρό, νοσοκομείο ,κλπ, και να κλείσει ραντεβού για εξετάσεις με όποιον χρειάζεσαι.
Τα στοιχεία που του «πέρασε» ο αντιπρόσωπος, τα έδωσε ο πιλότος οικειοθελώς, αφού ο αντιπρόσωπος τον διαβεβαίωσε ότι σε πρώτη φάση, θα του δώσει μόνο κάποια ανώδυνα, όπως ονόματα γιατρών, δικηγόρων ,λογιστών κλπ και όταν το ρομπότ γίνει δικό του, θα περαστούν και άλλα στοιχεία πιο προσωπικά και απόρρητα. Τότε θα υπογραφεί συμφωνία ότι τα στοιχεία αποτελούν προσωπικά δεδομένα και δεν θα διαρρεύσουν προς καμία κατεύθυνση.
Οι συμπολίτες άκουγαν σκεπτικοί. Στην συζήτηση για τους γιατρούς, τις επείγουσες καταστάσεις και τα ραντεβού στο νοσοκομείο, οι περισσότεροι ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες και ζήτησαν να γίνει ένα ραντεβού εκεί μπροστά τους για να δουν.
Το ρομπότ περίμενε υπομονετικά στην πρίζα και όταν ο πιλότος είπε ότι δεν γίνεται αυτό, διότι είναι βράδυ και δεν κλείνονται ραντεβού, υπήρξε από τους ανθρώπους απογοήτευση.
Κανένας όμως δεν έφυγε παρότι η ώρα περνούσε.
Τότε ο πιλότος είπε, ότι ο αντιπρόσωπος μέσω του ρομπότ, πήρε τον γιό του στην Αυστραλία τηλέφωνο, εύκολα και γρήγορα και τότε η κουβέντα και το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε.
Εκείνο το βράδυ όλοι έφυγαν σκεπτικοί.
Ο πιλότος, από εκείνη την ημέρα και για ένα μήνα, έγινε το σημαίνον πρόσωπο της πόλης.
Και το ρομπότ βέβαια. Το κοίταξαν, το ψαχούλεψαν το άκουσαν, πάτησαν το κουμπί έναρξης και είδαν το μπροστινό του μέρος να ανοίγει σαν τα ατομικά τραπεζάκια στα αεροπλάνα και να βγαίνει ένα λαπ τοπ το οποίο λειτουργούσε αυτόματα, χωρίς να ανακατεύεται καθόλου ο πιλότος, μόνο με μια εντολή, μονολεκτικά κάθε φορά.
«ΔΕΗ» έλεγε ο πιλότος και μετά: «ΠΛΗΡΩΜΗ» και αμέσως ο υπολογιστής έμπαινε στο λογαριασμό του και μετέφερε το ποσόν που του διάβαζε ο πιλότος, στο λογαριασμό της ΔΕΗ. Οι λειτουργίες ήταν απλές και εύκολες, οι άνθρωποι ένοιωθαν σαν να συνεργάζονταν με έναν άνθρωπο και έκαναν τις δουλειές τους.
Όλο το χωριό τις επόμενες μέρες πέρασε από το σπίτι του. Όλες τις ώρες της ημέρας. Παρακολούθησαν λογαριασμούς να πληρώνονται, χωρίς να κουνηθεί καθόλου από το σπίτι του ο πιλότος, κλείστηκαν, ραντεβού για νοσοκομεία και εξετάσεις, κατατέθηκαν φορολογικές δηλώσεις και μίλησε και με τα δυό του αγόρια στην Αυστραλία.
Οι λειτουργίες όμως του ρομπότ ήταν για ένα άτομο. Ο κωδικός ήταν ένας, και τα προσωπικά δεδομένα ατομικά. Το λογισμικό του ήταν προορισμένο να «σηκώσει» τη ζωή, το πολύ, ενός ζευγαριού .
Μετά από ένα μήνα, όχι μόνο είχαν πειστεί αρκετοί, άλλα συζητούσαν πώς θα πείσουν και άλλους. Το ρομπότ με τα φωτάκια του ήταν και μια παρέα, ένας φύλακας στις κρύες μοναχικές νύχτες του χειμώνα.
Ο αντιπρόσωπος ήλθε έγινε μεγάλη συγκέντρωση στο καφενείο και μετά από πολλές ερωτήσεις και απαντήσεις, οι παραγγελίες έπεσαν βροχή.
Σιγά σιγά σε όλη την κωμόπολη, είχε πειστεί και ο πιο δύσπιστος.
Σε λίγο το κάθε σπίτι διέθετε το δικό του ρομπότ.
Σε δύο χρόνια περίπου, τα ρομπότ είχαν γίνει μέρος του εξοπλισμού όλων των σπιτιών της Βόρειας Ελλάδας και κατέβαιναν προς τις νότιες περιοχές.
Ο αντιπρόσωπος πήγαινε ο ίδιος στην Κίνα και έφερνε τις παραγγελίες. Βλάβες δεν παρουσίασε κανένα, ούτε κανένα άλλο πρόβλημα.
Η ζωή των ανθρώπων δεν είχε αλλάξει σημαντικά, αλλά είχε κάπως βελτιωθεί στις διάφορες διαδικασίες και ενέργειες που έπρεπε να γίνουν.
Σιγά σιγά τα ρομπότ συνηθίστηκαν όπως οι κουζίνες ή τα τηλέφωνα και κανείς δεν μιλούσε πια για αυτά. Έγιναν μέρος του σπιτιού και της ζωής των ανθρώπων.
Ο κίτρινος δράκος ήταν παντού. Φιλικός, εξυπηρετικός, ανέξοδος, εύκολος σύμμαχος και χωρίς να δημιουργεί προβλήματα για τους κατόχους του.
Όταν έρχονταν καμιά φορά τα παιδιά κάποιου από το εξωτερικό, το ρομπότ, έβγαινε από την πρίζα και πήγαινε σε καμιά αποθήκη ή καμιά ντουλάπα και αμέσως οι σχέσεις γονιών με τα παιδιά τους επανέρχονταν εκεί που ήταν πριν από 2,4,ή 7 χρόνια.

Σε τρία χρόνια, ο αντιπρόσωπος εμφανίστηκε και τους είπε ότι θα πρέπει να κάνει αναβάθμιση. «Σέρβις», τους εξήγησε και όλοι δέχθηκαν χωρίς πρόβλημα. αποφάνθηκαν οι περισσότεροι. Το κόστος ήταν ελάχιστο και όλοι μπήκαν στην σειρά, για σέρβις.
Όταν ο αντιπρόσωπος έφυγε, τα ρομπότ, είχαν αντικατασταθεί από άλλα, ψηλότερα που μιλούσαν!!
Το ύψος τους τώρα ήταν περίπου ενάμιση μέτρο!
Ο κίτρινος δράκος ήταν τώρα χρυσός και μεγαλύτερος. Κυριαρχούσε στην πλάτη του ρομπότ. Νέα μοντέλα τους εξήγησε ο αντιπρόσωπος.
Τα ρομπότ έπαψαν να θυμίζουν στρογγυλές σόμπες υγραερίου και έμοιαζαν σαν έναν μικρό ανθρωπάκο!
Μιλούσαν με χαμηλή φιλική φωνή. Αρκεί να πατούσες ένα κουμπί και να έλεγες: «ΣΥΖΉΤΗΣΗ»
Τότε τα μάτια του άλλαζαν χρώμα και γίνονταν γαλάζια. Επιπλέον ένα κόκκινο φωτάκι άναβε στην περιοχή του στόματος.
Τότε έπρεπε να πεις: «ΠΡΟΒΛΗΜΑ» και να αρχίσεις να μιλάς με λίγες λέξεις για το πρόβλημά σου.
Π.χ έπρεπε να πεις: «Πρέπει να κάνω εγχείριση στο γόνατο, αλλά φοβάμαι»
Τότε το ρομπότ, άνοιγε τον υπολογιστή, έψαχνε σε διάφορες σελίδες και σου έλεγε απλά και κατανοητά, τι θα πάθαινες αν δεν έκανες εγχείριση και τι περίπου, ήταν μια τέτοια εγχείριση.
Επίσης μπορούσε σαν πεις: «πρόβλημα» και να αρχίσεις να περιγράφεις ένα πρόβλημα σχετικό με μια απόφαση οικονομική που πρέπει να πάρεις.
Π.χ. «Δεν μπορώ πια να δουλεύω, στην περιουσία μου Πώς να έχω εισόδημα;»
Στα τέσσερα χρόνια, ο πρώτος κάτοικος στο χωριό, πούλησε μια μεγάλη έκταση σε κάποιον ξένο αγοραστή.
Με τα χρήματα άρχισε να ζει πιο άνετα. Στην έκταση εμφανίστηκαν πολλά πανομοιότυπα σπίτια. Ένας οικισμός ξεπήδησε και σε λίγο εμφανίστηκαν οι κάτοικοί του. Ήταν κινέζοι. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν γιατροί, άλλοι οδοντίατροι, άλλοι μηχανικοί, άλλοι λογιστές. Γρήγορα άρχισε να αλλάζει το τοπίο. Καταστήματα και εργοστάσιο άνοιξαν.
Οι άνθρωποι του τόπου συνέχισαν να πουλούν εκτάσεις ακαλλιέργητες και αφημένες στην τύχη τους. Σιγά σιγά γερνούσαν και με τα χρήματα από τις πωλήσεις τους, των χωραφιών τους, πλήρωναν και τους φρόντιζαν. Τα χρόνια περνούσαν, σιγά σιγά πέθαιναν και η περιοχή άλλαζε χέρια.
Άλλαζε και φυσιογνωμία, γλώσσα και ύφος. Σε είκοσι χρόνια, ολόκληρη η χώρα σχεδόν ήταν κινεζική. Με νομιμότητα και χωρίς καμία πράξη επιβολής . Όλη την δουλειά την ολοκλήρωσαν τα ρομπότ. Η Κίνα επεκτεινόταν χωρίς να ανοίξει μύτη και χωρίς να ξεκινήσει κανένας πόλεμος.
Οι χώρες του νότου η μια μετά την άλλη κινεζοποιήθηκαν και σε εξήντα χρόνια, η Κίνα , ήταν η πρώτη δύναμη στον κόσμο, σε πληθυσμό, σε πλούτο, σε τεχνολογία, σε έκταση και σε παραγωγή.
Ήταν η εποχή του χρυσού δράκου.
Κανείς δεν ξέρει πόσο κράτησε.
Νομίζω ότι κρατάει ακόμα και επεκτείνεται…

Advertisements

Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Καλλιέργειες και σκέψεις γενικώς

Πέρα ως πέρα ο κάμπος που απλώνεται μπροστά,

ως εκεί που φτάνει το μάτι, είναι δικός μας.

Αγροτεμάχια, όμορφα χωρισμένα με αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Όλα γόνιμα. Καταπράσινα. Άλλα σπαρμένα. Άλλα φυτεμένα.

Σε άλλα χαμηλή πυκνή βλάστηση. Σε άλλα  ψηλά αναρριχόμενα φυτά, στηριγμένα προσεχτικά σε καλάμια.

Σε άλλα  δέντρα, μεγάλα πια. Άλλα με ανθό κι άλλα με καρπό, δεμένο.

Όλα καταπράσινα. Φροντισμένα.

Η περιουσία μας.

Είναι τα λάθη μας. Οι ολιγωρίες μας. Οι ανασφάλειές μας. Οι αδυναμίες μας. Οι λανθασμένες επιλογές μας.

Το κάθε αγροτεμάχιο έχει και άλλη σπορά, άλλη ποικιλία, άλλα φυτά.

Κάμποσα είναι ετήσια. Τα ανανεώνουμε  κάθε χρόνο. Άλλα έχουν μικρότερο κύκλο ζωής, παίρνουμε  τους καρπούς,  ξεκουραζόμαστε  λίγο  και μετά σπέρνουμε ευθύς καινούρια φυτά.

Άλλα έχουν βολβούς και ζεσταίνονται για πολύ καιρό στο σκοτάδι και στη σιωπή, μέχρι να δώσουν εμφανές αποτέλεσμα.

Κι άλλα, δέντρα έχουν γίνει  ολόκληρα. Μεγαλώνουν αγέρωχα κι αλαζονικά και δεν μας κοιτάζουν καν.

Αφού μπήκες στον κόπο να  τα φυτέψεις  και τα περιποιήθηκες μέχρι να θεριέψουν, θέλουν κόπο πολύ για να  τα ξεριζώσεις, και το ξέρουν, γι αυτό σε αγνοούν.

Όλα ποτίζονται επιμελώς και συχνάκις.

Εκεί στις άκρες, πολύ πολύ μακριά, είναι μερικά  κομμάτια γης με κιτρινισμένα και ξερά φυτά. Είναι αυτά τα ξεχασμένα από χρόνια.

Εύκολα βέβαια μπορεί να λαμπαδιάσουν, (άλλος κίνδυνος κι αυτός), γι αυτό  πρέπει να έχεις το νου σου. Να  τα εξετάζεις κάθε φορά και να τα κρατάς βρεγμένα και ακίνδυνα.

Το κάθε τεμάχιο έχει τη δική του σπορά και σοδειά.

Άλλα τα λάθη του γονιού, άλλα τα λάθη του συντρόφου, άλλα τα λάθη του αδελφού κι άλλα  του φίλου, του γείτονα, του πολίτη, άλλα τα λάθη που έκανες ως παιδί,ή ως έφηβος. (Αυτά είναι τα ξερά, τα κιτρινισμένα)Άλλα τα λάθη του ανθρώπου που πίστεψε ή που επένδυσε σε κάτι, ή σε πολλά. Κι άλλα τα λάθη αυτού που δεν πίστεψε σε τίποτα.Άλλα τα λάθη του αποστολέα κι άλλα του παραλήπτη. Άλλα τα λάθη της σύνεσης που υιοθετήσαμε  κι άλλα του χάους που κουβαλήσαμε μέσα μας.Άλλα τα λάθη του σκοτεινού κι άλλα του ολόφωτου εκτεθειμένου εαυτού μας.

Αγναντεύουμε από μακριά κι αναλογιζόμαστε  σιωπηλά  την περιουσία μας.

Κάποιες νύχτες με πανσέληνο, άυπνες,  κατεβαίνουμε και τριγυρίζουμε μυστικά, ανάμεσα σε όσα φυτέψαμε κι όσα καλλιεργήσαμε.

Στην περιουσία μας.

Ένα μεταξωτό μαντήλι του λαιμού, πιασμένο στο αγκαθωτό, μαρτυράει τις επισκέψεις αυτές και μια ζώνη πιασμένη ψηλά, σε ένα κατάφορτο κλαδί αμυγδαλιάς, αποδείχνει πώς δοκιμάζουμε  ακόμα τους καρπούς των φυτεμένων μας.

Κάποια από αυτά τα αγροτεμάχια  είναι κληρονομημένα  κι άλλα θα αποδοθούν στους κληρονόμους μας.

Άλλα δίκαια κι άλλα άδικα μοιρασμένα. Άλλα εξ αδιαιρέτου, έτσι που να μην μπορούν να απαλλαγούν και να μη γλυτώσει κανείς.

Ούτε εκκαθαρίσεις ,ούτε βελτιώσεις. Άκαιροι  καιροί για παντός είδους εσωτερικές βελτιώσεις .

Σκέψεις  άλλες δεν κάνουμε.

Μια σκέψη μας βασανίζει μόνο σ’ αυτούς τους καιρούς: Θα πρέπει να τα δηλώσουμε όλα αυτά στο Ε9;

Μια ζωή δεν φτάνει

Λοιπόν επιτέλους έχω καταλήξει. Θα έπρεπε να έχουμε τέσσερις ζωές.
Τέσσερις! Ούτε τρεις, ούτε πέντε, ούτε αιώνια ζωή. Το ιδανικό είναι τέσσερις ζωές. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο, λίγο κι άδικο.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Μια ζωή χρειάζεται ο καθένας μας, για να διαβάσει, να μαθητεύσει, να διερευνήσει, να μελετήσει, να στοχαστεί, να υιοθετήσει, διάφορες θεωρίες, επιστήμες, έρευνες, συσσωρευμένες γνώσεις, πειραματικές μεθόδους, φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές έρευνες –θεωρίες ,θέσεις και να οδηγηθεί σχετικά, σε κάποια συμπεράσματα για το τι είναι ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο ίδιος και τι από όλα αυτά τον εκφράζουν, του ταιριάζουν, τον κάνουν να είναι πλησιέστερα σε αυτό που θέλει να είναι.

Μια ζωή χρειάζεται για να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο, να συναναστραφεί με ανθρώπους από άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, άλλους πολιτισμούς, άλλες συνήθειες, με άλλα δεδομένα, άλλα ζητούμενα, άλλα ήθη άλλα έθιμα, άλλες ανάγκες, άλλη φύση, άλλη κοινωνική οργάνωση και άλλη βιολογική και κοινωνική ανάπτυξη, άλλη εμφάνιση , άλλα χαρακτηριστικά, άλλη γλώσσα , άλλη θρησκεία, άλλη φυλή και άλλο αξιακό σύστημα.

Μια ζωή χρειάζεται για να δημιουργήσει οικογένεια. Να αφοσιωθεί σε αυτήν και στις ανάγκες της, να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, για να διατηρήσει το είδος του , αλλά και να το προάγει σε καλύτερο επίπεδο. Να αφιερωθεί για αρκετά χρόνια στην στήριξη και την υποστήριξη των αδύναμων μικρών απογόνων του, να τους διδάξει τρόπους ασφαλούς επιβίωσης, και να τους διευκολύνει να ενταχθούν κοινωνικά, να διασφαλίσει τη σωματική και ψυχική τους επάρκεια και ισορροπία. Να τους προσφέρει περιβάλλον ολόπλευρης και ασφαλούς ανάπτυξης και να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς μαζί τους σε όλη την ζωή, τηρώντας την ανθρώπινη σχέση που εμπεριέχει, το ένστικτο αλλά και την έλλογη απόφαση, επιλογή, ανάπτυξη.

Μια ζωή χρειάζεται για να κάνει αυτό που έχει καταλήξει, ότι τον εκφράζει, τον δικαιώνει, τον αναπτύσσει , τον κάνει ωφέλιμο, του δημιουργεί καλές και αγαθές προθέσεις, τον βοηθάει να εκφραστεί, να δημιουργήσει, να προσφέρει, να ενταχθεί, να είναι ευτυχισμένος {( εύ+ τεύχω =φτιάχνω), να έχει δηλαδή μια κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων}. Να ζει όπως θέλει.
Είτε αυτό είναι η διαρκής ,αποκλειστική και συνεχής απασχόλησή του, με την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τεχνική, ή την οποιαδήποτε χειρονακτική ή μη εργασία, στον αγροτικό τομέα, ή σε άλλους τομείς οτιδήποτε κι αν αφορούν , όπου και αν ανήκουν.

Αυτές είναι οι τέσσερις ζωές που θα έπρεπε να δικαιούμαστε να έχουμε ως όντα. Τώρα πώς ακριβώς θα διαδέχονταν ο ένας κύκλος τον άλλο, ποιος θα προηγείτο του άλλου ,πώς θα εξυπηρετούσαν όλα αυτά την όποια κοινωνική οργάνωση και πόσο θα διαρκούσαν αυτοί οι κύκλοι και αν θα ήταν όλοι στο ίδιο σύμπαν, και σε ποιές διαστάσεις και χωροχρόνους,
αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης κρύας εβδομάδας με κλεισούρα και σκέψεις !
Προς το παρόν αυτά.

Τρεις ιστορίες άσχετες μεταξύ τους, τρία θαύματα

Τρεις ιστορίες άσχετες μεταξύ τους ή  τι είναι τελικά, Χριστούγεννα ;

Μια κούκλα στη βιτρίνα του Δραγώνα που μπορεί να την είδες το Σεπτέμβρη, που πήγες εκεί για σχολική ποδιά και να την ονειρεύεσαι κάθε βράδυ… να ελπίζεις ότι μπορεί να γίνει ένα θαύμα  τα Χριστούγεννα και να έλθει κάπως μαγικά στο σπίτι σου, στα χέρια σου…

Το θαύμα δεν έγινε παρά το Πάσχα και τότε καταλαβαίνεις ότι δεν φτάνει να γεννηθείς, πρέπει να προϋπάρξει η σταύρωση  για να αναστηθεί οτιδήποτε, ακόμα και τα όνειρά σου.

Ένα κλείσιμο του μαγαζιού απ’ την αστυνομία, για τους διάφορους «προφανείς λόγους»,  και μια οικογένεια,  τις προπαραμονές Χριστουγέννων, χωρίς εισόδημα. Πάντα υπήρχαν δύσκολα. Υπήρχε όμως  και μια  διαβολεμένη  επιμονή για επιβίωση. Επινόηση και εφευρετικότητα.

Το ξέρατε; Υπάρχουν αγριοκρεμμύδες στον Υμηττό! Μπορείς να τις μαζέψεις και να τις πουλήσεις στους ανθρώπους που τις κρεμούν πίσω από την πόρτα για γούρι!  Έτσι μπορείς  να κάνεις Χριστούγεννα  με αξιοπρέπεια. Απλώς αποκλείονται  τα  θαύματα που περιμένουν τα παιδιά.

Ένα παιδί μπορεί να πάει στον Υμηττό για παρέα και κουράγιο  σε έναν άνεργο και αποφασισμένο γονιό, αλλά ποιος μπορεί να δώσει κουράγιο,  σε ένα παιδί, όταν οι κρεμμύδες  φυτρώνουν κοντά στη σπηλιά του Νταβέλη, που ξέρει καλά, ότι «εκεί πηγαίνει ο Νταβέλης τα παιδιά που κάνουν αταξίες;»

Δύσκολο και επικίνδυνο πράγμα ο αγώνας για την επιβίωση.Όμως με ένα θαύμα ο Νταβέλης δεν εμφανίστηκε μέχρι που τέλειωσε «ο θερισμός»

Τα φοβερά Χριστούγεννα, στην πτέρυγα του Παίδων, Μακκά.

Εκεί που ο χρόνος, οι μέρες, οι γιορτές, το εισόδημα, οι άνθρωποι, το σπίτι,το πριν, τα πάντα, χάνουν το νόημά τους και υπάρχει μόνο, όχι η προσμονή, αλλά η απαίτηση για ένα θαύμα.

Και το θαύμα έγινε.

Χριστούγεννα, γεμάτα θαύματα!