Πού πας καραβάκι

 

Εκεί στην προβλήτα,

είναι ένα καράβι,

το βλέπω χρόνια.

Γυαλιστερό, καινούριο, έτοιμο.

Είναι έτοιμο για ταξίδια.

Το βλέπω. Το βλέπω πώς κουνιέται ανυπόμονα.

Ακούω πώς θροΐζει η θάλασσα γύρω του, στενάζει απ΄ το βάρος του. Πατάει τον Αρχιμήδη στο λαιμό και δεν νοιάζεται.

Βιάζεται, ανυπομονεί, ξεφυσάει  να οργώσει τις θάλασσες.

Να εξερευνήσει ωκεανούς, να περάσει πορθμούς , να πιάσει λιμάνια , να περάσει κάτω από γέφυρες, να μείνει αρόδο, να σταθεί μεσοπέλαγα, να φουλάρει ολοταχώς .

Χρόνια το βλέπω να ετοιμάζεται.

Βαμμένο, ούτε καλαφάτισμα δεν χρειάζεται, είναι έτοιμο.

Με φωτεινές λιακάδες και νυσταγμένες συννεφιές, με αφρικανικούς   καύσωνες και ανέλπιστες καταιγίδες.

Είναι εκεί, είναι έτοιμο.

Έτοιμο.

Ονειρεύεται.

Θα είναι υπερωκεάνιο, με όλα του τα φουγάρα στο φουλ,

Θα φτάνει στις βόρειες θάλασσες, θα  διασχίζει τον Ατλαντικό,

Θα είναι παγοθραυστικό, θα χορεύει ανάμεσα στους πάγους ανάλαφρα και διόλου δεν θα θυμάται τον τιτανικό,

Θα είναι γκαζάδικο, θα μεταφέρει επικίνδυνα εύφλεκτα φορτία, αλαζονικά σίγουρο για την επιτυχία του και την ασφάλειά του,

Θα είναι φορτηγό, θα μεταφέρει στεγνά φορτία, κερδοφόρα, δεν θα χάνει ναύλο,

Θα είναι ποστάλι, θα πηγαινοφέρνει κόσμο,

Θα είναι κρουαζιερόπλοιο, χορευταράδικο  και πολυτελές,

Θα είναι ιστιοπλοϊκό, αγώνες και παρέες και αναμνήσεις,

Θα είναι ψαράδικο, θα καταψύχει άπονα χιλιάδες ζωντανά ψάρια,

Θα είναι καΐκι, θα αρμενίζει από νησί σε νησάκι, με θαλασσινό αγέρι,

Θα είναι ιστιοφόρο, ανακαλύψεις, νέα ζωή και  κόκκινο αίμα,

Θα είναι ταχύπλοο, θα καλύπτει επείγουσα ζωή,

Θα είναι πολεμικό, φρεγάτα, υποβρύχιο, ναρκαλιευτικό,

Θα είναι…

Θα είναι …

Θα είναι…

Κάθε φορά που περνάω, με το κίτρινο μακρύ αδιάβροχο και τις μαύρες γαλότσες μου,

είναι εκεί , έτοιμο,

το φουγάρο του βγάζει μαύρο καπνό,

οι μηχανές του ακούγονται ρυθμικά,

η σημαία του κυματίζει δυνατά στον αέρα.

Ο ιστός  της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος.

Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα.

Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά.

Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα , να ανεμίζεις.

Η σημαία,

Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα.

Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας.

Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο.

Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και  τις θολές τις ανομολόγητες.

Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες,(κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα  νικηφόρες).

Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης, (ίσα να θάψουμε τα λείψανα  και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και  ιδέες).

Εκεί είναι το πλεούμενο,

το βλέπω, το χαϊδεύω με το βλέμμα, το αποχαιρετώ με συγκίνηση.

Είναι έτοιμο, έτοιμο για φευγιό.

Κάθε φορά που περνώ,

Το βλέπω.

Τελευταία το παρατηρώ προσεκτικά.

Κι αρχίζω να το βλέπω πραγματικά

Άλλοτε είναι πλωτό σπίτι.

Άλλοτε  πλωτό σχολείο.

Άλλοτε  πλωτό νοσοκομείο.

Άλλοτε πλωτό  ρεστοράν.

Και φυλακή ήταν για κάμποσο καιρό. (Εκατό σαράντα έξι βήματα, όλο κι όλο, μέσα κι έξω. Ακριβώς μετρημένο. Ούτε βήμα παραπάνω)

Μια μέρα καθώς περνώ, με το κίτρινο εκτυφλωτικό μου αδιάβροχο, και τις μαύρες γαλότσες, κι ενώ η καταιγίδα μαίνεται,

Σταματάω, γονατίζω, σκύβω και κοιτάζω αδιάντροπα κάτω από την ίσαλο γραμμή.

Και τι βλέπω;

Ρίζες.

Έχει βγάλει ρίζες.

Ρίζες βαθιές και χοντρές.

Δεν είναι λοιπόν ο ντόκος που το κρατάει,

οι ρίζες είναι.

Σηκώνομαι  και κοιτάζω ψηλά.

Λοιπόν έχει βγάλει και κλαδιά. Χοντρά  βαριά κλαδιά.

Έχει γίνει δέντρο.

Στέκεται εκεί ανυπόμονο,  έτοιμο κι ανυπόμονο, ονειρεύεται ταξίδια θαλασσινά, βηματίζει νευρικά πάνω στη θάλασσα

Αλλά, έχει γίνει δέντρο.

Αναρωτιέμαι, πώς να του το πει κανείς;

Πώς θα το πάρει;

Οι ρίζες του μουσκεύουν παράλογα στο θαλασσινό νερό και θεριεύουν κάθε μέρα.

Τα κλαδιά του, με τον θαλασσινό ήλιο, αντί να καίγονται, δένουν όλο και πιο πολύ,

Ένα αλμυρό τσουλούφι  φέρνει ο αέρας στο στόμα του κι αυτό , το μασουλάει αναιδώς και

Κάθε μέρα, ετοιμάζεται για απόπλου.

Μια μέρα  στην καθημερινή μου βόλτα, βλέπω ξυλουργούς και τεχνίτες.

Πριονίζουν με μεγάλα πριόνια τα κλαδιά.

Ιστία, για άλλα ιστιοφόρα, καινούρια, θα φτιάξουν.

Και τα πανιά; Πού θα κρεμαστούν τα πανιά, αναρωτιέμαι.

Πώς θα σαλπάρει χωρίς πανιά;

-Μη σε νοιάζει, έχει τη μηχανή, είναι καλό σκαρί, παλιό αλλά καλό, μου φωνάζει μια Λιάνα από μια  βαρκούλα που πλέει στο Έδεμ των παιδικών χρόνων.

(Δεν σ’ άκουσα, δεν ήμουν καν εδώ εκείνο τον καιρό)

-Άστα τα κλαδιά, επιμένει, δώσ’ τα να γίνουν κατάρτια, δε φοβόμαστε τον καιρό, εδώ αλλά κι άλλα νικήσαμε …

-Μα οι ρίζες;

-Άσε και τις ρίζες, οι ρίζες ήταν για να δίνουν τροφή στα κλαδιά. Το τιμόνι κράτα  εσύ και κοίτα μπροστά.

-Ίσως δεν ήταν φτιαγμένο για ταξίδια… ίσως ήταν μια κιβωτός τολμάω να ψιθυρίσω.

 

-Άλλαξε  κι αυτό,  ο κατακλυσμός τώρα έρχεται  από μέσα πια, η κιβωτός σου, είναι το ταξίδι. (Μου πετάει ένας γερο θαλασσόλυκος ανάμεσα στα δόντια του,- σα βρισιά, σαν απαξίωση-που χρόνια τώρα, τον βλέπω  αμίλητο να καθαρίζει και  να πλένει το διπλανό πλεούμενο).

 

Το riscus, το κιβώτιο, η κιβωτός, η ρίζα, το ριζικό, όλα ένα είναι.

 

-Το τιμόνι, κράτα το τιμόνι και  φύγε μπροστά, μόνο να μη χαθούμε…

 

Ας χανόμαστε συνεχώς ,  μόνο να μη χαθούμε  έχει σημασία.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s