Η μαγεία της Καθαρής Δευτέρας

Τέτοια μέρα όλα τα απαραίτητα είχαν συγκεντρωθεί. Απ’ το πρωί του Σαββάτου, είχε επισκεφτεί ένα ή και δυο, αν χρειαζόταν, ξυλουργεία και είχε διαλέξει τα κατάλληλα ξύλα. Αυτά ήταν τρία πηχάκια που διάλεγε με επίμονη και λεπτομερή εξέταση, ώστε σε όλο το μήκος τους να έχουν το ίδιο πάχος, να μην έχουν ρόζους ή άλλα σημάδια και να είναι εξίσου λυγερά και ανθεκτικά στην πίεση του αέρα. Ο ξυλουργός του τα χάριζε, γιατί οι άνθρωποι τότε, αγαπούσαν τα παιδιά αλλά κυρίως αγαπούσαν τα μεράκια, και ήθελαν να συμμετέχουν κι αυτοί κάπως σ’ αυτά.

Μετά πήγαινε στο βιβλιοπωλείο-χαρτοπωλείο και αγόραζε τις γλασέ κόλλες. Δεν θυμάμαι τις διαστάσεις, όμως ήταν ελαφρά γυαλιστερές και μεγάλες. Μια άσπρη και μια πράσινη. Ήταν διπλωμένες προσεκτικά απ΄ τον χαρτοπώλη, (που σεβόταν τα χρήματα και το εγχείρημα του μικρού πελάτη του) και όταν τις έφερνε, τις ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στα πηχάκια και πάντα στην άκρη της σάλας, ώστε να αποφευχθεί κάποιο τυχαίο ατύχημα με καταστροφικές συνέπειες.

Μετά σειρά είχε η αγορά του σπάγκου. Αυτός ήταν δύο ή τρία κουβάρια χακί σπάγκος, κερωμένος, τον οποίο έφερνε πάντα στο σπίτι μαζί με ένα ξύλο, που είχε διαλέξει με μεγάλη προσοχή στο ξυλουργείο και στο οποίο, έπρεπε να τυλιχτεί με ειδική τεχνική όλη η ποσότητα του σπάγκου, για να γίνει η περιβόητη καλούμπα!

Τελευταία έφτιαχνε τη αλευρόκολλα, με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην είναι ούτε πολύ πηχτή ούτε αραιή.

Αυτά ήταν τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή του ογδόου θαύματος στον κόσμο!

Όταν βράδιαζε και σταματούσαν τα πολλά πέρα δώθε μες το σπίτι, άρχιζε η κατανυκτική τελετουργία της καλλιτεχνικής κατασκευής.

Τα πηχάκια σταυρώνονταν στο δάπεδο και αφού μετρηθούν προσεχτικά, δένονταν σφιχτά με τον κερωμένο σπάγκο ώστε να σχηματιστεί το σωστό εξάγωνο. Οι κόλλες κόβονταν και με κάποιο μαγικό τρόπο που εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω, έμπαιναν εναλλάξ μια άσπρη μια πράσινη, μέχρι η ταυτότητα του Παναθηναϊκού να αναδυθεί ξεκάθαρα.

Ύστερα άρχιζαν οι λεπτομέρειες ,κολλήματα/στριφώματα στις άσπρο- πράσινες γλασέ, επιπλέον δεσίματα σπάγκων για τα ζύγια, στρογγυλά κομματάκια κόλλα για ενίσχυση στο κέντρο και βέβαια τα απαραίτητα πράσινα τριφύλλια, που θα κολλούσαν πάνω στα άσπρα τμήματα, για να μην αφήσουν καμία αμφιβολία για την υπεροχή της ομάδας που θα πέταγε ψηλότερα από όλες!

Τελευταία ήταν η κατασκευή της ουράς που έπρεπε να γίνει από την ίδια γλασέ κόλλα, και να δεθεί πάλι εναλλάξ, μια φούντα άσπρη, μια πράσινη.

Μέχρι αυτή τη στιγμή εγώ επιτρεπόταν μόνο να κρατάω σφιχτά το σημείο του σπάγκου για να μη λασκάρει και να δεθεί σφιχτά ο κόμπος και να φέρνω διάφορα απαραίτητα πράγματα, όπως το ψαλίδι, ένα στυλό, λίγο νερό ακόμα, και να του κάνω παρέα.

Στο στάδιο της ουράς όμως, τον είχα πείσει ότι ήμουν αρκετά άξια και ικανή και έτσι μου επέτρεπε να βοηθήσω κι εγώ και να «αγγίξω» κατά κάποιον τρόπο αυτό το αριστούργημα που είχε δημιουργηθεί εκ του μηδενός και ήταν ξαπλωμένο στο πάτωμα, ανάμεσα σε οδοφράγματα καρεκλών για την απόλυτη προστασία του.

Το χαρτί διπλωνόταν προσεκτικά και κοβόταν εξ ίσου προσεκτικά για είναι ομοιόμορφο. Η ουρά που φτιάχναμε ήταν πάντα περισσότερη γιατί δεν ήξερες τι καιρό θα κάνει (πού ΜΕΤΕΟ ε;) και έπρεπε να είσαι πανέτοιμος, για όλα τα ενδεχόμενα: ελαφρύ άνεμο, σχετική άπνοια, δυνατό βοριά, ή ανεμοθύελλα.

Όταν ο χαρταετός ήταν επιτέλους έτοιμος, ο αδελφός μου μόνο με τον Δημιουργό, που έφτιαξε τον κόσμο μπορούσε να συγκριθεί στα μάτια μου! Ο Αετός στερεωνόταν όρθιος στον τοίχο και ένοιωθα ότι είχε ζωή κι ανάσα,περιμένοντας το πρωί της Καθαρής Δευτέρας για να προσπαθήσει να φτάσει στον ήλιο ή στο Θεό! Κανείς δεν ξέρει ποτέ!

Κάθε χρόνο, ο δημιουργός, αύξανε το ύψος του χαρταετού και τα μέτρα του σπάγκου. Ξεκίνησε από τα 80 εκ., πήγε στο 1 μέτρο, στο 1.20, και πάντα κάθε χρόνο, υπήρχε η ίδια τελετουργία, ή ίδια τελειομανία, και στο τέλος ο ίδιος θρίαμβος! Ο χαρταετός πετούσε από τις οκτώμισι, εννιά το πρωί μέχρι που νύχτωνε. Εκεί έξω δεν υπήρχαν άλλοι βοηθοί και συμπαραστάτες εκτός από μένα, που τον είχα δει να φτιάχνεται λεπτό προς λεπτό για 5-6 επίπονες ώρες και τον είχα «πονέσει. Όλοι οι άλλοι είχαν το δικό τους αετό και το δικό τους καημό! Έτσι ήμουν πλέον αδιαφιλονίκητα σύντροφος. Δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες «κεφάλια» έκανα και πόσα μέτρα σπάγκο τύλιξα. Η χαρά όμως που ένοιωθα όταν τον κρατούσα, ανακατεμένη με το φόβο ότι μπορεί να μου φύγει από την κόντρα που είχε στον άνεμο, (και τότε δεν ήξερα ποια ήταν πιο μεγάλη συμφορά, ο αετός που θα χανόταν, ή η εμπιστοσύνη που θα έχανε ο αδελφός μου για τη δύναμή μου;) και η τελική νίκη μου να τον κρατήσω, ήταν η ανταμοιβή μου κι ας είχα τα χέρια μου «κομμένα» για μέρες μετά.

Ο τελευταίος που έφτιαξε ήταν μια πολύ παράτολμη κατασκευή, με πηχάκια μήκους 1.40μ. και τρία ή τέσσερα κουβάρια σπάγκο. Πού τα έμαθε όλα αυτά; Πώς τα έκανε με καταπληκτική ακρίβεια και πώς τα τελειοποιούσε; Μυστήριο! (Πού Youtube ε; )

Μέχρι τη στιγμή που ο τεράστιος αετός ανέβηκε, όλοι έλεγαν ότι είναι εξαιρετικά μεγάλος και βαρύς και δεν θα τα καταφέρει. Σε πείσμα όλων, μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες, ανέβηκε και πέταξε ως αργά το απόγευμα. Έφτασε σε τέτοιο ύψος, που τέλειωσε όλος ο σπάγκος και μόλις που φαινόταν ένα σημαδάκι στον ουρανό. Δεν ξεχώριζε ούτε χαρταετός ούτε ουρά. Γελάγαμε και λέγαμε ότι δεν θα κατέβει πια, τον πήγαμε περπατώντας ως το σπίτι και τον δέσαμε στο κάγκελο του μπαλκονιού, κουρασμένοι και νηστικοί και δεν ξέραμε πώς θα τον κατεβάσουμε τόσο που είχε υπερβεί κάθε μέτρο και κανονικότητα.

Και τότε… κόπηκε. Φύγαμε τρέχοντας με τα πόδια υπολογίζοντας! που μπορεί να έχει πέσει και διανύσαμε χιλιόμετρα ολόκληρα φτάνοντας σχεδόν στον Υμηττό αναζητώντας τον, αλλά βέβαια, ο τριφυλλάρας δεν βρέθηκε ποτέ. Γυρίσαμε στο σπίτι, βαρύ σούρουπο, λυπημένοι και απογοητευμένοι, χωρίς τον αετό. Εγώ για μέρες κοιτούσα επίμονα τον ουρανό λες και θα εμφανιζόταν από κάπου, καθώς και όλα τα σύρματα του ηλεκτρικού μήπως τον δω κάπου, ο αδελφός μου πάλι, δεν μίλησε ποτά ξανά γι αυτόν. Ένας δωδεκάχρονος /δεκατριάχρονος και μια εννιάχρονη/δεκάχρονη, χωρίς καμιά παρέμβαση των γονιών, των ψυχολόγων, των παιδαγωγών και των ειδικών προγραμμάτων, είχαν βιώσει τη συνεργασία, τη συντροφικότητα, τη χαρά της επιτυχίας των τολμηρών επιλογών, αλλά και είχαν μάθει την απογοήτευση, την υπέρβαση των ορίων, το κόστος της αλαζονείας, την απώλεια και είχαν προσπαθήσει ο καθένας με τον τρόπο του, να διαχειριστεί αυτή την απώλεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s