Άνοιξη και σχήμα οξύμωρο

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους βλέπω ξεκάθαρα τη διαφορά. Σαν ο κόσμος να χωρίζεται στα δυο, με μια κόκκινη φαρδιά κορδέλα. Ευδιάκριτη. Σαν αυτή που βάζει η αστυνομία για να περιχαρακώσει τον τόπο του εγκλήματος και να απομακρύνει τους περίεργους.
Απ’ τη μια μεριά είναι οι ήσυχοι, οι λογικοί, οι τακτοποιημένοι διανοητικά, αυτοί που ζουν τη ζωή, εκπληρώνοντας στόχους και κάνοντας κάθε φορά, λογικές σκέψεις, λογικούς συνειρμούς, λογικές πράξεις, αυτοί που το μέτρο είναι δεμένο μαζί με τον ομφάλιο λώρο τους και δεν το χάνουν ποτέ, αυτοί που αντέχουν τη ζωή αλλά κυρίως αυτοί που αντέχουν το θάνατο.
Αυτοί που λένε πάντα, τα λόγια τα λογικά: «Έκανε τον κύκλο του» ή «Ήταν ένας φυσιολογικός θάνατος, μακάρι να πάμε στα χρόνια του» ή «Είναι το μόνο σίγουρο που θα μας συμβεί, το παίρνεις απόφαση πολύ μικρός, το συνηθίζεις», ή όλα τα παραπάνω μαζεμένα, την ώρα που κάνουν κάτι άσχετο.
Αυτοί που είναι όπως στις κηδείες των κινηματογραφικών έργων, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο δεν παίζει ο θάνατος, αλλά το ωραίο καθαρό λείο πράσινο χαλί που υποδύεται το γκαζόν, οι άνετες καρέκλες στην ύπαιθρο, όπου κάθονται οι συγγενείς, ο λιτός, σύντομος και τυπικός αποχαιρετιστήριος λόγος κάποιου, οι κομψές και καλοντυμένες κυρίες , τα ψύχραιμα κουστουμαρισμένα παιδάκια και τα οι γυαλιστερά όμοια μαύρα αυτοκίνητα που θα οδηγήσουν τους συγγενείς και καλεσμένους στην δεξίωση στο σπίτι. Εκεί όλοι μιλούν χαμογελαστά για τον εκλιπόντα και ετοιμάζουν συνεργατικά κι αδελφωμένα τα εδέσματα που θα τσιμπήσουν, πίνοντας ένα ελαφρύ κρασί, όρθιοι με ένα κρυστάλλινο ποτήρι στο χέρι. Εκεί όπου θα συναντηθούν παλιοί γνωστοί ή και παλιοί έρωτες, θα ανταλλάξουν τυπικές και συγκεκριμένες προτάσεις για λίγο, μέχρι να θεωρήσουν ότι τελείωσε η ορισμένη ώρα της υποχρέωσης και θα αρχίσουν να φεύγουν ένας ένας, έως ότου απομείνει ο τελευταίος. Ο πιο στενός, που κι αυτός ψύχραιμος , θα μαζέψει, θα τακτοποιήσει, θα κλείσει τα παράθυρα και θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς να ζητήσει από κανέναν το λόγο, γιατί ο άνθρωπός του πέθανε.
Αυτοί που ζουν σαν σε ένα έργο του Γούντι Άλλεν, χωρίς τον αιωνίως ανικανοποίητο, νευρωσικό και φοβικό Γούντι Άλλεν.
Απ’ την άλλη μεριά της κόκκινης κορδέλας , είναι οι «βαρεμένοι», οι «κουλοί», οι φευγάτοι, αυτοί που μια ζωή παλεύουν με τα πάθη τους, με τους φόβους τους, με τα βάσανά τους. Αυτοί που άλλοτε τα νικούν κι άλλοτε σύρονται και άγονται απ’ αυτά. Αυτοί που συνεχώς βρίσκονται σε μια μάχη και που ποτέ δεν είναι ξεκάθαρη η έκβασή της.
Αυτοί που αγαπούν το ίδιο, τα μωρά και τους γέρους. Αυτοί που φθείρονται και ξοδεύονται στις αγάπες τους ασύστολα, χωρίς να υπολογίζουν το φυτίλι που μικραίνει. Αυτοί που οι ενοχές, τούς βασανίζουν και σκέφτονται τα λάθη τους ξανά και ξανά, πέντε, δέκα ,είκοσι χρόνια μετά, και πάντα μετανιώνουν, αναζητώντας μια εξιλέωση που δεν μπορεί πια να κερδηθεί. Αυτοί που αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς, και τους μιλάνε. Τους ζητάνε βοήθεια, ή τη γνώμη τους ή την ευχή τους, τους νοιώθουν να τριγυρίζουν δίπλα τους και τους λογίζουν για παρέα τους, χωρίς να υπολογίζουν τους εφτά ή τους δεκαεφτά ουρανούς που τους χωρίζουν. Αυτοί που μοιάζουν πιο πολύ Νοτιαμερικανοί και συνδιαλέγονται με νεκρούς και ζωντανούς, με την ίδια σοβαρότητα, την ίδια αγάπη. Και την ίδια εγγύτητα. Οι παράλογοι. Αυτοί που νοιάζονται ως το μεδούλι της ψυχής τους και πάντα μένουν με το παράπονο. Αυτοί που δεν νοιάζονται αν θα τους κάψουν ή αν θα τους θάψουν γιατί δεν είναι αυτό το θέμα τους.
Το θέμα τους είναι άλλο. Το θέμα τους είναι ότι δεν δέχονται τον θάνατο. Δεν θέλουν να πεθάνουν ούτε αυτοί ούτε οι άνθρωποι που αγαπούν. Δεν θέλουν να πεθάνουν τα παιδιά, ούτε οι γέροι. Θλίβονται και ταράζονται είτε πνίγονται μαζικά παιδιά στη Νότια Κορέα που πάνε εκδρομή, είτε σκοτώνεται κάποιο παιδί περνώντας μια διάβαση που δεν είχε πεζογέφυρα γυρνώντας απ’ το σχολείο, είτε ένας τραγουδιστής που δεν είχαν ακούσει ποτέ, είτε ένας γείτονας που έβλεπαν κάθε απόγευμα απέναντι στο μπαλκόνι του, είτε πεθαίνει η πεθερά τους. Δεν θέλουν να πεθάνουν όσοι δεν το θέλουν. Δεν το δέχονται. Και δεν είναι στην εφηβεία τους και στις πρώιμες υπαρξιακές τους αναζητήσεις.
Είναι έξαλλοι, θυμωμένοι, κι απελπισμένοι με αυτή την άτιμη, άδικη και αναντίρρητη προοπτική.
Άλλοι βρίζουν, άλλοι αρρωσταίνουν, άλλοι χάνονται μέσα τους . Παρηγορούνται και ξεχνιούνται,δουλεύοντας μέχρι τελικής εξόντωσης, γράφοντας,διαβάζοντας, ζωγραφίζοντας, τραγουδώντας, μεθώντας, κάνοντας παιδιά ασταμάτητα, όντας πάντα ερωτευμένοι,χτίζοντας,ή γκρεμίζοντας, σπίτια,σχέσεις,δουλειές,ζωές,ταξιδεύοντας όλο και πιο μακριά.
Πάντα όμως,στο μάτι τους βασιλεύει η απελπισία, η φοβερή γνώση και η άρνηση να δεχτούν. Όλη τους η ζωή είναι μια προσπάθεια, να αποφύγουν τη σκέψη του αναπόφευκτου.

Advertisements

2 thoughts on “Άνοιξη και σχήμα οξύμωρο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s