Σχετικές αλήθειες

Τα μάτια της είχαν ένα περίεργο χρώμα. Πράσινο των σταφυλιών! Νερένια και διάφανα, σαν ακουαρέλα. Μερικές φορές κοκκίνιζαν, λίγο, ελάχιστα, όσο αρκεί για να κυλίσουν λίγα δάκρυα και μετά σκούραιναν περίεργα. Περπατάει στα εξήντα τέσσερα και με εντυπωσίασαν αυτές οι εναλλαγές σε αυτή την ηλικία. Συνήθως οι γυναίκες στα εξήντα πέντε έχουν ηρεμίσει πια, έχουν συμφιλιωθεί με πολλά και αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Σ’ αυτήν όμως υπήρχαν εκκρεμότητες και αυτό με προβλημάτισε.
Μίλαγε γρήγορα και έλεγε περισσότερα από όσα χρειάζονταν, ενώ που και που στα καλά καθούμενα, άφηνε ένα δυνατό μακρόσυρτο, αταίριαστο γέλιο, σαν να ήθελε να πείσει ότι είναι ευχάριστη, γελαστή και καλοπροαίρετη.
Η προφορά της ήταν βαριά, δεν έδενε με τη γλώσσα που μιλούσε, τα Ελληνικά, τα οποία τα μιλούσε με αποφασιστικότητα χωρίς δισταγμό και συστολή ακόμα κι όταν έκανε λάθη. Έδειχνε ολοφάνερα, ότι ήταν αποφασισμένη να μιλήσει για να την καταλάβουν και δεν άφηνε κανένα περιθώριο να αμφισβητήσεις, αυτήν της την απόφαση.
Κινιόταν σβέλτα και γρήγορα, με μια προθυμία που κι αυτή ήταν αταίριαστη με την ηλικία της.
Όλα συνηγορούσαν ότι έδινε μια παράσταση, προκειμένου να μην την απορρίψω και να πάρει τη δουλειά.

Τα μάτια της πολλά χρόνια πριν, προτού γεννηθεί, είχαν χρώμα βαθύ μπλε. Το πήραν απ’τη θάλασσα που έβρεχε μια πόλη του Πόντου όπου γεννήθηκε ο προπάππος της και ο παππούς της. Όταν οι Τούρκοι έσφαξαν τους Πόντιους, μαζί και τον παππού της και έκαψαν τα σπίτια τους, απ΄το αίμα των αθώων, τα μάτια της άλλαξαν χρώμα. Το κόκκινο του αίματος μαζί με το μπλε της θάλασσας, έδωσαν ένα βλέμμα λευκό, φοβισμένο και αθώο, αλλά εκείνη δεν είχε ακόμα γεννηθεί.
Η γιαγιά της πήρε τα ορφανά της και βρέθηκε στην Ουκρανία, εκεί μεγάλωσε τη μητέρα της και εκείνο το λευκό βλέμμα που είχε μετά την γενοκτονία, ανακατεύτηκε με το κόκκινο του κομμουνισμού, κι έγινε ένα ρόζ (Rose pink). Τότε ακριβώς γεννήθηκε η παράξενη γυναίκα που γνώρισα. Και τότε απέκτησε αυτό το χρώμα στα μάτια της.
Το Πράσινο των σταφυλιών. Ήταν 1 μέρος μπλε του ουρανού και 6 μέρη (Rose Pink) .Με αυτό το παράξενο χρώμα στα μάτια, παρακολούθησε τη Σοβιετική εκπαίδευση. Εντάχτηκε στους πιονιέρους (σε κομμουνιστικές χώρες μέλη μιας ομάδας παιδιών , που κατευθύνεται από το κράτος) και βέβαια στην Κομσομόλ ( αρχικά της Πανενωσιακής λενινιστικής κομμουνιστικής ένωσης νεολαίας). Διακρίθηκε εξαιρετικά στα αθλήματα και στα γράμματα. Για τις διακρίσεις αυτές , πήρε «τα κόκκινα» και όχι τα μπλε διπλώματα. Η μονότονη υποχρεωτική καφέ φόρμα, ίσως κάποτε σκούραινε τα μάτια της ,αλλά πάλι εκείνα επανέρχονταν στο πράσινο των σταφυλιών. Σπούδασε οικονομικά και επέλεξε να δουλέψει στην Σιβηρία για να έχει περισσότερα χρήματα. Από το συνεχές αιώνιο χιόνι και το κρύο, φαντάζομαι πήρε αυτή τη διάφανη νερένια χροιά το βλέμμα της.
Και κάποτε κουράστηκε από τη Σιβηρία και πήγε στη Μόσχα. Είχε πια και δυό παιδιά. Το ένα έχει ανοιχτά ρώσικα μάτια και μαλλιά και το άλλο, σκούρα, ελληνικά.
Και τότε , «Τότε έγινε η περρρεστρρρόικα! Και μέσα σε μια νύχτα μας κατέστρεψε τη ζωή μας!»
Έφυγαν τότε και ήρθαν στην Ελλάδα που την υπολόγιζαν για πατρίδα.
Και από τότε, η λογίστρια της τράπεζας στη Σιβηρία, με τις εξαιρετικές διακρίσεις σε σπουδές και εργασία,
«Έχασε το δρόμο της».
Πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος και ενταγμένος σε ένα σύστημα που ελέγχει και την αναπνοή σου, που σε καταγγέλλει ο διπλανός σου, επειδή αγόρασες 2 τζιν παντελόνια από έναν Πολωνό τουρίστα και έρχεται και σε ανακρίνει η ΚαΓκε Μπε για το πού βρήκες τα χρήματα και εσύ το βλέπεις φυσιολογικό;
Πώς αντέχεις να μην μπορείς να ταξιδέψεις, παρά μόνο στην Βουλγαρία και δεν σε πειράζει, πώς γίνεται να θυμάσαι με νοσταλγία τις μέρες του Μπρέζνιεφ και να καταδικάζεις τον Γιέλτσιν και τον Γκορμπατσόφ, πώς γίνεται;
«Γίνεται!» γιατί: «Είχαμε ασφάλλλεια , δουλειά, από το κράτος , σίγουρη για όλους! Και σχολείο και γιατρό και φάρμακα!»
Πώς γίνεται να μην αγανακτείς , όταν μικρά παιδάκια , έξι τoν αριθμό, τους έδινε η μητέρα τους ένα μαχαίρι, να πάνε στα χωράφια όπου είχαν κόψει οι αγρότες τα λάχανα και να φάνε τα κοτσάνια μέχρι να χορτάσουν, διότι το μετρημένο κρέας ή άλλο φαγητό έπρεπε να το φάει ο πατέρας, που δούλευε στο χυτήριο ατσαλιού και έπρεπε να έχει δυνάμεις;
Τι σε κάνει να θεωρείς φυσιολογική και ανεκτή αυτή τη ζωή;
«Η Ασφάλεια, η οργάνωση, το σύστημα!» «Το ό, τι σπουδάζαμε, είχαμε πολιτισμό, Τσέχωφ, Άννα Καρένινα, γιατρούς, όλοι δουλεύαμε, είχαμε ζέστη, χωρίς να χρειαζόμαστε όλα αυτά τα λεφτά που χρειαζόσαστε εσείς εδώ και δεν τα έχετε και κανείς δεν νοιάζεται για εσάς!» «Κι για εμάς; Εμείς, δεν υπάρχουμε για την Ελλάδα. Πουθενά πατρίδα… Κι εδώ ξένοι κι εκεί ξένοι.»

Κι εγώ που έχω καταπιεί τόσους τόνους από ανατιναγμένα Κούγκια και τόσους χορούς του Ζαλόγγου και τόσα «Ελευθερία ή Θάνατος», εγώ, που σχεδόν βλέπω εκεί στη γωνία του πίνακα του Γύζη, τον εαυτό μου στο κρυφό σχολειό, (κι ας μην υπήρξε ποτέ), δεν βολεύομαι με την οργάνωση και το σύστημα και την ασφάλλλεια! Από μόνα τους χωρίς Δημοκρατία και Ελευθερία, δεν φτάνουν, δεν αρκούν.
Όταν της μιλήσω για Ελευθερία και Δημοκρατία…
Με κοιτάζει με τα πράσινα του σταφυλιού μάτια της και λέει τη μόνη βρισιά που δεν φοβάται να πει ,γιατί τη θεωρεί φυσικό πράγμα και άρα χωρίς παρεξήγηση: «Σκατά!»
«Σκατά! Πού είναι Ελευθερία, πού είναι η Δημοκρατία σας; Μνημόνια; Αυτό είναι Ελευθερία σας; Άνθρωποι στο δρόμο που πεινάνε και παιδιά που πεθαίνουνε, γυναίκες πόρνες στο δρόμο για να φάνε και οι υπηρεσίες σας που δεν δουλεύουν! Κάθονται όλοι και θέλουν μόνο λεφτά να πάρουν! Δάνεια, θέλετε δάνεια , για να έχετε πολυτέλειαΟι νέοι χωρίς δουλειά, φεύγουν έξω και όλο, φόρους, φόρους! Δημοκρατία είναι αυτό; Και είναι καλό;»
Μετά αρχίζει και μου απαριθμεί όλες τις ανακολουθίες, αδράνειες, λάθη, αδιαφορίες, ρατσισμούς, εκμετάλλευση, έκπτωση ηθών, χρηματισμών και απρεπών συμπεριφορών και ενεργειών που έχει συναντήσει και δεχθεί στην Ελλάδα που την υπολόγιζε για πατρίδα, και όλες τις αντίστοιχες καταστάσεις που δεν έζησε ποτέ στη Σοβιετική ένωση. Και μετά με ρωτάει με ύφος εισαγγελέα: «Τι λες εσύ λοιπόν;»
Τι να πω εγώ ;
Πάμε να δούμε «Τον ηλίθιο»; Είναι μεταπούτιν εποχή,ενώ αυτή νοσταλγεί τις εποχές Μπρέζνιεφ που τις βρίσκει αψεγάδιαστες.
«Τι ψήφισες στις εκλογές;» της λέω,
«Τον Καμμένο!» απαντάει. Την κοιτάζω και προσπαθώ να παρακολουθήσω τη διαδρομή : Πόντος, γενοκτονία, ξεριζωμός, Σοβιετική ένωση, κομμουνισμός, Ελλάδα και μετά; Καμμένος!
Κάτι δεν πάει καλά. Εντάξει δεν σκεφτόταν, δεν επέλεγε, δεν συμμετείχε, εκτελούσε και ήταν απολύτως υπάκουη. Αλλά και… Καμμένος;
Η Ελλάδα, που την υπολόγιζε για πατρίδα, έχει το μερίδιό της για αυτή τη στρεβλή διαδρομή.
Πού πάει ο κομμουνισμός όταν φεύγει; Τι απομένει από ένα σύστημα που παρείχε ασφάλεια και δουλειά στους πολίτες του; Τίποτα;
Αυτό που έχει απομείνει,  είναι ίσως, αυτό που δεν μπορούσα να συλλάβω στην αρχή, όταν τη γνώρισα και ενώ είχα τις αντιρρήσεις μου, με έπειθε.
Έχει μια κάπως αυταρχική δομή σαν άτομο, είναι τετράγωνη, ρεαλίστρια, χωρίς ευαισθησίες μερικές φορές γίνεται σκληρή, αλλά έχει μια ηθική, μια εντιμότητα, μια ευθεία συμπεριφορά και μια ξεκάθαρη στάση: Δουλεύω. Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ . Και πάλι όμως αναρωτιέμαι: Το κάνει συνειδητά; Ή έχει μάθει να φοβάται και να υπακούει σε αυτόν που της δίνει δουλειά;
Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Όλες οι βεβαιότητες έχουν πια ανατραπεί.
Και εμείς; Τι έχουμε αποκομίσει εμείς από αυτή τη Δημοκρατία που με τόσο κόπο κάθε φορά αποκτάμε; Και γιατί αυτή την Δημοκρατία την έχουμε κάνει έτσι που να την χλευάζει και να την οικτίρει ακόμα και η γυναίκα με τα πράσινα μάτια του σταφυλιού;

Advertisements

One thought on “Σχετικές αλήθειες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s