Το κόκκινο μήνυμα. Διήγημα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο αέρας παράσερνε ό,τι έβρισκε στο διάβα του, ξερά φύλλα και κλαδάκια, χαρτιά που βρέθηκαν στο δρόμο και διάφορα άλλα σκουπιδάκια. Στο κάθε φύσημά του τα στροβίλιζε μια δυο φορές και μετά τα εναπόθετε κόντρα σε κάποιο εμπόδιο. Συνήθως σε κάποιο τοιχάκι ή στα πλαϊνά του στέγαστρου της στάσης ή απλώς στο σκαλοπάτι του πεζοδρομίου μέχρι το επόμενο δυνατό φύσημα, που θα τα έπαιρνε και θα τα πήγαινε πιο πέρα.
Η Δάφνη περπατούσε με βιασύνη χωρίς να υπολογίζει και χωρίς να προσέχει τίποτα από όλα αυτά.
Βάδιζε και βάδιζε και βάδιζε. Βιαστικά και οργισμένα. Ο αέρας έφερνε τα μαλλιά της μπροστά στα μάτια της,ανέμιζε το κασκόλ της και έσπρωχνε όλο της το σώμα, λες και συμφωνούσε κι αυτός με τη βιασύνη της.
Ήλιος πουθενά. Σύννεφα και κρύο. Πού και πού έριχνε καμιά χοντρή ψιχάλα, άστραφτε και βροντούσε κάπου μακριά αλλά τελικά δεν το αποφάσιζε να ξεσπάσει. Μέσα Νοέμβρη, αλλά χειμώνας, έστω ανεπίσημος.
Η θάλασσα γκρίζα και φουρτουνιασμένη, έσκαζε κάθε τόσο, άφριζε και ξανάφευγε για να σκάσει πάλι με την ίδια ορμή και την ίδια κακιά διάθεση.
Η Δάφνη συνέχισε να βαδίζει. Δίπλα στη θάλασσα. Χωρίς να κοιτάζει πουθενά. Είχε φθάσει σχεδόν στο Καλαμάκι. Εκεί λίγο έχασε την επαφή με τη θάλασσα και περπατούσε σύριζα στο δρόμο, μέχρι να τελειώσουν τα παρκινγκ και οι διάφορες άλλες διευθετήσεις της λεωφόρου.
Το αυτοκίνητο πήγαινε σταθερά στη δεξιά λωρίδα του δρόμου από το ύψος του Τροκαντερό. Κυλούσε σιγά- σιγά και άφηνε να το προσπερνούν. Στα φανάρια αργοπορούσε κι έμενε πίσω. Μια- δυο φορές, σταμάτησε και λίγο στο πεζοδρόμιο, έτσι σιγά και σταθερά ακολουθούσε τη Δάφνη να περπατάει γοργά και θυμωμένα.
Η ώρα ήταν δώδεκα το μεσημέρι,αλλά η ατμόσφαιρα έμοιαζε σαν ένα χειμωνιάτικο βαρύ δειλινό στην έρημη παραλία,έτσι,η βιαστική δρομέας με τον σταθερό και έντονο ρυθμό, τράβηξε απ την αρχή την προσοχή του βαριεστημένου οδηγού.
Είχε προφανώς ένα σκοπό στη ζωή της και πήγαινε με βιασύνη και νεύρο σε αυτόν. Χωρίς να σπαταλάει το παραμικρό δευτερόλεπτο, χωρίς να ρίχνει το βλέμμα της πουθενά, χωρίς να χάνει καθόλου το στόχο της. Αυτό,τον είχε εντυπωσιάσει και τον είχε ωθήσει να την ακολουθεί.
Τι άνθρωποι υπάρχουν αλήθεια, που είναι τόσο προσηλωμένοι ,τόσο ευσεβείς, τόσο συνεπείς και ακριβείς στο στόχο τους! Στον προορισμό τους!
Και τι προορισμός, τι στόχος θα είναι αυτός, για να ασκεί αυτή την έλξη πάνω τους!
Ολόκληρη η γη γυρίζει, τα πάνω κάτω έρχονται κι όμως αυτοί εκεί, αδιατάρακτοι, έχουν μια εσωτερική πυξίδα, που δείχνει σταθερά το στόχο, χωρίς καμία ταλάντευση!

Ενώ αυτός,έτσι,σκότωνε την ώρα του.Σήμερα είχε παντού απεργία. Απεργούσε λοιπόν; Μπα, απλώς δεν πήγε στη δουλειά. Τι απεργία να κάνει αυτός, αυτός είχε ταυτιστεί με την εργοδοσία.Όταν έλεγε:«Εμείς, η εταιρεία» στην αρχή του φαινόταν γελοίο,στην αρχή όμως, γιατί τώρα τα τελευταία χρόνια,το έλεγε και το ένοιωθε.
Μια μέρα απεργία λοιπόν,έτσι εν ονόματι του ενδόξου φοιτητικού παρελθόντος.Κόντρα σε οποιαδήποτε λογική.Σαν μνημόσυνο, στις μέρες που περπατούσε με υψωμένη τη γροθιά, ακούγοντας την καρδιά του να χτυπάει βροντερά, μαζί με τα συνθήματα που φώναζε με αγωνιστικότητα, ορμή, ελπίδα και περηφάνια.
Σήμερα δε δούλευε,χωρίς να περιμένει ή να πιστεύει ή να επιδιώκει να αλλάξει κάτι. Ούτε πίστευε σε τίποτα,ούτε περίμενε τίποτα.Ούτε είπε σε κανέναν ότι «ακολουθεί»την απεργία,(όχι ότι συμμετέχει αλλά ότι ακολουθεί).Πήρε απλώς ένα τηλέφωνο στο γραφείο και είπε ότι έχει τρομερή κίνηση και δεν θα κατέβει για να μη χάσει τις ώρες του, θα δουλέψει απ’ το σπίτι.Και βέβαια,τον πίστεψαν! Αυτό έλειπε να τον αμφισβητήσουν! Αφού αυτός ήταν «Η Εταιρεία!».
Στο κέντρο είχε μεγάλη λαϊκή και φοιτητική συγκέντρωση.Ούτε στη συγκέντρωση πήγε.Δεν ένοιωθε τίποτα και δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να συμμετέχει.
Ούτε για καφέ είχε βγει στην παραλία.Καφέ ήπιε σπίτι του.Ούτε καν κοιμήθηκε περισσότερο το πρωί.Το ρολόι χτύπησε την ίδια ώρα κι εκείνος ξύπνησε και σηκώθηκε αμέσως,σαν να επρόκειτο να πάει στη δουλειά.
Όταν πέρασε η ώρα και δεν είχε τίποτα να κάνει και κανέναν να δει, πήρε το αυτοκίνητο και κύλησε αφηρημένα και χωρίς σκοπό στην παραλιακή.Τότε τράβηξε την προσοχή του η Δάφνη,που περπατούσε σε αυτή την ιδιόρρυθμη μοναχική παρέλαση,χωρίς σταματημό.
Έξι,επτά ίσως και οκτώ στάσεις έχει σχεδόν περπατήσει η ανεμοδαρμένη γυναίκα.
Ο Γιάννης άρχισε να αναρωτιέται,τι πάει στραβά σ’ αυτήν την βιαστική μαραθώνια πορεία.
Πλεύρισε το πεζοδρόμιο,κόρναρε ελαφρά και φρέναρε μαλακά.Χαμήλωσε το δεξιό τζάμι και της φώναξε:
-Θέλετε να σας πάω κάπου;
Η ανεμοδαρμένη γυναίκα γύρισε το κεφάλι της και χωρίς να κόψει ταχύτητα,φώναξε,
– Άιντε στο διάολο! Παράτα με!
Ο Γιάννης έμεινε άναυδος και το αυτοκίνητο έσβησε από το σάστισμά του.Ξανάβαλε εμπρός και κύλησε λίγα μέτρα δίπλα της.
-Να βοηθήσω ήθελα… συνέχισε.
Η γυναίκα σταμάτησε,πλησίασε το αυτοκίνητο, έβαλε το κεφάλι της μέσα, τον κοίταξε κατάματα που του είπε φωνάζοντας:
-Δεν θες να βοηθήσεις,να ψαρέψεις μια γκόμενα απ’ το δρόμο θέλεις,αλλά δεν είμαι η περίπτωσή σου!
και δυναμώνοντας τη φωνή της ούρλιαξε:
-ΕΧΩ ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΩ!
Μετά γύρισε στο πεζοδρόμιο και απομακρύνθηκε περπατώντας οργισμένα.
Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος για ένα λεπτό.
_Με πέρασε για κάποιον που ψάχνει για γυναίκα στο δρόμο και πάει να με τρομάξει_ σκέφτηκε. Όμως και μια ώρα, μοναχικό και βίαιο περπάτημα στο δρόμο,τι μπορεί να σημαίνει;
Την ξαναπλεύρισε και σκύβοντας πάλι της φώναξε:
-Ελάτε να σας πάω πιο κάτω…
Η γυναίκα σταμάτησε να περπατάει,γύρισε,πλησίασε το αυτοκίνητο και άρχισε να το κλωτσάει με μανία.
Ο Γιάννης νευρίασε.Σταμάτησε,τράβηξε το χειρόφρενο,άνοιξε την πόρτα και ετοιμάστηκε να την αντιμετωπίσει από κοντά.Η γυναίκα δεν κουνήθηκε,έμεινε εκεί περιμένοντας κανείς δεν ξέρει τι.Όταν ο Γιάννης έφτασε δίπλα της,τότε είδε το πρόσωπό της.
Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα,μαύρες γραμμές από τα βαμμένα μάτια της κυλούσαν στα μάγουλά της και το βλέμμα της χανόταν στο κενό, χωρίς να νοιάζεται για το τι θα επακολουθούσε.
Τότε της είπε αναπάντεχα:
-Πάμε να φάμε;
-Έχω καρκίνο,θα πεθάνω,το χωράει ο νους σου;
Άρχισε να κλαίει δυνατά,το σώμα της τρανταζόταν ολόκληρο κι ο Γιάννης χωρίς να το σκεφτεί καν,άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε.Αυτό αντί να την ηρεμίσει, την τάραξε περισσότερο και άρχισε ένα αναφιλητό με λυγμούς που δεν σταματούσε.

Εκείνος την κρατούσε σταθερά και υπομονετικά.Δεν είχε κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά του κάποιον που έκλαιγε και πολύ περισσότερο δεν είχε παρηγορήσει ποτέ κανέναν για τίποτα και αυτές οι ηλίθιες διαπιστώσεις, περνούσαν εκείνη τη στιγμή από το μυαλό του,αλλά προς μεγάλη του έκπληξη δεν ένοιωθε άσχημα,ούτε άχαρα,ούτε ήθελε να φύγει γρήγορα και να ξεμπλέξει.
Η κοπέλα κουράστηκε,κόπασαν λίγο τα αναφιλητά της,τότε της είπε σιγανά:
-Πάμε κάπου να καθίσουμε, να μιλήσουμε…
-Έχω καρκίνο,το καταλαβαίνεις; Επανέλαβε πάλι πιο ήσυχα.
Δεν μιλούσε στο Γιάννη κι ας έδειχνε ότι σ’ αυτόν απευθύνεται,το επαναλάμβανε υστερικά στον εαυτό της για να το ακούει και να το χωνεύει.
Ο Γιάννης την απομάκρυνε από πάνω του χωρίς να την αφήσει και κοιτώντας την κατάματα, άλλαξε ύφος και της είπε με παράταιρα ανάλαφρη αυστηρότητα :
-Ποιος είπε ότι όποιος έχει καρκίνο δεν τρώει;
Η κοπέλα σταμάτησε να κλαίει, τον κοίταξε μέσα απ ’τα δάκρυά της αλλά δε θύμωσε. Δεν είχε άλλη δύναμη μάλλον για να θυμώσει.
-Πόσο καιρό το ξέρεις; Τόλμησε ο Γιάννης.
-Σήμερα το πρωί πήρα τ’ αποτελέσματα.
-Κι από κείνη την ώρα τι κάνεις;
-Περπατάω…
-Πάμε να φάμε,κουράστηκες πια να τρέχεις …πάμε κάπου να κάτσουμε να ξεκουραστείς.
Εκείνη καθόταν στα χέρια του σαν ένα σπασμένο κλαρί και κάποια στιγμή νόμισε ότι θα γυρίσει και θα φύγει, αλλά έμεινε ήσυχος κι ανέκφραστος και την περίμενε να αποφασίσει να μπει με τη θέλησή της στο αυτοκίνητο. Όταν αυτή προχώρησε και μπήκε,έκανε κι αυτός το γύρο του αυτοκινήτου,μπήκε κι έβαλε εμπρός.
-Πάμε στο «Ζήθο» στη Βάρκιζα να φάμε σουβλάκια; Θέλεις;
-Σουβλάκια! Στη Βάρκιζα! Σαν κανονικοί άνθρωποι,σαν να μη συμβαίνει τίποτα ε; Κάγχασε.
Ο Γιάννης ξεκίνησε χωρίς να της απαντήσει.
Σ’ όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Η Δάφνη ήταν κατάκοπη,δεν είχε δύναμη ούτε να μιλήσει κι ο Γιάννης την άφησε να ανασυγκροτηθεί και να συνέλθει.
Όταν πάρκαρε έξω απ’ το «Ζήθο»,της έδωσε το κουτί με τα χαρτομάντιλα από το ντουλαπάκι και της είπε:
-Καθάρισε το πρόσωπό σου και έλα,σε περιμένω έξω.
Μετά βγήκε και βάλθηκε να εξετάζει το αυτοκίνητο στο σημείο που το κλώτσαγε η Δάφνη.
Όταν εκείνη βγήκε και ήρθε προς το μέρος του,στάθηκε δίπλα του χωρίς να μιλάει και περίμενε.
-Όταν θα γίνεις καλά, θα μου το φτιάξεις,ως τότε δεν το φτιάχνω το βούλιαγμα. Της είπε με σοβαρό ύφος κι εκείνη:
-Μάλλον άφτιαχτο θα μείνει… για πάντα
Ο Γιάννης την κοίταξε και το ύφος του ήταν πάλι παράταιρα ανάλαφρο σε σχέση με τη σοβαρότητα της κατάστασης.
-Θα περιμένω όσο χρειαστεί… να ξέρεις μου το χρωστάς.
Μετά την έπιασε απ’ το χέρι προχώρησε και μπήκε στο μαγαζί, βρήκε ένα τραπέζι και την περίμενε να καθίσει.
Αφού παρήγγειλε και για τους δύο, βάλθηκε να την κοιτάζει.

Πόσο μπορεί να τσακίσει τον άνθρωπο ο φόβος;
Μια ωραία γυναίκα που δεν μπορούσε να σκεφτεί, να επικοινωνήσει, να μιλήσει, να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, από το φόβο της.

-Λοιπόν;
-Δεν έχει λοιπόν για μένα… Εσύ ποιος είσαι;
-Ένας άνθρωπος.
-Τι σόι άνθρωπος;
-Λίγο λοξός.Λίγο δύσκολος.Λίγο μοναχικός.Σαν το λύκο.
-Εσύ; Τι άνθρωπος είσαι;
-Εγώ, Εγώ Έχω καρκίνο, τα υπόλοιπα δεν έχουν καμιά σημασία πια!
Εκείνη την ώρα ήρθε η παραγγελία.
Ο Γιάννης της έβαλε λίγο φαγητό στο πιάτο της και πριν αρχίσει να τρώει,- λες και ήθελε να το κλείσει το θέμα, για να προχωρήσουν στα άλλα τα σοβαρά,- της είπε:
Ο καρκίνος! Τι νομίζεις ότι είναι; Ένα κύτταρο που τρελάθηκε και πολλαπλασιάζεται άναρχα και τρελά στον οργανισμό σου,με σκοπό να σε τρελάνει κι εσένα, θα το αφήσεις να σε πεθάνει; Θα παραδοθείς σαν να ’σουν καμιά αδύναμη γιαγιά ή δεν έχεις τίποτα να χάσεις σ’ αυτόν τον κόσμο και θα περιμένεις να σε καταπιεί;
Η Δάφνη έμεινε αποσβολωμένη να τον κοιτάζει και άρχισε αφηρημένα να τσιμπάει κάτι απ’ το πιάτο της.
Στην συνέχεια έκανε πέρα το πιάτο της και του είπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Τις πιστεύεις αυτές τις μαλακίες που λες; Νομίζεις ότι έχεις δύναμη να παλέψεις; Νομίζεις ότι μπορείς;
Η απάντηση ήρθε κοφτή και απότομη, χωρίς ίχνος λύπησης.
-Να μπορέσεις.Είναι μονόδρομος.Δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις.
-Εσύ, αν σου τύχει θα παλέψεις; Ωραία τα λες! Του πέταξε με κακία.
Μετά από δύο ώρες ήταν ακόμα μαζί στη Βάρκιζα.
Περπατούσαν στην παραλία,ο καθένας σφιγμένος στο επανωφόρι του και στον εαυτό του. Μιλούσαν λίγο που και που,χωρίς χρονική συνέχεια και χωρίς ειρμό.Δυο άγνωστοι, μοναχικοί άνθρωποι,που δεν ήξεραν και δεν έψαχναν τι τους ένωνε αυτή τη στιγμή.
Χωρίς να προσπαθούν να γνωριστούν,έτσι,αδιάφορα,η Δάφνη ρώτησε:
-Με ποιόν ζεις;
-Μόνος μου.
-Ζεις καλά;
-Αδιάφορα.
-Γιατί δεν αλλάζεις ζωή;
-Δεν ξέρω πώς αλλάζει κανείς τη ζωή του…
Τι δουλειά κάνεις;
-Μια δουλειά που δεν τη αγαπώ και δεν μ’αγαπάει.
-Εσύ με ποιόν ζεις;
-Μόνη μου.
-Εσύ τι ζωή ζεις;
Ο Γιάννης δεν πήρε καμία απάντηση και συνέχισε.
-Έχεις φίλους;
-Κανέναν άνθρωπο που να θέλω να μοιραστώ κάτι τέτοιο…
Κανείς δεν με ξέρει όπως είμαι…
-Πώς είσαι δηλαδή;
-Δύσκολη. Άγρια,ανυπόμονη και εγωίστρια.Δεν θέλω να ’χω την ανάγκη κανενός.
-Οι άλλοι πώς σε ξέρουν;
-Καλή,συνεργάσιμη,υπομονετική γεμάτη κατανόηση!
Περπάτησαν κι άλλο,σιωπηλοί κι απόμακροι.
-Είσαι λοιπόν μια στριμμένη κακιά …
-Ναι.
Κι άλλη σιωπή κι άλλη απόσταση. Μετά ο Γιάννης περισσότερο σαν να μονολογεί παρά να κουβεντιάζει,άρχισε να λέει:
-Κι εγώ,είμαι παράξενος δεν ανέχομαι εύκολα τους άλλους,δεν κάνω χάρες,ούτε θέλω χάρες… στη δουλειά… είμαι σκληρός,δουλεύω για να δουλεύω… τέλος πάντων.
Σταμάτησε να μονολογεί και στράφηκε στη Δάφνη:
-Λοιπόν εγώ σε ξέρω όπως είσαι τώρα,κακιά στριμμένη και με τον καρκίνο,δεν χρειάζεται να κάνεις καμιά προσπάθεια!
Περπατώντας έφτασαν έξω από ένα μέτριο σε μέγεθος συνοικιακό λούνα-Παρκ. Ο Γιάννης την έπιασε απ’ το χέρι,προχώρησε και μπήκαν μέσα. Μια και μοναδική παρέα νεαρών, έσπαγε με τα γέλια της και τις φωνές της την χειμωνιάτικη ερημιά. Ήταν πέντε-έξι ζευγάρια που στριφογύριζαν και ανεβοκατέβαιναν σε διάφορα παιχνίδια αγκαλιασμένοι και στρίγγλιζαν κάθε φορά που ο φόβος ή η αγωνία τους έκοβε την ανάσα.
-Πάντα είχα μανία να μπω σε όλα αυτά και ποτέ δεν τα κατάφερα, εσύ έχεις μπει; Την κοίταξε και περίμενε την απάντηση.
-Όχι δεν έχω μπει.
-Θα μπούμε;
-Ναι.
Ο Γιάννης έβγαλε διάφορα εισιτήρια,για τρενάκια που ανεβοκατέβαιναν απότομα, συγκρουόμενα αυτοκινητάκια και μύλους που ανέβαιναν και στριφογύριζαν στον αέρα με θέσεις στο φουστάνι μιας μπαλαρίνας όπου καθόσουν διπλοκλειδωμένος όση ώρα διαρκούσε ο τρελός χορός της και καταχτυπούσε το φουστάνι της σε σημείο που νόμιζες ότι θα εκτοξευτείς και θα γίνεις κομματάκια στο έδαφος.
Μπήκαν σε όλα. Ο Γιάννης την κράταγε σφιχτά και στρίγγλιζαν και οι δυο κάθε φορά που ένοιωθαν να είναι «στην κόψη του ξυραφιού».
Όταν τελείωσαν τα εισιτήρια για τα παιχνίδια του Λούνα Παρκ και κατέβηκαν στη γη, ο Γιάννης τη ρώτησε αν νοιώθει λίγο καλύτερα.
-Νοιώθω κάπως,σαν να «άδειασε» λίγο η αγωνία μου,είπε σιγά η Δάφνη.
-Πάμε κάπου να νοιώσεις πόσο γλυκιά είναι η ζωή! είπε ο Γιάννης κι εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη.
Πέρασαν απέναντι τη λεωφόρο και την οδήγησε σε μια ζεστή καφετέρια.
Κάθισε μαζί της στριμωχτά σε ένα διθέσιο καναπέ και παρήγγειλε καφέ και λουκουμάδες.
Η Δάφνη καθόταν αμέτοχη,σαν να έβλεπε μια ταινία,όπου παρακολουθούσε χωρίς ενθουσιασμό,τη ζωή κάποιων άλλων.
Η σπίθα που άστραψε για λίγο στο βλέμμα της στο λούνα Παρκ έσβησε πάλι.
Ο Γιάννης χωρίς να της μιλάει άρχισε να της ταΐζει μικρά κομματάκια από τους λουκουμάδες βουτηγμένα στο μέλι.
Στην αρχή έκλεινε πεισματικά το στόμα της,μετά όταν εκείνος επέμενε,άρχισε να τρώει.
Κάθισαν περίπου μια ώρα εκεί χωρίς να συζητήσουν τίποτα για τον καρκίνο. Ο Γιάννης συνέχεια οδηγούσε τη συζήτηση στα παιδικά τους χρόνια.
Τη ρωτούσε συνέχεια διάφορες λεπτομέρειες και της έλεγε κι αυτός διάφορα περιστατικά από την παιδική του ηλικία.
Όταν τους έβλεπες από μακριά,έμοιαζαν σαν ένα οποιοδήποτε ζευγάρι που πέρναγε ένα ξέγνοιαστο χαλαρό απόγευμα.
Ποτέ δεν θα μπορούσες να πιστέψεις,ότι ήταν δυο άγνωστοι,που ο ένας είχε παραιτηθεί και είχε αρχίσει κιόλας «να φεύγει» για πάντα κι ο άλλος τον τράβαγε επίμονα και πεισματικά πίσω στη ζωή.
Η Δάφνη σηκώθηκε απότομα.
-Θέλω να φύγω.
Ο Γιάννης σηκώθηκε κι έκανε νόημα στο γκαρσόνι να πληρώσει.
– Θα φύγουμε μαζί, είπε.
Βγήκαν και περπάτησαν μέχρι το αυτοκίνητο.
Η Δάφνη είναι «πολύ μακριά». Κλείστηκε πάλι στον εαυτό της.Πριν ξεκινήσουν για την επιστροφή,ο Γιάννης άρχισε να της μιλάει ήσυχα και ήρεμα.Την κοιτάζει στα μάτια και την αναγκάζει να τον κοιτάζει κι αυτή.
-Νομίζω πως δεν έχεις πολλές επιλογές.
Θα κάνεις ό,τι σου πούνε οι γιατροί σου και θα τα δεις ψύχραιμα τα πράγματα. Τόσοι και τόσοι άνθρωποι έχουν καρκίνο… εξ’άλλου παίζει ρόλο και τι καρκίνος είναι… Πού τον έχεις;
-Στο στήθος.
-Η μητέρα σου ζει;
-Ναι, είναι μεγάλη και ζει στο χωριό.
-Με ποιον θα πας στο νοσοκομείο;
-Μόνη μου.
-Σε ποιο νοσοκομείο θα πας;
-Σ’ αυτό που πάνε οι καρκινοπαθείς!
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν αργά-αργά για την Αθήνα.
Σ’ όλο το δρόμο δεν μιλούσαν.Όταν έφθασαν κοντά στο σημείο που συναντηθήκαν,ο Γιάννης έκανε ακόμα μια ερώτηση:
-Πού δουλεύεις;
-Σ’ ένα υπουργείο…
-Σε ποιο;
-Όλα ίδια είναι…
-Και πού μένεις;
-Εδώ!
-Δώσε μου το τηλέφωνό σου.
-Όχι, δεν θέλω.
-Κάνε μου μια αναπάντητη, 69 τα κινητά,36 το κέντρο της Αθήνας,1821 η ελληνική επανάσταση και 31 για γούρι την πρωτοχρονιά!
Η Δάφνη δεν έκανε καμιά κίνηση και δεν μίλησε καθόλου.
Ξαφνικά, ανέβασε τη μπλούζα της μαζί με το σουτιέν, ψηλά, μέχρι το λαιμό, γύρισε προς το μέρος του και είπε:
-Έτσι είμαι,έτσι να με θυμάσαι!
Μετά κατέβασε τα ρούχα της και στο πρώτο φανάρι άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω, πριν προλάβει ο Γιάννης να πει λέξη.Η κίνηση,το σούρουπο,οι ψιχάλες είχαν κάνει το δρόμο αδιάβατο.Την παρακολούθησε με το βλέμμα καθώς πέρναγε σβέλτα ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα και χάθηκε μες’ τα στενά του Φαλήρου,χωρίς να γυρίσει καν να τον κοιτάξει και αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα.
Μια ανεμοδαρμένη γυναίκα που εμφανίστηκε απ’ το πουθενά,πονεμένη και φοβισμένη έμεινε μαζί του τρεις – τέσσερις ώρες και εξαφανίστηκε, χωρίς να μάθει ούτε τ’ όνομά της.

ΣYNEXIZETAI

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s