Κλειδιά και «σχετικότητες»

Ένα μπρούτζινο γυαλιστερό στρογγυλό μεγάλο κλειδί. Χάθηκε ένα ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού, στην ζεματιστή άμμο της Βουλιαγμένης. Δεν βρέθηκε ποτέ. Το σπίτι που άνοιγε το κλειδί, γέρασε, πέθανε, γκρεμίστηκε. Το επισκέπτομαι όποτε θέλω, το ανοίγω χωρίς κλειδί και ζω τις μέρες του και τις νύχτες του. Ακούω τις φωνές του. Γέλια και κλάματα και κουβέντες. Μυρίζω τη φρέσκια λαδομπογιά στα παράθυρα. Ακούω τη βρύση της κουζίνας στον μαρμάρινο νεροχύτη. Χαϊδεύω τον Ερρίκο ξαπλωμένο τεμπέλικα κάτω απ’ την πρώτη καρέκλα της τραπεζαρίας και νοιώθω τα νύχια του στα χέρια μου. Νοιώθω τις σκιές του στα κλειστά δωμάτια. Κοιτάζω τον Υμηττό απ’ το παράθυρο και τα χιόνια στην απέναντι αυλή. Μυρίζω, όταν βραδιάζει τα δειλινά στην αυλή του και γεύομαι τα πράσινα ξινά κορόμηλα πριν την ώρα τους. Κάθομαι στην κούνια στη φιστικιά και νοιώθω ακόμα τον πόνο στην πλάτη μου καθώς το σκοινί σπάει. Κάποια μέρα, μπορώ αν θέλω, να χτυπήσω την πόρτα και να ζητήσω να ανεβώ στον πρώτο όροφο και να κοιτάξω απ’ το παράθυρο και ίσως τότε, ίσως πιστέψω το σοφό, πως χρόνος όπως τον μετράμε, δεν υπάρχει, τον αντιλαμβανόμαστε αλλιώς, εμείς οι άνθρωποι… για να κανονίζουμε τις ζωές μας! Μια αρμαθιά κλειδιά σε ένα κλειστό συρτάρι. Ή σε ένα κρυστάλλινο βάζο; Μήπως πάντα μαζί, στη τσάντα σαν φυλαχτό; Ή σε ένα χρηματοκιβώτιο σαν πολύτιμος θησαυρός; ’Η στο κομοδίνο, για μια τελευταία ματιά πριν την καληνύχτα; Μια αρμαθιά κλειδιά. Το σπίτι που άνοιγαν, δεν πέθανε, αλλά δεν ζει . Αυτός που τα’ χει, μόνο αυτό πρόλαβε να πάρει φεύγοντας. Το σπίτι σαράντα χρόνους, μένει βουβό, άβαφτο, κλειστό και παγωμένο. Μόνο κι ορφανό. Φυλακισμένο και καταδικασμένο με την αθωότητα να χορταριάζει στην αυλή. Δεν μπορείς να μπεις κι ας έχεις τα κλειδιά. Δεν ακούς, δεν μυρίζεις, δεν «βλέπεις» τη ζωή του. Πονάει η ανάμνηση και την απωθείς στο βάθος της μνήμης. Μια αρμαθιά κλειδιά που περιμένει σαράντα χρόνους να έρθει η στιγμή να ανοίξει το αγαπημένο σπίτι, εκεί στο «χρυσοπράσινο φύλλο», το «ριγμένο στο πέλαγο». Αν έρθει όμως εκείνη η ώρα, εκείνη η ιερή στιγμή και το κλειδί γυρίσει στην αγαπημένη πόρτα, όταν θα δεις από κοντά τις πληγές, όταν το σπίτι σου ψιθυρίσει με λυγμούς, πόσα έχασε μακριά σου, Πόσα έχασες μακριά του, Τότε πώς να μετρήσεις το χρόνο; Πώς να τον αντιληφθείς πώς να πιστέψεις πως ο χρόνος δεν υπάρχει;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s