Με αφορμή «την πρώτη αγάπη» του Κώστα Μόντη.

Εκεί κάτω- κάτω, αφού σηκώσεις και μετακινήσεις όλα τα βαριά σεντούκια και χαρτόκουτα της ζωής σου, αυτά που μαζεύεις εκεί χρόνια, άλλα ελαφρά και χρωματιστά, γαλάζια και ροζ γεμάτα γέλια και παιδικά λογάκια και γενέθλια και αποκριάτικα πάρτι και εκδρομές και παιχνίδια και σχολικά βάσανα και ξενύχτια με διάβασμα κι αγωνίες και παιδικές αρρώστιες και παραμύθια και πυρετούς, κι άλλα βαριά κι ασήκωτα, γεμάτα λύπες και πίκρες και θανάτους κι απογοήτευση και κούραση και αγώνα και μικρές ή μεγάλες προδοσίες και απώλειες κάθε είδους και συμβιβασμούς και λάθη, αφού σηκώσεις λοιπόν προσεκτικά όλα σου τα κουτιά με τ’ αποκτήματά σου, εκεί κάτω κάτω, αθέατο, είναι ένα μικρό χαλάκι. Κάτω απ’ αυτό, είναι ένα χρυσό κλειδί. Αυτό είναι το κλειδί του σπιτιού της πρώτης σου αγάπης. Της απραγματοποίητης. Αυτής, που ήσουν πολύ μικρός, πολύ άχαρος, πολύ κοντός ή πολύ ψηλός, πολύ χοντρός ή πολύ αδύνατος, για να νικήσεις τον εαυτό σου , αυτής, που είχες πολλά σπυράκια, ή πολλή ντροπή, πολλή δειλία και απειρία, πολλές απαγορεύσεις ή πολλές αναστολές, πολύ άγχος, πολλή αβεβαιότητα και πολλή άγνοια, για να υπερτερήσεις των άλλων και να προτιμηθείς, αυτής, που ήσουν πολύ άγουρος για να την σηκώσεις στους ώμους σου και να την περιφέρεις περήφανα, αυτής, που επειδή δεν μπόρεσες ή δεν έτυχε ή δεν ήταν γραφτό, δεν της έδωσες ζωή και υπόσταση και έμεινε απραγματοποίητη. Είναι ένα σπίτι ακατοίκητο. Σχεδόν άδειο. Είναι σε ένα ύψωμα σε ένα άγνωστο νησί. Κανείς άλλος εκτός από σένα δεν πάει εκεί. Δεν έχει πλοίο, ούτε αεροπλάνο, δεν έχει μέσον για τους άλλους. Μονάχα εσύ ξέρεις το μυστικό τρόπο να πας. Πας με τα κβαντικά τούνελ; Μπα, μεταφέρεσαι με κάτι ακόμα πιο επαναστατικό, άγνωστο ακόμα στους επιστήμονες. Μεταφέρεσαι κλείνοντας τα μάτια. Οι τοίχοι του είναι πέτρινοι. Το χειμώνα είναι ζεστό χωρίς να καίει καμιά θερμάστρα. Το ζεσταίνει η θύμηση. Το καλοκαίρι είναι δροσερό. Ο άνεμος περνάει μέσα απ’ τα’ ανοιχτά παράθυρα και στριφογυρίζει στο μπροστινό καλοκαιρινό του δωμάτιο και στα πίσω ζεστά σκοτεινά χειμωνιάτικά του δωμάτια. Η μπροστινή πλευρά είναι διάφανη, υπάρχουν μόνο τζάμια με λευκές και γαλανές κουρτίνες. Όπως ανεμίζουν μπλέκονται με τη θάλασσα και δεν ξέρεις πια αν είσαι σε σπίτι ή σε πλεούμενο. Έξω η αυλή του είναι στρωμένη με μεγάλες πλάκες Καρύστου. Να έτσι: plakostr Στο κέντρο της υπάρχει ένα ψηλό ιστίο με όλα τα απαραίτητα, σχοινιά και κάθετα ιστία κι εκεί κρέμεται ένα μεγάλο τετράγωνο λευκό πανί. Να έτσι: ιστιο Τα καλοκαίρια όταν ο ήλιος κατακαίει από το πρωί ως το βράδυ το σπίτι, το ιστίο είναι απλωμένο και το σπίτι αρμενίζει. Σ αυτό το σπίτι δεν υπάρχουν έπιπλα, δεν υπάρχουν ενθύμια, δεν υπάρχουν προσωπικά αντικείμενα. Δεν κατοικείται και δεν υπάρχουν γείτονες, ούτε επισκέπτες. Εκεί όταν πας είσαι μόνος, κατάκοπος, απογοητευμένος ή αδύναμος και αναρρώνεις. Είναι το σπίτι της πρώτης αγάπης. Της απραγματοποίητης. Είναι ένα σπίτι άχρονο. Χωρίς φθορές, χωρίς καταστροφές, χωρίς ηλικία. Όταν πηγαίνεις Εκεί, δεν έχεις ρυτίδες. Δεν έχεις άσπρες τρίχες στα μαλλιά, τα μάτια σου είναι ζωηρά και υγρά, το σώμα σου είναι νέο δυνατό και υγιές. Το μυαλό σου ξεκούραστο και ξένοιαστο Η ψυχή σου αλώβητη. Εκεί είσαι νέος, είσαι πάντα νέος. Ο χρόνος δεν έχει μπει ποτέ σ’ αυτό το σπίτι. Τριγυρνάει απέξω μανιασμένος, και κατασκοπεύει σαν διωγμένος εραστής ψάχνοντας μια ρωγμή για να τρυπώσει και να φθείρει ό, τι υπάρχει εκεί, όμως μάταια, τα κλειστά σου μάτια δεν του επιτρέπουν την είσοδο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s