Γράμμα απ’ την άκρη της γης

Με αφορμή ένα mail που πήρα από την άκρη του κόσμου, κοινοποιώ κάποια μέρη της απάντησης προς κάθε ενδιαφερόμενο!
Λοιπόν αν το πίστευα ότι έστω και ένας άνθρωπος και μάλιστα σε άλλη ήπειρο! Περιμένει να γράψω κάτι και μπαινοβγαίνει στο μπλόγκ μου θα έγραφα κάτι κάθε μέρα! Βλέπω βέβαια κάτι σημαιάκια κάθε φορά που γράφω , από Αυστραλία, Ευρώπη και Δανία ακόμα , αλλά τόσο άσχετη που είμαι περί τα ιντερνετικά, θεωρώ ότι μπαίνουν για άσχετους λόγους και όχι επειδή πραγματικά το επισκέπτονται άτομα από τις εσχατιές του κόσμου!
Όχι λοιπόν, δεν το βαρέθηκα και το παράτησα, ούτε άρρωστη είμαι, απλώς έχω κατά καιρούς , δύσκολα ,(και εγώ), projects, στην αληθινή ζωή, να αντιμετωπίσω και δεν έχω την ηρεμία ή τον χρόνο, να γράφω συχνά. Επίσης ακούω τόσο σκληρή κριτική από τα παιδιά μου, για το ότι δεν είναι το μπλογκ, χρωματιστό, πολυσχιδές, και «ωραία στημένο» ,που αφήνω το γράψιμο, για να «στήσω» το μπλογκ το οποίο στήσιμο δεν φτιάχνω ποτέ!
Ναι, μαγειρεύω. Κάθε μέρα και πολλές φορές δυο φορές την ημέρα. Γιατί; Γιατί έχω πολύ κόσμο να ταΐσω, γιατί έτσι ηρεμώ, γιατί σκέφτομαι διάφορες ιστορίες και γιατί θέλω να τρώμε όσο γίνεται πιο ελεγχόμενες και υγιεινές τροφές .
Το έχω ξαναγράψει (γιατί και κάποιος άλλος μου είχε στείλει μήνυμα και μου έλεγε διάφορα), δεν θεωρώ ότι είμαι καλή μαγείρισσα. Πρώτον γιατί δεν μαγειρεύω διάφορα γκουρμέ πιάτα, δεν τολμάω διάφορες και πολλές αλλαγές και δεν έχω πάντα επιτυχημένο αποτέλεσμα.
Περισσότερο με απασχολούν άλλα, την ώρα που προετοιμάζω ένα φαγητό παρά να εντυπωσιάσω με το αποτέλεσμα.
Ναι και εγώ, επικοινωνώ με διάφορους ανθρώπους που αγαπώ μέσω της μαγειρικής! Η προετοιμασία του φαγητού συνδέεται πάντα, με διάφορες αναμνήσεις μου, με ανθρώπους που αγαπώ και λείπουν ή έχουν φύγει για πάντα, ή δεν «ξέρουν» πια να μαγειρεύουν, ή δεν «μπορούν» πια να αναγνωρίσουν γεύσεις και φαγητά που μαγείρευαν.
Δεν μου φαίνεται καθόλου τρελό και δεν είσαι τρελή , επειδή θέλεις να φτιάξεις ένα φαγητό όπως ακριβώς το έφτιαχνε η μαμά σου και έτσι τη νοιώθεις να είναι στο σπίτι σου.
Εγώ όποτε φτιάχνω λαχανοντολμάδες, πάντα νομίζω ότι ο πατέρας μου καπνίζει το τσιγαράκι του στο μπαλκόνι και πίνει μισό φλιτζανάκι καφέ, περιμένοντας να βράσει το λάχανο!
Γιατί;
Κοίτα τώρα τι μου ανέσυρες:
Είμαι σπίτι με άδεια. Έχω ακόμα ένα παιδί, μωρό, που κάθεται ξάγρυπνο όλη τη νύχτα και κοιμάται την ημέρα! (Συνέβαιναν πάντα σε όλους, μην τρελαίνεσαι). Το μωρό κοιμάται κι εγώ έχω βαλθεί να φτιάξω λαχανοντολμάδες. Έχω ετοιμάσει όλα τα υλικά, και περιμένω να βράσει το λάχανο. Το λάχανο όμως έχει ήδη λιώσει από την πάνω μεριά και στο κοτσάνι, συνεχίζει να είναι άβραστο. Αποτέλεσμα, κάθε φορά που πάω να το γυρίσω με μια πιρούνα, για να βράσει από κάτω , λιώνουν και διαλύονται τα λαχανόφυλλα , και το κοτσάνι συνεχίζει να είναι άβραστο, μην αφήνοντας τη δυνατότητα να βγάλεις τα φύλλα και να τυλίξεις τους ντολμάδες.
Η ώρα περνάει το λάχανο διαλύεται συνεχώς και εγώ …κλαίω από τα νεύρα μου!
Τότε χτυπάει η πόρτα και έρχεται ο μπαμπάς μου!
« Ήρθα μια βόλτα να δω τι κάνεις, τι συμβαίνει; Το παιδί;» ρωτάει ανήσυχος,
«Το λάχανο …» του λέω κλαίγοντας, «διαλύεται και το μισό είναι άβραστο… δεν καταλαβαίνω τι φταίει…»
Πλησιάζει την κατσαρόλα και λέει ήσυχα: «Πάει αυτό, δεν κάνει, δεν φτιάχνεις μακαρόνια να φάτε;»
«Όχι! Θα φτιάξω λαχανοντολμάδες, πάει και τελείωσε!»
«Να πάω να σου πάρω δυο μερίδες έτοιμους, να ξεμπλέξεις; Τι τη θες τέτοια κούραση;»
«Όχι θα τους φτιάξω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να μην μπορώ να φτιάξω ένα φαί που το φτιάχνουν ακόμα κι οι γιαγιάδες!»
«Καλά, κάτσε εδώ και περίμενέ με, έρχομαι»
Έφυγε και σε δέκα λεπτά γύρισε με ένα καινούργιο λάχανο .
«Έλα εδώ να δεις» μου λέει, παίρνει ένα μυτερό μαχαίρι και κόβει και πετάει ένα βαθύ τριγωνάκι από την καρδιά του κοτσανιού, «τώρα » μου λέει, «βάλε το νερό με αλάτι να βράσει λίγο και βάλτο να πάρει μια βράση, το άλλο λάχανο πέτα το»
Μετά έκατσε στον καναπέ με ένα φλιτζανάκι καφέ και μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι για να καπνίσει το τσιγάρο του.
Σε ένα δεκάλεπτο πάνω κάτω, το λάχανο ήταν μαλακό, ελαφρώς βρασμένο και τα λαχανόφυλλα έβγαιναν άνετα και χαλαρά.
«Άντε φεύγω τώρα και μη στενοχωριέσαι μωρέ, μικρή είσαι ακόμα θα μάθεις!» είπε κι έφυγε ήσυχα .
Μην στενοχωριέσαι λοιπόν, «Μικρή είσαι και θα μάθεις!»
Να μαγειρεύεις αν σε ευχαριστεί,να γράψεις κιόλας! δοκίμασε να γράψεις, να ζεις όμορφα όπου και να είσαι, ναι το ιντερνετ τελικά είναι εκπληκτικό, μας δίνει την επικοινωνία, που είναι ανακουφιστική, ιαματική και σωτήρια, εντάξει, δεν μας συνδέει με τους γονείς μας που έχουν φύγει, αλλά … μας συνδέει με ανθρώπους στην άκρη της γης, που καταλαβαίνουν και νοιώθουν! Ό,τι θέλεις ρώτα αρκεί να ξέρω, (ναι και για τις χαζές ερωτήσεις)!
Φιλιά στην άκρη της γης!

Υ.Γ. Αν δεν κοιμάται, δοκίμασε να βάλεις ελαφρά τον απορροφητήρα! Είναι σωτήριο τρικ για ανήσυχα και έξυπνα μωρά!

8 ΜΑΡΤΗ,Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Σήμερα μέρα που είναι , 8 του Μάρτη, ημέρα της γυναίκας, αυτό που μου’ρχεται να σκεφτώ, είναι να ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ , ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ στους άντρες, που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα.
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες ,
όπου κι αν είναι αυτοί, στο σπίτι, στο γραφείο, στο εργοστάσιο, στο μαγαζί, στην υπηρεσία, στο στρατό, στην ύπαιθρο,
Στην Ελλάδα, στην πόλη, στο χωριό, σε άλλη χώρα ,σε άλλο τόπο,
Με όποια ιδιότητα κι αν έχουν στη ζωή μας:
Του φίλου, του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, του συναδέλφου, του συντρόφου, του γκόμενου, του συνεταίρου, του συμφοιτητή, του γιού, του προϊστάμενου, του υφιστάμενου, του κρατικού λειτουργού, του θεραπευτή, του οποιουδήποτε με τον οποίο συνυπάρχεις και μοιράζεσαι ή επηρεάζει, ένα ή πολλά κομμάτια και διαστήματα της ζωής σου.
Χρόνια πολλά λοιπόν σε αυτούς που δεν σε αναγκάζουν με την συμπεριφορά τους, τις λέξεις τους ,τις αποφάσεις τους, τις κρίσεις τους, τις ψήφους τους , τις σιωπές τους, το βλέμμα τους, τα αστεία τους και τις επιλογές τους να είσαι:
πιο ψηλή, πιο κοντή, πιο αδύνατη, πιο γεμάτη, πιο έξυπνη, πιο επαρκής, πιο καταρτισμένη, πιο έμπειρη , πιο άπειρη, πιο λιγομίλητη, πιο συνεσταλμένη, πιο αποφασιστική, πιο δυναμική, πιο αποτελεσματική, πιο όμορφη, πιο ήρεμη, πιο δυνατή, πιο ρεαλίστρια, πιο ορθολογίστρια, πιο ανθεκτική, πιο νέα, πιο ωραία, πιο θελκτική, πιο σέξι, πιο ελκυστική,πιο γρήγορη, πιο μάνα, πιο νοικοκυρά, πιο ανθεκτική και εν τέλει … σε θέλουν
Πιο γυναίκα ρε αδερφέ!
Χρόνια πολλά σε αυτούς που δεν στέκονται με ένα καντάρι, μια μεζούρα, ένα μέτρο σύγκρισης και σε κρίνουν και σε κατακρίνουν γιατί είσαι:
Πολύ ευαίσθητη, πολύ νευρική, πολύ απαιτητική, πολύ γλωσσού, πολύ ξύπνια, πολύ γρήγορη, πολύ αργή, πολύ μαμά, πολύ κόρη, πολύ σύζυγος, πολύ υπολογίστρια, πολύ σπάταλη, πολύ συναισθηματική, πολύ φιλική, πολύ οξύθυμη, πολύ κυκλοθυμική, πολύ υπναρού, πολύ άυπνη, πολύ αντικοινωνική, πολύ κοινωνική, πολύ αμίλητη, πολύ πολυλογού, πολύ παχουλή, πολύ αδύνατη, πολύ κυνική, πολύ αδιάφορη για σεξ, πολύ σχολαστική, πολύ εργασιομανής, πολύ αδέξια, πολύ κακή μαγείρισσα, πολύ κλαψιάρα, πολύ αναποφάσιστη, πολύ αναλυτική, πολύ επικριτική, πολύ φοβική, πολύ μεγαλώνεις/παχαίνεις/αποκτάς ρυτίδες/αλλάζεις/ασχολείσαι με το σόι σου/αρρωσταίνεις/ξενυχτάς/κοιμάσαι/έχεις περίοδο/συλλαμβάνεις εύκολα/μιλάς/φοβάσαι/ασχολείσαι /αδιαφορείς/αγωνιάς/αγχώνεσαι/υπερβάλλεις/κακομαθαίνεις/εκμεταλλεύεσαι/σε εκμεταλλεύονται.
Αλλά τι περιμένεις;
Γυναίκα δεν είσαι;
(Και μιλάμε μόνο για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές, όχι για δεξιότητες, επαγγελματικές δραστηριότητες ή ασχολίες γιατί εκεί η κριτική με βάση το φύλο είναι ΑΑΑΑΑΑΠΕΙΡΗ).
Χρόνια πολλά λοιπόν στους άντρες,που σε αφήνουν ήσυχη και ξένοιαστη να ζεις ως γυναίκα, χωρίς να αναγκάζεσαι να αποδεικνύεις κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, κάθε μέρα από τις 365 μέρες του χρόνου, ότι κάτι είσαι ή κάτι δεν είσαι, επειδή μόνο και μόνο είσαι γυναίκα.
Χρόνια πολλά σε όλους τους άντρες όπου υπάρχουν, και που μπορούν να απολαύσουν ήσυχοι, ήρεμοι, ακομπλεξάριστοι και χαλαροί, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις επίκτητες γυναικείες ή έμφυτες συμπεριφορές , παίρνοντας τα καλά της συνύπαρξης, απολαμβάνοντας, τα συν της γυναίκας και μη αποδίδοντας ό, τι δεν τους αρέσει /ταιριάζει/ βολεύει ή αντίθετα τους ξεβολεύει, στη γυναικεία της φύση.

Μια ιστορία για τη μνήμη, τη λήθη, τον «σοβαρό» έρωτα, τον σέρβερ και άλλα πολλά.

Για δέκατη φορά επαναλαμβάνουμε απλά:
-Λοιπόν εγώ είμαι η κόρη σου, άρα εσύ είσαι η μαμά μου! Κατάλαβες;
-Ναι, κατάλαβα.
-Λοιπόν πώς σε λένε εσένα;
-Μαρία…
-Εμένα πώς με λένε;
-Δεν θυμάμαι… ένα όνομα δύσκολο…
-Τι με έχεις εμένα;
-Φίλη!
-Εγώ τι σε έχω;
-Φίλη.
-Φίλες είμαστε λοιπόν;
-Ναι, φίλες.
Μάλιστα…άλλη μια βραδιά που είναι σκοτεινή. Άλλη μια βραδιά που περάσαμε με πολλές παρανοϊκές παραδοχές, που διώξαμε «όλους αυτούς τους ξένους που μπαινοβγαίνουν εδώ μέσα», άλλη μια βραδιά που «κεράσαμε καφέ και κουλουράκια όλα τα αδέρφια της που «να’ τα κάθονται εκεί στον καναπέ» κι ας έχουν πεθάνει δέκα, δεκαπέντε χρόνια πριν.
Τέλος πάντων, ας είναι , κάποια πράγματα πρέπει να τα παίρνεις απόφαση. Δεν μπορείς να κάνεις συνεχώς ξιφασκία με το θάνατο, με τη φθορά, με το αμετάκλητο , με το μοιραίο , με την άνοια και να θέλεις να κερδίζεις.

Μαζεύω τα πράγματά μου να φύγω.
Τότε αρχίζει να βγάζει τη ζακέτα της εκνευρισμένη, (ενώ έχει ήδη βγάλει τη ρόμπα) και ενώ έξω η θερμοκρασία πέφτει συνεχώς και παρόλη την συνεχή θέρμανση, μέσα στο σπίτι δεν μπορείς να κυκλοφορείς ελαφρά ντυμένος.
Γυρίζω πίσω, της φοράω τη ζακέτα και της εξηγώ ήρεμα και σταθερά ,(όπως σε ένα παιδί τεσσάρων χρονών), ότι δεν μπορεί να βγάζει τα ρούχα γιατί θα αρρωστήσει.
-Ζεσταίνομαι, μου απαντάει, δεν μπορώ όλα αυτά τα διπλά μανίκια, με πνίγουν.
-Καλά, μόλις μπορέσω θα σου πάρω μια ζακέτα χωρίς μανίκια, της λέω και ταυτόχρονα προσπαθώ να νικήσω την αντίστασή της και να της φορέσω τη ζακέτα. Εκείνη κρατάει σθεναρή αντίσταση και τότε προσπαθώντας να της αποσπάσω την προσοχή της λέω:
-Τι χρώμα τη θέλεις τη ζακέτα χωρίς μανίκια;
-Σιέλ, απαντάει αδίστακτα.
-Σιέλ; Τι σιέλ δηλαδή, σαν ποιο ;
-Σαν το μερσεριζέ που χάσαμε στην πλατεία, δηλαδή δεν χάσαμε, εσένα στο κλέψανε, γιατί δεν με άκουσες και το πήρες το καλό σου ζακετάκι, να το φορέσεις στην πλατεία, για να είσαι πιο ωραία απ’ τη Νατάσα! Μην κάνεις ότι δεν θυμάσαι! Σαν αυτό, το σιέλ!
Έχετε ταξιδέψει φαντάζομαι με το αυτοκίνητο νωρίς το πρωί στην εξοχή. Εκεί που για ώρα πολύ, νομίζεις πως έχει συννεφιά και βγάζεις τα γυαλιά και σηκώνεις και το τεντάκι και αναρωτιέσαι αν θα βρέξει και πού θα σε πετύχει η μπόρα και πού ξεσηκώθηκες να πας με αυτόν τον καιρό και γιατί δεν είχε ανάλογη πρόβλεψη …και μετά ξαφνικά τελειώνει το βουνό και ξεπροβάλλει ο ήλιος και πάλι ο κόσμος είναι αλλιώς και η διάθεσή σου αλλάζει και ανοίγεις το ράδιο δυνατά και φοράς πάλι τα γυαλιά του ηλίου και νοιώθεις πάλι ανοιξιάτικα και εκδρομικά;
Έτσι είναι προφανώς και το μυαλό κάποιου ηλικιωμένου. Τον περισσότερο καιρό είναι σκοτεινά, ανήλιαγα και έχει διάθεση βαριά και ανήσυχη , κάποιες φορές όμως βγαίνει από το βουνό ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τον πηγαίνει σε μέρη γνωστά και ασφαλή με οικειότητα , με συναίσθημα, με γλύκα, έστω για λίγο.
Είναι το καλοκαίρι της πέμπτης δημοτικού. Δεν έχω κλείσει ακόμα τα έντεκα , αλλά έχω ερωτευτεί (εξ αποστάσεως εννοείται), κάποιον νεαρό που είναι γύρω στα δεκαεννιά είκοσι.
Κάποια στιγμή, διαπιστώνω ότι κάθε απόγευμα γύρω στις οκτώ, περνάει με το αυτοκίνητο του μπαμπά του από την πλατεία. Αυτό είναι. Εγκαταλείπω την παιδική χαρά και κάθε απόγευμα είμαι στην πλατεία για κυνηγητό και κρυφτό. Στις οκτώ παρά τέταρτο σταματάω το παιχνίδι και πιστή στο «ραντεβού» περιμένω να κάνει το ημικύκλιο της πλατείας και να συνεχίσει το δρόμο του.
Και ενώ όλα βαίνουν καλώς , εμφανίζεται ο τρίτος άνθρωπος!
Η Νατάσα! Καινούργια στη γειτονιά. Κλεισμένα τα δώδεκα, μισό κεφάλι πιο ψηλή από μένα, με όλη την προεφηβεία- εφηβεία στο φόρτε της , με μαλλιά μακριά ως τη μέση, μίνι  φούστα και στήθος δεκαεξάχρονης και ανάλογες ανησυχίες.
Μόλις μαθαίνει ποιος είναι ο λόγος που συχνάζουμε στην πλατεία , αρχίζει κάθε βράδυ γύρω στην οκτώ να τινάζει τη μαλλούρα της στο παγκάκι και να περιμένει.
Μια δυο φορές δεν έδωσα σημασία, την τρίτη όμως, αποφάσισα ότι θα πρέπει να ξέρει πού πάει να μπλέξει.
Πήρα λοιπόν το καλό μου το ζακετάκι το σιέλ, γιατί διάβολε, κάπως έπρεπε κι εγώ να υπερέχω εφόσον δεν μπορούσα να ανταγωνιστώ τα υπόλοιπα φυσικά προσόντα που εκείνη διέθετε και παρουσιάστηκα αποφασισμένη στην πλατεία.
Κατά τις επτάμιση εμφανίστηκε η Νατάσα. Φόρεσα το ζακετάκι μου, την πλησίασα και της είπα με ύφος τουλάχιστον ανακριτή.
-Γιατί έρχεσαι εδώ κάθε βράδυ και κοιτάζεις τον Κώστα που περνάει;
-Γιατί τον αγαπάω! μου πετάει ανάλαφρα και απτόητη.
-Εγώ τον βρήκα πρώτη και τον αγαπάω πριν από σένα! της απαντάω με σταθερότητα και άγριο ύφος!
Είμαι σίγουρη ότι καταπτοήθηκε από την αποφασιστικότητά μου αλλά ότι έριξε ταυτόχρονα κι ένα βλέμμα όλο θαυμασμό στο σιέλ ζακετάκι μου, (αυτό χωρίς μανίκια, που είχα δώσει μάχη για να το φορέσω, μεσ’ το κατακαλόκαιρο και να παίξω κρυφτό και κυνηγητό στην πλατεία) και μου απάντησε με ένα αβέβαιο ύφος:
-Καλά εγώ δεν τον αγαπάω σοβαρά, για ένα μήνα θα τον αγαπάω , μετά θα αγαπήσω άλλον!
-Εγώ όμως να ξέρεις, τον αγαπάω σοβαρά, θα τον παντρευτώ! της έδωσα τη χαριστική βολή και ουφ, έβγαλα το σιέλ ζακετάκι γιατί κόντευα να σκάσω.
Με όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις ο Κώστας πέρασε και δεν τον είδε καμία από τις δύο. Έβαλα το ζακετάκι σε μια άκρη στο παγκάκι και άρχισα το κυνηγητό. Όταν νύχτωσε για τα καλά, περασμένες εννιά, πήγα να πάρω το ζακέτο για να φύγω. Το σιέλ ζακετάκι είχε κάνει φτερά, είχε γίνει άφαντο . Αφού κοίταξα για εκατοστή φορά όλα τα παγκάκια της πλατείας, έμαθα από ένα άλλο παιδί της πλατείας, ότι μια κυρία που δεν ήταν γνωστή στη γειτονιά, καθόταν στο παγκάκι και έπλεκε , προφανώς φεύγοντας της άρεσε και το πήρε.
Η Νατάσα δεν ξανάρθε στην πλατεία, αλλά ούτε κι εγώ πήγα, γιατί μου θύμιζε το αγαπημένο, χαμένο σιέλ ζακετάκι και η ζωή συνεχίστηκε μέχρι προχθές, που παραμονές του Αγίου Βαλεντίνου, αυτού του ξενόφερτου και του ξενέρωτου, ο άνθρωπος με τη χαμένη μνήμη, έκανε μια βαθειά βουτιά στις μνήμες και μου ανέσυρε το σιέλ ζακετάκι που θυσίασα για έναν «σοβαρό» έρωτα!
Ποιος θυμάται και ποιος ξεχνάει,
Πώς αγαπάει και τι θυσιάζει κανείς όταν αγαπάει ,
ποιος αγαπάει «σοβαρά», και τι είναι το «σοβαρά»,
τι μπορεί να σημαίνει ένα σιέλ ζακετάκι ,
γιατί ανησυχούμε για όσα φυλάει ο κεντρικός σέρβερ από τα προσωπικά μας στοιχεία κάπου στην Αμερική στις Φιλιππίνες ή στο Τιμπουκτού
και όχι για το τι φυλάει «ο σέρβερ» του καθενός από εμάς στην ψυχή του και πότε αποφασίζει να βγάλει στο φως τα στοιχεία που φυλάει,
ανεξιχνίαστες ιστορίες, για να μην παραιτούμαστε ποτέ!

Καλλιέργειες και σκέψεις γενικώς

Πέρα ως πέρα ο κάμπος που απλώνεται μπροστά,

ως εκεί που φτάνει το μάτι, είναι δικός μας.

Αγροτεμάχια, όμορφα χωρισμένα με αγκαθωτό συρματόπλεγμα.

Όλα γόνιμα. Καταπράσινα. Άλλα σπαρμένα. Άλλα φυτεμένα.

Σε άλλα χαμηλή πυκνή βλάστηση. Σε άλλα  ψηλά αναρριχόμενα φυτά, στηριγμένα προσεχτικά σε καλάμια.

Σε άλλα  δέντρα, μεγάλα πια. Άλλα με ανθό κι άλλα με καρπό, δεμένο.

Όλα καταπράσινα. Φροντισμένα.

Η περιουσία μας.

Είναι τα λάθη μας. Οι ολιγωρίες μας. Οι ανασφάλειές μας. Οι αδυναμίες μας. Οι λανθασμένες επιλογές μας.

Το κάθε αγροτεμάχιο έχει και άλλη σπορά, άλλη ποικιλία, άλλα φυτά.

Κάμποσα είναι ετήσια. Τα ανανεώνουμε  κάθε χρόνο. Άλλα έχουν μικρότερο κύκλο ζωής, παίρνουμε  τους καρπούς,  ξεκουραζόμαστε  λίγο  και μετά σπέρνουμε ευθύς καινούρια φυτά.

Άλλα έχουν βολβούς και ζεσταίνονται για πολύ καιρό στο σκοτάδι και στη σιωπή, μέχρι να δώσουν εμφανές αποτέλεσμα.

Κι άλλα, δέντρα έχουν γίνει  ολόκληρα. Μεγαλώνουν αγέρωχα κι αλαζονικά και δεν μας κοιτάζουν καν.

Αφού μπήκες στον κόπο να  τα φυτέψεις  και τα περιποιήθηκες μέχρι να θεριέψουν, θέλουν κόπο πολύ για να  τα ξεριζώσεις, και το ξέρουν, γι αυτό σε αγνοούν.

Όλα ποτίζονται επιμελώς και συχνάκις.

Εκεί στις άκρες, πολύ πολύ μακριά, είναι μερικά  κομμάτια γης με κιτρινισμένα και ξερά φυτά. Είναι αυτά τα ξεχασμένα από χρόνια.

Εύκολα βέβαια μπορεί να λαμπαδιάσουν, (άλλος κίνδυνος κι αυτός), γι αυτό  πρέπει να έχεις το νου σου. Να  τα εξετάζεις κάθε φορά και να τα κρατάς βρεγμένα και ακίνδυνα.

Το κάθε τεμάχιο έχει τη δική του σπορά και σοδειά.

Άλλα τα λάθη του γονιού, άλλα τα λάθη του συντρόφου, άλλα τα λάθη του αδελφού κι άλλα  του φίλου, του γείτονα, του πολίτη, άλλα τα λάθη που έκανες ως παιδί,ή ως έφηβος. (Αυτά είναι τα ξερά, τα κιτρινισμένα)Άλλα τα λάθη του ανθρώπου που πίστεψε ή που επένδυσε σε κάτι, ή σε πολλά. Κι άλλα τα λάθη αυτού που δεν πίστεψε σε τίποτα.Άλλα τα λάθη του αποστολέα κι άλλα του παραλήπτη. Άλλα τα λάθη της σύνεσης που υιοθετήσαμε  κι άλλα του χάους που κουβαλήσαμε μέσα μας.Άλλα τα λάθη του σκοτεινού κι άλλα του ολόφωτου εκτεθειμένου εαυτού μας.

Αγναντεύουμε από μακριά κι αναλογιζόμαστε  σιωπηλά  την περιουσία μας.

Κάποιες νύχτες με πανσέληνο, άυπνες,  κατεβαίνουμε και τριγυρίζουμε μυστικά, ανάμεσα σε όσα φυτέψαμε κι όσα καλλιεργήσαμε.

Στην περιουσία μας.

Ένα μεταξωτό μαντήλι του λαιμού, πιασμένο στο αγκαθωτό, μαρτυράει τις επισκέψεις αυτές και μια ζώνη πιασμένη ψηλά, σε ένα κατάφορτο κλαδί αμυγδαλιάς, αποδείχνει πώς δοκιμάζουμε  ακόμα τους καρπούς των φυτεμένων μας.

Κάποια από αυτά τα αγροτεμάχια  είναι κληρονομημένα  κι άλλα θα αποδοθούν στους κληρονόμους μας.

Άλλα δίκαια κι άλλα άδικα μοιρασμένα. Άλλα εξ αδιαιρέτου, έτσι που να μην μπορούν να απαλλαγούν και να μη γλυτώσει κανείς.

Ούτε εκκαθαρίσεις ,ούτε βελτιώσεις. Άκαιροι  καιροί για παντός είδους εσωτερικές βελτιώσεις .

Σκέψεις  άλλες δεν κάνουμε.

Μια σκέψη μας βασανίζει μόνο σ’ αυτούς τους καιρούς: Θα πρέπει να τα δηλώσουμε όλα αυτά στο Ε9;

Μια ζωή δεν φτάνει

Λοιπόν επιτέλους έχω καταλήξει. Θα έπρεπε να έχουμε τέσσερις ζωές.
Τέσσερις! Ούτε τρεις, ούτε πέντε, ούτε αιώνια ζωή. Το ιδανικό είναι τέσσερις ζωές. Οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο, λίγο κι άδικο.
Και αμέσως εξηγούμαι.
Μια ζωή χρειάζεται ο καθένας μας, για να διαβάσει, να μαθητεύσει, να διερευνήσει, να μελετήσει, να στοχαστεί, να υιοθετήσει, διάφορες θεωρίες, επιστήμες, έρευνες, συσσωρευμένες γνώσεις, πειραματικές μεθόδους, φιλοσοφικές και επιστημονικές απόψεις, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνιολογικές έρευνες –θεωρίες ,θέσεις και να οδηγηθεί σχετικά, σε κάποια συμπεράσματα για το τι είναι ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο ίδιος και τι από όλα αυτά τον εκφράζουν, του ταιριάζουν, τον κάνουν να είναι πλησιέστερα σε αυτό που θέλει να είναι.

Μια ζωή χρειάζεται για να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο, να συναναστραφεί με ανθρώπους από άλλες χώρες, άλλες ηπείρους, άλλους πολιτισμούς, άλλες συνήθειες, με άλλα δεδομένα, άλλα ζητούμενα, άλλα ήθη άλλα έθιμα, άλλες ανάγκες, άλλη φύση, άλλη κοινωνική οργάνωση και άλλη βιολογική και κοινωνική ανάπτυξη, άλλη εμφάνιση , άλλα χαρακτηριστικά, άλλη γλώσσα , άλλη θρησκεία, άλλη φυλή και άλλο αξιακό σύστημα.

Μια ζωή χρειάζεται για να δημιουργήσει οικογένεια. Να αφοσιωθεί σε αυτήν και στις ανάγκες της, να δώσει τον καλύτερο εαυτό του, για να διατηρήσει το είδος του , αλλά και να το προάγει σε καλύτερο επίπεδο. Να αφιερωθεί για αρκετά χρόνια στην στήριξη και την υποστήριξη των αδύναμων μικρών απογόνων του, να τους διδάξει τρόπους ασφαλούς επιβίωσης, και να τους διευκολύνει να ενταχθούν κοινωνικά, να διασφαλίσει τη σωματική και ψυχική τους επάρκεια και ισορροπία. Να τους προσφέρει περιβάλλον ολόπλευρης και ασφαλούς ανάπτυξης και να διατηρήσει ζωντανούς τους δεσμούς μαζί τους σε όλη την ζωή, τηρώντας την ανθρώπινη σχέση που εμπεριέχει, το ένστικτο αλλά και την έλλογη απόφαση, επιλογή, ανάπτυξη.

Μια ζωή χρειάζεται για να κάνει αυτό που έχει καταλήξει, ότι τον εκφράζει, τον δικαιώνει, τον αναπτύσσει , τον κάνει ωφέλιμο, του δημιουργεί καλές και αγαθές προθέσεις, τον βοηθάει να εκφραστεί, να δημιουργήσει, να προσφέρει, να ενταχθεί, να είναι ευτυχισμένος {( εύ+ τεύχω =φτιάχνω), να έχει δηλαδή μια κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων}. Να ζει όπως θέλει.
Είτε αυτό είναι η διαρκής ,αποκλειστική και συνεχής απασχόλησή του, με την τέχνη, την επιστήμη, την τεχνολογία, την τεχνική, ή την οποιαδήποτε χειρονακτική ή μη εργασία, στον αγροτικό τομέα, ή σε άλλους τομείς οτιδήποτε κι αν αφορούν , όπου και αν ανήκουν.

Αυτές είναι οι τέσσερις ζωές που θα έπρεπε να δικαιούμαστε να έχουμε ως όντα. Τώρα πώς ακριβώς θα διαδέχονταν ο ένας κύκλος τον άλλο, ποιος θα προηγείτο του άλλου ,πώς θα εξυπηρετούσαν όλα αυτά την όποια κοινωνική οργάνωση και πόσο θα διαρκούσαν αυτοί οι κύκλοι και αν θα ήταν όλοι στο ίδιο σύμπαν, και σε ποιές διαστάσεις και χωροχρόνους,
αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης κρύας εβδομάδας με κλεισούρα και σκέψεις !
Προς το παρόν αυτά.

Τρεις ιστορίες άσχετες μεταξύ τους, τρία θαύματα

Τρεις ιστορίες άσχετες μεταξύ τους ή  τι είναι τελικά, Χριστούγεννα ;

Μια κούκλα στη βιτρίνα του Δραγώνα που μπορεί να την είδες το Σεπτέμβρη, που πήγες εκεί για σχολική ποδιά και να την ονειρεύεσαι κάθε βράδυ… να ελπίζεις ότι μπορεί να γίνει ένα θαύμα  τα Χριστούγεννα και να έλθει κάπως μαγικά στο σπίτι σου, στα χέρια σου…

Το θαύμα δεν έγινε παρά το Πάσχα και τότε καταλαβαίνεις ότι δεν φτάνει να γεννηθείς, πρέπει να προϋπάρξει η σταύρωση  για να αναστηθεί οτιδήποτε, ακόμα και τα όνειρά σου.

Ένα κλείσιμο του μαγαζιού απ’ την αστυνομία, για τους διάφορους «προφανείς λόγους»,  και μια οικογένεια,  τις προπαραμονές Χριστουγέννων, χωρίς εισόδημα. Πάντα υπήρχαν δύσκολα. Υπήρχε όμως  και μια  διαβολεμένη  επιμονή για επιβίωση. Επινόηση και εφευρετικότητα.

Το ξέρατε; Υπάρχουν αγριοκρεμμύδες στον Υμηττό! Μπορείς να τις μαζέψεις και να τις πουλήσεις στους ανθρώπους που τις κρεμούν πίσω από την πόρτα για γούρι!  Έτσι μπορείς  να κάνεις Χριστούγεννα  με αξιοπρέπεια. Απλώς αποκλείονται  τα  θαύματα που περιμένουν τα παιδιά.

Ένα παιδί μπορεί να πάει στον Υμηττό για παρέα και κουράγιο  σε έναν άνεργο και αποφασισμένο γονιό, αλλά ποιος μπορεί να δώσει κουράγιο,  σε ένα παιδί, όταν οι κρεμμύδες  φυτρώνουν κοντά στη σπηλιά του Νταβέλη, που ξέρει καλά, ότι «εκεί πηγαίνει ο Νταβέλης τα παιδιά που κάνουν αταξίες;»

Δύσκολο και επικίνδυνο πράγμα ο αγώνας για την επιβίωση.Όμως με ένα θαύμα ο Νταβέλης δεν εμφανίστηκε μέχρι που τέλειωσε «ο θερισμός»

Τα φοβερά Χριστούγεννα, στην πτέρυγα του Παίδων, Μακκά.

Εκεί που ο χρόνος, οι μέρες, οι γιορτές, το εισόδημα, οι άνθρωποι, το σπίτι,το πριν, τα πάντα, χάνουν το νόημά τους και υπάρχει μόνο, όχι η προσμονή, αλλά η απαίτηση για ένα θαύμα.

Και το θαύμα έγινε.

Χριστούγεννα, γεμάτα θαύματα!

 

Για το «Μπαίνω στη θέση σου»

Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους, είναι μικρές ανάλαφρες πετρούλες, βοτσαλάκια, επίπεδα, λεπτά, ανάλαφρα,- απ’ αυτά που τα πετάς στη θάλασσα και αναπηδούν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά φορές-.

Είναι χορταράκια στις όχθες, που λυγίζουν, ή πρασινίζουν, κιτρινίζουν, σκουραίνουν, σαπίζουν και πέφτουν  ανάλογα με τις εποχές, για να βγουν καινούρια.

Είναι μικρά ανάλαφρα υλικά που ακολουθούν το ρυάκι και σταματούν για λίγο καιρό στις εσοχές και μετά πάλι, όταν το νερό φουσκώνει , παραδίνονται  στη ροή του, σαν σε Θεϊκή απόφαση, χωρίς αντίσταση.

Είναι ξύλα, βαριά και φουσκωμένα απ’ το νερό, άκαμπτα που σκαλώνουν όπου περνούν και μάχονται με λύσσα τη δύναμη του νερού. Στις άκρες έχουν στραβωμένες, σκουριασμένες πρόκες και σε τρυπούν ανελέητα, βάφοντας κόκκινα τα νερά.

Άλλα λογίζονται για γέφυρες, άλλα για τείχη.

Υπάρχουν  άνθρωποι που η ζωή τους  είναι πέτρες. Κοτρόνες. Βαριές, ασήκωτες. Σφηνωμένες. Με πράσινη γλιστερή βλάστηση πάνω τους, ώστε να γλιστράς επικίνδυνα και να κινδυνεύεις, αν δοκιμάσεις να τις μετακινήσεις, να σκαλώσεις, ή να πιαστείς απ’ αυτές.

Άλλων πάλι, η ζωή, είναι μεγάλα βαριά βότσαλα. Λεία και ομαλά, χωρίς γωνίες, άσπρα αστραφτερά, ή μαύρα λουστρίνια. Γυαλιστερά, οβάλ. Για να σε ξεγελάνε. Να νομίζεις ότι μπορείς να τα καταπιείς χωρίς κόπο, με μια γουλιά νερό. Τα καταπίνεις όλα και όταν πια έχουν σταθεί στο λαιμό σου και δεν μπορείς ούτε ανάσα να πάρεις, ούτε να μιλήσεις, ούτε τίποτα να γευτείς, τότε καταλαβαίνεις πόσο σε ξεγέλασαν.

Άλλων, είναι βράχοι περίεργοι κι ακατέργαστοι. Αμετακίνητοι. Στέκουν εκεί και πολεμούν το μοιραίο.

Αυτούς, αναλαμβάνουν τόνοι νερού να τους διδάξουν. Να τους λειάνουν. Να τους μετακινήσουν.

Τόνοι νερού. Τσουνάμι, ποτάμια, νεροποντές, χαλάζι, θύελλες, πλημμύρες, θάλασσες, αλλά κυρίως δάκρυα …

«Σταγόνες ύδατος πέτραις κοιλαίνουσι». Το έγραψε κάποτε στην Έκθεση.

Κάτι θα έπρεπε να έχει μείνει από αυτή την έκθεση.- Αλλιώς για ποιο λόγο το μάθημα; –

Το μήνυμα όμως δεν παρελήφθη. Έμεινε εκεί, στην αναμονή. Τα μηνύματα, ευτυχώς στο μυαλό, δεν έχουν κάποια περιορισμένη προθεσμία παραλαβής. Δεν χάνονται. Μένουν εκεί «ες αεί» και περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να «παραληφθούν». Μπορεί κάτι τέτοιο, να πάρει καιρό.

Καμιά φορά μπορεί να πάρει και μια ζωή;